Select Page

Ο Ταρζάν του κυρίου Τριανταφυλλάκη

Ο Ταρζάν του κυρίου Τριανταφυλλάκη

Ήταν ένας δρόμος.
Χαραγμένος από τα βήματα των ανθρώπων που έμεναν στο πλάι του.
Με πέτρες και χώματα. Και σκόνη τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Με ανταύγειες τα δειλινά και με το μάτι να χάνεται στον απέραντο ορίζοντα.
Είχε μια θάλασσα στο βάθος. Άλλοτε γαλάζια κι άλλοτε μαύρη με μικρές λευκές περισπωμένες για κύματα, που έφταναν μέχρι τις απέναντι θολές γραμμές της Αίγινας.
Είχε πίσω του έναν όγκο βουνό. Με πεύκα μέχρι τη μέση και ξερός βράχος απ’ τη μέση και πάνω. Κάποιες λίγες εργατικές πολυκατοικίες του Καρέα άσπριζαν λίγο στους πρόποδες. Και τρία δέντρα μοναχά στην κορφή του σκούραιναν κάθε ανατολή και πρασίνιζαν στη δύση του ήλιου.
Λίγα σπίτια δεξιά κι αριστερά του δρόμου, κάποια έτοιμα, κάποια ακόμα στα μπετά, προσδιόριζαν το γεωγραφικό του πλάτος και μήκος.
Στα αριστερά του βράχοι που έχασκαν και μας τρόμαζαν, στα δεξιά του ένα ρέμα. Και στη μέση ο δρόμος μας. Σαν κάστρο προφυλαγμένο.
Τον χειμώνα να τον πιάνει ο βοριάς και να σφυρίζει ανάμεσα στα μισοτελειωμένα γιαπιά και το καλοκαίρι να βράζουν οι πέτρες λάβα.
Και πέρα στον ορίζοντα κατά τη θάλασσα να μετράμε τα άσπρα καράβια του Σαρωνικού.
Για να κατεβείς είχε κατηφόρες.
Για να ανεβείς, ανηφόρες.
Γειτονιά. Με ανοιχτά παράθυρα και πόρτες. Με καυγάδες και γέλια. Με φωνές μανάδων τα μεσημέρια.
«Γιαννάκηηη, φαΐ!!»
Και μαζευόμασταν.
Οι μεγάλοι με τους μεγάλους και οι μικροί με τους μικρούς.
Μέχρι να φτάσουν κι οι πατεράδες απ’ τη δουλειά αργά το βραδάκι.
Μέχρι να κλείσουν οι μικρές κάμαρες, να σωπάσουν οι φωνές. Και να σκάνε γιασεμιά και αγριοθύμαρα.

Ένα σπίτι ήταν διαφορετικό. Ζωσμένο στις τριανταφυλλιές και τα δέντρα.
Μέσα στο πράσινο δεν έβλεπες το σπίτι σχεδόν. Ο κήπος μια όαση. Χρωματιστός κι αρωματισμένος απ’ τα λουλούδια, δροσερός και πράσινος απ’ τα δέντρα.
Κάπου ανάμεσα, διέκρινες και μια τεράστια κόκκινη πόρτα. Με άσπρη πλουμιστή σιδεριά να σχηματίζει ημικύκλια με χάρη.
Ο κύριος Τριανταφυλλάκης ήταν ένας χαρούμενος και χαμογελαστός κύριος.
Και ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού. Όνομα και πράμα με τον κήπο του, που επιμελώς είχε η κύρια Τριανταφυλλάκη στην επίβλεψή της. Μια κόρη με το όνομα «μπέμπα» συμπλήρωνε την ευτυχία του σπιτιού.
Ο κύριος Τριανταφυλλάκης ήταν συνταξιούχος. Κοντός και παχουλός. Με χοντρά δάχτυλα, τριχωτά. Με «καβουράκι» μόνιμο επί της κεφαλής και ένα σταματημένο χαμόγελο στο πρόσωπο. Με μυτερά καλογυαλισμένα παπούτσια και μαντίλι λευκό στο σακάκι.
Ήταν πολύ χρήσιμο αυτό το μαντίλι, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Σχεδόν πάντα το τραβούσε με μια γρήγορη χορευτική κίνηση για να σκουπίσει τον ιδρώτα του μετώπου του, βγάζοντας με το άλλο χέρι το λευκό ψάθινο καπέλο του και πάλι με την ίδια χάρη, έβαζε και τα δύο στη θέση τους.
Το μαντίλι στο σακάκι και το ψάθινο καπέλο στο κεφάλι του.
Μια τελευταία κίνηση πάντα μετακινούσε το καπέλο μερικά εκατοστά προς τα πίσω.
Και μάζευε και το τεντωμένο μικρό τριχωτό δάχτυλο χτυπώντας μερικές φορές το πέτο του για να διώξει τυχόν υπολείμματα σκόνης.

