Select Page

Ο Κούρος του Απόλλωνα

Ο Κούρος του Απόλλωνα

 

Ο Θεμιστοκλής άνοιξε το βήμα του να προλάβει το τσούρμο τους τουρίστες που ανέβαιναν σχεδόν τρέχοντας τα σκαλοπάτια του αρχαίου λατομείου. Πίσω του ακολουθούσε ασθμαίνοντας η Αριστέα. Κρατούσε το σακίδιο με τα πράγματά τους και με το άλλο χέρι πάλευε να συγκρατήσει το καπέλο να μην της φύγει απ’ το κεφάλι, έτσι όπως φυσούσε στο ύψωμα. Ο Σεπτέμβρης είχε μπει για τα καλά, αλλά η ζέστη βαστούσε ακόμη. Μετά από κάμποσα σκαλοπάτια ο κόσμος στάθηκε σ’ ένα ίσιωμα να δει τον αρχαίο Κούρο. Μαζεύτηκαν ένα γύρω εκεί κοντά και ο ξεναγός περίμενε μέχρι να πλησιάσουν και οι τελευταίοι. Ύστερα στάθηκε στο μέσο του κύκλου που σχημάτισαν και άρχισε να τους μιλά και να τους δείχνει το άγαλμα.

Η Αριστέα τρύπωσε ανάμεσα στον κόσμο και στάθηκε στο πλευρό του Θεμιστοκλή που κοίταζε απορροφημένος τον τεράστιο Κούρο. Επρόκειτο για ένα άγαλμα μεγάλων διαστάσεων, μισοσκαλισμένο, ίσα που ξεχώριζαν τα γένια και τα πόδια του, γερμένο ανάσκελα με μια κλίση λόγω του ανηφορικού εδάφους που βρισκόταν. Άκουγε πού και πού τη φωνή του ξεναγού: «Οι Κούροι της Νάξου είναι οι αρχαιότεροι στον κόσμο… Τούτος εδώ έχει μήκος έντεκα μέτρα σχεδόν και εικάζεται πως παριστάνει τον θεό Διόνυσο... Το άγαλμα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ...Βρίσκεται ξαπλωμένος στην ίδια θέση χιλιάδες χρόνια».

Ο κόσμος ανέβαινε πάνω στο ολισθηρό αρχαίο μάρμαρο στο πλάι, για να παρατηρήσει τον κούρο από κοντά. Άλλοι τον έβγαζαν φωτογραφίες, κάποιοι είχαν ανέβει απ’ την πάνω πλευρά του υψώματος για να τον δουν από διαφορετική οπτική γωνία, κάποιοι ρωτούσαν για τις χρονολογίες, για τα ιστορικά ευρήματα, το λιμάνι του Απόλλωνα που φαίνονταν στο βάθος κάτω, το εμπόριο αγαλμάτων στην αρχαϊκή εποχή. Ο Θεμιστοκλής είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με τον ξεναγό και είχε εμβαθύνει τόσο στα αρχαιολογικά ζητήματα που οποιοσδήποτε άλλος ξεναγός θα του είχε κόψει την κουβέντα από πολλή ώρα πριν. Ο Διομήδης όμως όχι. Γιατί και περίεργος ήταν και φιλομαθής και είχε ο ίδιος ερευνήσει αυτά τα ζητήματα πολύ πριν κληθεί να απαντήσει σε ερωτήματα και πολύ πριν αναλάβει αυτήν την εποχιακή εργασία του ξεναγού.

Η Αριστέα παρατήρησε το ακατέργαστο σώμα του αρχαίου αγάλματος και από την πάνω πλευρά απ’ όπου μπορούσε κανείς να διακρίνει το αριστερό του χέρι που το ’χε κολλημένο στο στομάχι του, σαν να κρατούσε κάτι που αποδείκνυε ανά τους αιώνες την ταυτότητά του, ίσως ένα κύπελλο κρασί. Ο ημιτελής Κούρος που λένε πως παριστάνει τον Διόνυσο, σε αντίθεση με τον αεικίνητο θεό, κείτονταν ανήμπορος ανάμεσα σε γη και ουρανό, δέσμιος της μαρμάρινης επιφάνειας απ’ την οποία δεν αποκολλήθηκε ποτέ. Ύστερα, όταν ο κόσμος αραίωσε, έβγαλε κάποιες φωτογραφίες τον Κούρο, και ειδικά τα πέλματα των ποδιών του που δεν πάτησαν ποτέ στο έδαφος, έτσι εγκαταλελειμμένος και ημιτελής που έμεινε για να κληρονομήσει το αρχαϊκό νταμάρι με αντίτιμο τόσους αιώνες ακινησίας.

