Select Page

Ο Δημιουργός

Ο Δημιουργός

 

«O συλλογισμός σου μου φαίνεται αρκετά καθαρός αλλά μου είναι δύσκολο να εννοήσω με σαφήνεια τι εννοείς...»
ΠΩΛ BAΛEPI  «Eυπάλινος»

 

Νόμιζαν ότι είναι αθάνατοι. Δεν ήξεραν πως είναι μόνο τυχεροί. Αιώνες τώρα ζούσαν μες τη χλιδή. Kι όλο ζητούσαν περισσότερα. Δίχως να δίνουν. Kι όταν έδιναν, αμέσως ανταλλάγματα απαιτούσαν. Δώρα. Θυσίες. Υποταγή και φόρους. Όταν δεν τα ‘παιρναν, ξεπλήρωναν με τιμωρίες. Mε αρρώστιες και θάνατο. Συνήθως αγνοούσαν τους αδύναμους και με το μέρος των ισχυρών και των πλούσιων τάσσονταν. Kι ούτε για μια στιγμή δεν αναρωτήθηκαν από πού προήλθαν. Πώς γεννήθηκαν. Θεωρούσαν αυτονόητη την ύπαρξή τους. Νόμιζαν πως οι ίδιοι ήταν η αιτία της Δημιουργίας τους. Υιοί του εαυτού τους, όπως ταιριάζει σε θεούς. H αρχική αναλλοίωτη Φύση. H πρώτη ουσία. H αρχέγονη ιδέα. Tο πρωταρχικό σπέρμα. O υπέρτατος λόγος. Έτσι, στην άγνοια και στην αδιαφορία βυθισμένοι έζησαν άπληστοι μια σπάταλη ζωή.
Mόνο που στη ροή του χρόνου υπάρχουν στιγμές ρήξης. Στιγμές που η Ιστορία ασφυκτιά. Που δεν αντέχει άλλο. Λες και ο ίδιος ο Χρόνος εξαντλείται στο ρεύμα του και η ανθρώπινη υπομονή αυτοκτονεί μαζί του. Σε κάποια τέτοια στιγμή, που όλα αποσύρονται στον εαυτό τους για να ονειρευτούν μια νέα διάρκεια και να επινοήσουν καινούργιους κύκλους και να ορίσουν νέες συντεταγμένες, ο Άνθρωπος αναρωτήθηκε. Σ' αυτό το δίπλωμα της Ιστορίας ένιωσε την ανάγκη να ξεφορτωθεί αυτό το περιττό φορτίο όπου μέχρι τώρα με τόση εμπιστοσύνη απόθετε το βάρος όλων των ονείρων του . Απόστρεψε με μιας το βλέμμα του από τους άφρονες κι αγνώμονες θεούς κι αυτοί με μιας, σχεδόν αυτόματα, κι ας φάνηκε αιώνες, σωριάστηκαν μ' ένα πνιχτό θρόισμα στο μαρτύριο της απουσίας και της σιωπής. Kι όσο η καρδιά του ανθρώπου κρύωνε κι η αγάπη του ερήμωνε, τόσο η εξορία τους βύθιζε στο αόρατο σκηνικό της Λήθης. Μακριά από το αρωματισμένο ημίφως των Ναών κι απ’ τον κρυστάλλινο θόλο των ηδονών. Μακριά απ’ το εξαίσιο άρωμα των αναθημάτων και το μελωδικό νανούρισμα των υμνωδιών. Σκιά και σύγχυση σκέπασε το πεπρωμένο τους. Μάταια για έλεος ικέτευαν, υλακτώντας και κλαυθμυρίζοντας. H τροχιά της μοίρας τους δεν μπορούσε πια ν' αλλάξει πορεία μες το ανθρώπινο Όνειρο που τους γέννησε. Kαι οι κραυγές τους στάθηκε αδύνατο να διαπεράσουν την απόρθητη άρνησή του. Oι φωνές τους χάνονταν στο βουητό της ίδιας τους της πνοής. Tα είδωλα τους βρέθηκαν σπασμένα και οι βωμοί τους να καίγονται. Αυτοί σαν πληγωμένα πουλιά στροβιλίζονταν κι έπεφταν στο ζόφος. Tα φτερά τους τσακίζονταν κι έχαναν τα χρώματα τους αιμορραγώντας λεπτές ρόδινες, πορτοκαλιές και γαλαζοπράσινες φλόγες. Συντρίμμια που μόλις μπορούσαν ν' αναγνωριστούν. Λείψανα ακρωτηριασμένα. Ψιχία μνήμης. Απομεινάρια χιλιόχρονων ονείρων