Τα μυτερά του παπούτσια ήταν πάντα η δυσάρεστη για μένα σύγκριση.
Ο πατέρας μου, μου καταλόγιζε ανελέητα ότι καταστρέφω τα παπούτσια που μου αγοράζει. Μόνο εγώ το έκανα αυτό. Κανείς άλλος.
Και συνέχιζε: «Δες τα παπούτσια του κυρίου Τριανταφυλλάκη… Πάντα στην εντέλεια… Πάρε επιτέλους ένα παράδειγμα…» «Περπάτα σαν άνθρωπος…»
Η γειτονιά δεν έβλεπε εύκολα αυτοκίνητα. Και όταν ο κύριος Τριανταφυλλάκης αποφάσισε να αγοράσει ένα και να το φέρει εκεί έξω από τα ανθισμένα του τριαντάφυλλα, τότε μια μαγική σκόνη μας κάλυψε όλους. Ιδίως εμένα που πλέον είχα βρει ένα νέο εντυπωσιακό παιχνίδι. Τους γυαλιστερούς, ασημί προφυλακτήρες του νέου αυτοκινήτου της γειτονιάς. Καθισμένος κάτω στο χώμα πλησίαζα το πρόσωπό μου κοντά στον προφυλακτήρα και ξαφνικά τα πάντα άλλαζαν.
Τα μάτια μου και τα αυτιά μου έπαιρναν άλλες διαστάσεις. Τα δόντια μου έμοιαζαν τεράστια και λευκά. Τα φρύδια μου σχημάτιζαν μια ατέλειωτη σειρά δεξιά κι αριστερά μου. Και ανάλογα με την απόσταση απ’ τον προφυλακτήρα του αυτοκίνητου, όλα μίκραιναν ή μεγάλωναν ιλιγγιωδώς.
Δε χόρταινα να παρατηρώ τις αλλαγές κάνοντας άπειρες γκριμάτσες για να γίνουν όλα ακόμα πιο εντυπωσιακά.
Ακόμα πιο ονειρεμένα.
Κι όταν ο ήλιος χανόταν και οι μανάδες έβαζαν πάλι τις φωνές να μαζευτούμε στα σπίτια, τότε συνέχιζε το μυαλό μου να φαντάζεται ακόμα πιο κωμικές φιγούρες μπροστά στον ασημί γυαλιστερό και λείο προφυλακτήρα.
«…Πάλι ονειρεύεται αυτό το παιδί μας...»
Ξάπλωνα στο μικρό μου κρεβάτι που για λόγους ζέστης είχε μεταφερθεί στο μικρό μπαλκονάκι της κουζίνας μας και χανόμουν στα μακρινά φώτα της πόλης χαμηλά και στα μικρά λευκά τρεμοπαίζοντα φώτα της Αίγινας, στο βάθος. Αλλά το εξίσου σαγηνευτικό θέαμα, ήταν ένας μακρινός θερινός κινηματογράφος που δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει τι έπαιζε, όμως οι μόνιμες εναλλαγές των χρωμάτων στη λευκή του τεράστια οθόνη, ήταν μια άλλη νυχτερινή μαγεία που καραδοκούσε να πλάσει νέα όνειρα και νέες γκριμάτσες.
Κάποτε έμαθα ότι ήταν ο κινηματογράφος «Εριέττα».
Κι αυτό το όνομα, που έμοιαζε τόσο φοβιστικά γλυκό κι ανατριχιαστικά μακρινό, φούντωνε τα παιδικά μου όνειρα με ιστορίες που συνδύαζαν τον λείο καθρεπτίζοντα προφυλακτήρα με το εύηχο και άδολα ερωτικό όνομα «Σινέ Εριέττα».
Και κάπου εκεί στη θέα του άγνωστου και πολύχρωμου κόσμου, αποκοιμιόμουν.