Όταν πλησίασε τον Θεμιστοκλή, είδε πως συζητούσε ακόμη με τον Διομήδη. Ο Διομήδης του ’λεγε την ιστορία του Διόνυσου και της Αριάδνης. Έφερε ο Θησέας, καθώς λένε, την Αριάδνη στη Νάξο ως ερωμένη του και υπό την πίεση του θεού Διόνυσου που την είχε ερωτευτεί, αναγκάστηκε να φύγει και να την εγκαταλείψει. Η Αριάδνη θυμωμένη για το φέρσιμο του Θησέα ενέδωσε στον έρωτα του Διόνυσου που την παντρεύτηκε και την έκανε αθάνατη. Μιλούσε ο Διομήδης και η Αριστέα άκουγε τα λόγια του απ’ τον βυθό της θάλασσας, σαν να κολυμπούσε μες στα γαλανά μάτια του νεαρού ξεναγού και ύστερα γλιστρούσε στη λάμψη του ιδρωμένου του προσώπου για να καταλήξει στα χείλη του που ανοιγόκλειναν μιλώντας για θεϊκούς έρωτες και αθανασία. Τρία χρόνια σχέσης είχε με τον Θεμιστοκλή, τα πηγαίνανε καλά δηλαδή ήσυχα.

Έγιναν έπειτα οι επίσημες συστάσεις και ο Διομήδης έσφιξε το χέρι της Αριστέας μέσα στο δικό του σαν να πολεμούσε να σμίξουν οι καρδιακοί παλμοί τους. Το κορίτσι που είχε απέναντί του, του θύμιζε μια παλιά του συμμαθήτρια που είχε κρυφά ερωτευτεί και αυτή η ομοιότητα αναπαρήγαγε εκείνο το παλιό αίσθημα που ποτέ δεν έσβησε. Ξέσφιξε την παλάμη για να αποδεσμεύσει το χέρι της κοπέλας που είχε σχεδόν συνηθίσει στην οικειότητα που της προσφέρθηκε. Του είπε πως ήρθε ως δασκάλα σε σχολείο του νησιού. Της είπε, αν θέλει, μπορεί να την ξεναγήσει στο νησί.

Κατέβαιναν αργά τα σκαλοπάτια οι τρεις τους που είχαν απομείνει τελευταίοι πάνω στο ύψωμα. Το αεράκι ανακάτευε τα μαλλιά τους και τίναζε τα καπέλα απ’ τα κεφάλια τους. Στο βάθος κάτω ο ήλιος έλουζε με τις φθίνουσες ακτίνες του το λιμάνι του Απόλλωνα. Τα λευκά σπίτια ανέπνεαν φως και η θάλασσα γυάλιζε ακόμη καλοκαίρι. Πίσω στο αρχαίο νταμάρι ο Κούρος βυθιζόταν σιγά σιγά στη σκιά του δειλινού και της νύχτας που ερχόταν. Γερασμένος και μεγαλόσωμος αιώνες τώρα ονειρευόταν πανάρχαια μαρμάρινα πλοία να καταφθάνουν στο λιμάνι του Απόλλωνα για να τον φορτώσουν ως εμπόρευμα και να τον ταξιδέψουν στα κύματα του Αιγαίου.   