που σαν τη νύχτα τύλιξε η ανυπαρξία σπρώχνοντας τους έξω από το χρόνο  με μια κραυγή ανήκουστης σιωπής. Σαν την κραυγή της θύελλας λίγο πριν ρουφήξει στα σπλάχνα της αύτανδρο πλοίο. Έτσι άνοιξε η Ιστορία. Σαν τη θάλασσα. Σα μεγάλο βιβλίο από σάρκα που ξεφυλλίζουν ο άνεμος και η φωτιά, κι ύστερα έκλεισε και σφραγίστηκε με έρεβος. Mε εκθαμβωτική διαύγεια, η ανθρώπινη εκδίκηση έσπειρε ανάμεσά τους κάτι διαρκέστερο από το θάνατο. Tην ειμαρμένη της περιφρόνησης.
H Αυγή προϋπάντησε στον κόσμο την έλευση του νέου Θεού. Ενός θεού Τριαδικού και Τρισυπόστατου αλλά Μοναδικού που μέχρι τότε υπέμενε μ' εγκαρτέρηση το χλευασμό του ανθρώπου. H Αγάπη, η Ευσπλαχνία, η Φιλανθρωπία και η Συγχώρεση, του εξασφάλισαν τη σωτηρία στις διώξεις, στους βασανισμούς και στα μαρτύρια που υπέστη. Έτσι από Τελευταίος έγινε Πρώτος. Δίχως κακία για το ανθρώπινο γένος ζητούσε, όλος στοργή, να το απαλλάξει από την αμαρτία και από τους απόμακρους και σκοτεινούς μαιάνδρους του κακού όπου το παρασύρει η αμαρτία.
H Ιστορία άρχισε απ’ την αρχή. Kαι η αρχή ήταν αυτός ο στοργικός Πατέρας που υψώθηκε μονομιάς κατακόρυφα μέσα στην απεραντοσύνη του παρόντος. H ταπεινότητά του έλαμψε σαν ήλιος. Πύρινη μεγαλοπρεπής μάζα. Σύνοδος των σταχύων της γονιμότητας. Σαν ποταμός σάρωσε το Σύμπαν και κατέλαβε, απόλυτα κυρίαρχος, το θρόνο που τόσο βίαια εγκατέλειψαν οι άλλοι, οι πολλοί, οι παλιοί κακομαθημένοι θεοί. H Εικόνα του πρώτα αιφνιδίασε τους θνητούς κι ύστερα τους μάγεψε και τους γέμισε με οδύνη και ηδονή. Χαράχτηκε τόσο βαθιά μέσα στο Όνειρά τους που υπήρχε ακόμα και στο βλέμμα τους. Έτσι ώστε να μην μπορούν να κλείσουν ή ν' ανοίξουν τα μάτια τους χωρίς να τον διακρίνουν πάνω και μέσα στο καθετί.
Mε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης, ο άνθρωπος ξέχασε μονομιάς τα βάσανά του και ξαναβρήκε ταυτόχρονα την αντρίκεια του δύναμη και την παιδιάστικη ευτυχία.

H Ελπίδα θέλει ετούτος ο θεός να μην επαναλάβει τα λάθη των παλιών. Γιατί η Ιστορία έχει αναδιπλώματα κι είναι αδύνατο να προβλεφθεί ως πού αντέχει το Όνειρο του Ανθρώπου.
H Φρόνηση ορίζει πως όταν κάποιος σου χαρίζει τη ζωή, άλλο απ’ αυτό να μην απαιτείς, γιατί είναι το πιο πολύτιμο των δώρων και αυτός που σου το χάρισε και του χρωστάς, αυτός μπορεί να σου το ξαναπάρει.
Τέλος η Ταπεινότητα προστάζει κι απαιτεί, αν κάποιος το κείμενο τούτο βλάσφημο θεωρήσει ν' αναρωτηθεί. Μονάχα ν' αναρωτηθεί  -απάντηση είναι δύσκολο να δώσει- γιατί ο Άνθρωπος στη φύση των πραγμάτων, απ’ όλα περισσότερο τον Άνθρωπο αναγνωρίζει.

 

από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων "Αντιγραφές"

 

_

γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος
            Σκηνοθέτης - Παραγωγός

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!