Οι καλοκαιριάτικες Κυριακές μύριζαν πρέφα, καφέ, και ταψιά με ψητά στον φούρνο. Μύριζαν παιδικές φωνές και γέλια πατεράδων. Είχαν μία γεύση από μεγάλες σελίδες εφημερίδων και μανάδες σε γιορτινά φορέματα.
Είχαν μία γεύση από καθαρά καλοσιδερωμένα ρούχα.
«Τα καλά μας!»
Και μεσημεριανό φαγητό όλοι μαζί.
Μετά, ένα μεσημεριανό ραχάτι με δροσερά φρεσκοπλυμένα σεντόνια.
Ένα απόγευμα που ήλιος έπεφτε πίσω από τους θολούς τρεμάμενους μακρινούς γκρίζους όγκους της Σαλαμίνας, χρυσίζοντας την αττική γη και οι φωνές μας από το κρυφτό και το κυνηγητό έπνιγαν τον δρόμο στη σκόνη. Κάποιος “μεγάλος” ακούστηκε να λέει κάτι για κάποιο πανηγύρι στον Προφήτη Ηλία.
Όχι πολύ μακριά. Εκεί κοντά στο «Τρύπιο κατοστάρι» κάπου εκεί στην «Εριέττα».
Σταμάτησα να τρέχω. Είχε ακουστεί το «Εριέττα».
Παρακάλεσα να με πάρουν μαζί τους.
Ο κύριος Τριανταφυλλάκης θα οδηγούσε. Ο νονός μου και ο πατέρας μου θα επέβαιναν στο πίσω κάθισμα με τα κοντομάνικα διπλωμένα τους πουκάμισα κι εγώ ανάμεσα στα μπράτσα τους που μύριζαν πράσινο σαπούνι και ιδρώτα, έβλεπα διάφορα όργανα να μετρούν χιλιόμετρα και άλλα ακαταλαβίστικα. Η κυρία Τριανταφυλλάκη είχε βγει στον δρόμο και με τα χέρια στη μέση παρακάλεσε και τον κύριο Ηρακλή να κάνει τον κόπο να πάει μαζί τους.
«Κύριε Ηρακλή μας δεν πάτε μαζί με τον άνδρα μου να τον προσέχετε και λίγο; Εσείς ως αυτοκινητιστής θα είστε εξαιρετική βοήθεια, αχρείαστη να ’ναι.»
Ο κύριος Ηρακλής είχε το προσωνύμιο «ο πειρατής» και δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαινε. Θα καταλάβαινα κατά τη διάρκεια εκείνου του απόβραδου ότι είχε κάποιο παράνομο “πειρατικό” αυτοκίνητο που λειτουργούσε ως ταξί.
Άρα και γνώριζε την τέχνη της οδήγησης.
Και η κυρία Τριανταφυλλάκη γύρισε ήσυχη στον δροσερό της κήπο, την ώρα που η μηχανή μούγκρισε τραντάζοντας κάπως λαμαρίνες και επιβάτες.