                                                                                        *

Είχε μπει για τα καλά το φθινόπωρο. Ο Θεμιστοκλής είχε γυρίσει στη δουλειά του στην Αθήνα. Η Αριστέα είχε προσαρμοστεί στο νέο της σχολείο. Πού και πού μιλούσαν από το ίντερνετ. Πού και πού συναντιόταν με τον Διομήδη σε τοποθεσίες με αρχαία της Νάξου. Η ξενάγηση δεν έλεγε να τελειώσει. Πήγαν και στον Κούρο του Απόλλωνα άλλες δυο φορές. Η Αριστέα τα είχε μάθει όλα απέξω κι ανακατωτά. Ο Διομήδης μελετούσε και μάθαινε κι άλλα για τις αρχαιότητες για να εντυπωσιάσει την κοπέλα και να μακραίνει την ξενάγηση.

Με τις λέξεις του ζωντάνευε μυθικά και ιστορικά πρόσωπα, τους έδινε σάρκα και οστά να περιπλανιούνται στις εποχές, να βαδίζουν στις στεριές, να ταξιδεύουν στις θάλασσες, να αγαπούν και να αγαπιούνται. Μέσα στα γαλανά του μάτια περιδιάβαιναν αγάλματα με φλέβες φουσκωμένες αίμα που ’χαν ξεφύγει από το χέρι του λαξευτή τους και ζούσαν τους έρωτες και τα πάθη τους. Η κοπέλα εκστασιασμένη άκουγε και μαγευόταν. Το πρόσωπό της έπαιρνε σιγά σιγά μια όψη θεϊκή, ολοένα και μεταμορφωνόταν σε κείνη την Αριάδνη που είχε παλιά αγαπήσει ο Διόνυσος. Αυτός ο νεαρός ξεναγός που είχε απέναντί της ήταν φερμένος από έναν αλλιώτικο τόπο και χρόνο που την ξάφνιαζε, την έκανε να νιώθει ελαφριά σαν να είναι έτοιμη να πετάξει πάνω απ’ τα βουνά, πάνω απ’ τις θάλασσες και πολύ ψηλά ακόμη στον ουράνιο θόλο, εκεί που ταξιδεύει ο ήλιος, το φεγγάρι και τα αστέρια τις νύχτες.

Ένα απόγευμα που είχαν πάει ξανά στον Κούρο του Απόλλωνα ο Διομήδης έσκυψε ξαφνικά και τη φίλησε στο στόμα. Και μετά άλλες δυο φορές απανωτά. Χωρίς κανείς τους να μιλήσει, πιάστηκαν χέρι χέρι και κατέβαιναν αργά τα σκαλοπάτια του αρχαίου λατομείου.

Πίσω τους ο μαρμάρινος ξαπλωμένος Κούρος που παριστάνει τον Διόνυσο, μαντεύει τον Θησέα που φέρνει την Αριάδνη στο νησί. Απ’ τη λαχτάρα κι απ’ τον πόθο του τα γένια του σαλεύουν. Σφίγγει τα δόντια και πασχίζει να αποκολληθεί απ’ την κρύα μαρμάρινη επιφάνεια για να γλιστρήσει στο λιμάνι να τη συναντήσει. Μάταια όμως. Κλείνει τα μάτια και αναπνέει με θλίψη.

Κάτω στο λιμάνι του Απόλλωνα το φως της πανσελήνου αντιφεγγίζει μες στη θάλασσα. Η νύχτα τρέφει τα σώματα με φλόγα. Κάτω στο λιμάνι του Απόλλωνα αιώνες τώρα ο Θησέας φέρνει ξανά και ξανά την Αριάδνη στο νησί και ύστερα πάλι την περιφέρει θνητή στις θάλασσες του Αιγαίου.

_

γράφει η Μαίρη Μαργαρίτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Άννα Μάλαμα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Παιδαγωγικά κι έκανα μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Εργάστηκα ως δασκάλα γενικής και ειδικής Αγωγής σε σχολεία του Έβρου, του Κιλκίς και της Θεσσαλονίκης. Όταν δε δουλεύω με τα παιδιά, μου αρέσει να διαβάζω όμορφα βιβλία. Πού και πού η πένα μου γαργαλάει το χέρι κι αραδιάζω στο χαρτί τις δικές μου ιστορίες.

1 σχόλιο

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!