Ο κύριος Τρυανταφυλλάκης με τη γνωστή κίνηση, έσπρωξε το ψάθινο καπέλο του λίγα εκατοστά πιο πίσω και βγάζοντας το μαντίλι, το τοποθέτησε στην άκρη της κοιλιάς του, εκεί που ακουμπούσε ήδη το τεράστιο μαύρο, στρογγυλό και γυαλιστερό τιμόνι του αυτοκίνητο. Καθώς έστριβε το βολάν αυτό περνούσε από το μαντίλι που ήταν σφηνωμένο πλέον ανάμεσα στη κοιλιά και το τιμόνι.
«Να μην αφήσει μαυράδια στο πουκάμισο!»
Έτσι το δικαιολόγησε και ο κύριος Ηρακλής -περίπου ιδίων διαστάσεων και σωματοτύπου- συμφώνησε, κουνώντας καταφατικά το τεράστιο γυμνό του κεφάλι.
Ένιωσα περιπαιχτικά γελάκια από τους “πίσω”.
Αγνοώντας όμως τους κινδύνους της μη ασφαλούς οδήγησης του οδηγού, παρατηρούσα τα μικρά λαμπάκια στο καντράν και άκουγα μετά προσοχής όσα ο έμπειρος κύριος Ηρακλής, ασταμάτητα επεξηγούσε, στον κατά τα φαινόμενα ατζαμή οδηγό του παλαιού Όπελ.
Έμαθα ότι ήταν ένα Όπελ Ολύμπια του 1960.
Έμαθα ότι «φρενάρουμε πάντα για πεζούς αλλά ποτέ για ζώα».
Έμαθα ότι μπορούσε να τρέξει με 100 χιλιόμετρα την ώρα.
Έμαθα ότι ο κύριος Τριανταφυλλάκης δεν έτρεχε ποτέ γιατί φώναζε η κυρία του.
Έξαλλου δεν είχαν και πού να πάνε. Κάπου πιο μακριά βρε αδελφέ. «Μεγαλώσαμε πια»
Πάλι γελάκια από τους πίσω. Κλείσιμο ματιού. Μικρά σκουντήματα.
Μπαμπάς και νονός στο πίσω κάθισμα μουρμούριζαν μόνιμα μικρές κακίες και χαμογελούσαν μέσα από λεπτά μαύρα μουστάκια, έχοντας τους αγκώνες έξω από τα παράθυρα που άνοιγαν ελαφρώς προς τα πίσω Κάτι σαν φινιστρίνια.
Φτάσαμε κάποτε.
Παρκάραμε εκεί που έπρεπε, ανάμεσα σε άλλα, ίδιου τύπου, αυτοκίνητα.
Πολυκοσμία σε μια τεράστια αλάνα με φώτα πολύχρωμα, πάνω από πάγκους με παιχνίδια και ρούχα.
Μια απόλυτη τσίκνα, από αυτοσχέδιες ψησταριές, ανέβαινε προς το μαβί του ουρανού. Μουσικές ακούγονταν μπερδεμένες, ανακατωμένες.

«Της Λαρίσης το ποτάμι που το λένε Πηνειό, αν τυχόν και δε με θέλεις…»

Χανόμουν σε όλα αυτά κοιτώντας και μυρίζοντας τα πάντα γύρω μου.
Τα χρώματα, οι ήχοι και οι μυρωδιές, ανακατωμένα με τη σκόνη της αλάνας και τον μαύρο όγκο του Υμηττού, να σκουραίνει όσο σκοτείνιαζε και πιο πολύ.
Η Αθήνα κάτω άναβε ένα ένα τα φώτα της.
Κι ο Σαρωνικός γαλαζόμαυρος φέγγιζε από ολόφωτα καράβια.

Και εκεί που δεν το περίμενα, το μάτι μου αναγκάστηκε να δει ένα μπλε φως να ανάβει κάπου πιο έξω από την αλάνα του πανηγυριού.
Πάνω απ’ τη σκόνη και τις τσίκνες της.
Πρώτα μια σειρά μεγάλη. Γαλάζια. Μετά ένα κόκκινο πλαίσιο άρχισε με μικρά σπασίματα να ανάβει. Να γίνεται ένα όμορφο σχήμα που έτρεχε να κάνει γραμμές φωτεινές. Με φως ολάχνιστο.
Τρεμόπαιξε λίγο μέχρι να σταθεί με μεγαλοπρέπεια στα μάτια μου.
Αποσβολώθηκα.
Και μετά, μέσα στα χρώματα να εμφανίζονται με αυθάδεια ένα ένα τα γράμματα …
«Σινέ Εριέττα».
Έκανε ένα σαν “τσαφ”… Κι έμεινε εκεί γραμμένο.
Ολόφωτο σαν φεγγάρι τον Αύγουστο.
Έμεινα νιώθοντας μια ανατριχίλα να περνά όλη μου την πλάτη.
Με τράβηξε το χέρι του πατέρα μου… «Περπάτα… Τι έπαθες;»
«Α, ναι… Είναι κινηματογράφος… Η Εριέττα.»
Κι άρχισαν να μιλούν για την Εριέττα. Γελώντας και κοιτάζοντας αδιάφορα τους πανηγυρτζήδες…
Με τραβούσε και γύριζα το κεφάλι προς τα πίσω να δω πάλι τα κατακόκκινα γράμματα, να ρουφήξω τα σχέδια, τα σχήματα και το πανέμορφο όνομα ανάμεσα τους… Εριέττα…
«Αυτός που το έγραψαν και οι εφημερίδες δεν την έχει;»
Ένας ρωτούσε αόριστα και κάποιος απαντούσε με μισά λόγια…
Ανέλαβε ο κύριος Ηρακλής, ο “κοσμογυρισμένος”, να απαντήσει.
Τα αυτιά μου είχαν γίνει κεραίες. Με τραβούσε η ιδρωμένη παλάμη του πατέρα μου στην καρδιά της ιστορίας.
«Ναι, ήταν κόρη του. Μονάκριβη και πανέμορφη… Έτσι λεγανε όλοι… Δεν ξέρω κιόλας.»
«Και;»
«Ε και τι και… Την έκλεψε ένας γαμπρός, ένας μόρτης.»
Πέσαν κάτι ξερά γέλια
«Ο μόρτης, ε;»
«Κι έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε να την πάρει πίσω… Αλλά πού αυτή!! Έρως, κύριε, έρως.»
«Ναι… Την είχε δαγκώσει τη λαμαρίνα…»
Κι εσκάγανε πάλι στα γέλια όλοι μαζί.
«Δεν την έδινε ο γέρος, ε;»
«Δεν την έδινε ναι… Και το έσκασε με τον μόρτη κάποιο βράδυ κι έπεσε να πεθάνει ο πατέρας της.»
Βγαίναμε σιγά σιγά απ’ την πολυκοσμία… Σκοτάδι πια. Πλησιάζαμε στο αυτοκίνητο.
Είπα να ρωτήσω… «Και τι εγινε μετά με την Εριέττα;»
Τρανταχτήκαν στα γέλια. Λαμπύριζαν στο σκοτάδι τα δόντια τους, τα μαλλιά τους και τα καλογυαλισμένα παπούτσια του κυρίου Τριανταφυλλάκη.
Με κοίταζαν με ένα ύφος υπεροψίας.
Όμως αν και η απάντηση δεν ήταν για μένα, ανέλαβε ο κύριος Ηρακλής να κλείσει το θέμα μιλώντας προς τους άντρες της παρέας.
«Την έψαχνε χρόνια και κάποτε έμαθε ότι είχε πεθάνει ο μόρτης, σε ατύχημα, κι αυτή ντρεπόταν να γυρίσει πίσω. Είχε κι ένα μωρό… Πήγε ο πατέρας, τη βρήκε, τα είπαν, κλάψανε μαζί και την έφερε πίσω.»
«Τι λες; Τη συγχώρησε;»
«Ε μα τι θα έκανε λες εσύ… Είχε γεράσει κιόλας. Τώρα αυτή είναι στο ταμείο του σινεμά...»
«Να προσέχουμε όσοι έχουμε κόρες…»
Και έσκασαν πάλι στα γέλια.
Στριμωχτήκαμε πάλι μέσα στο ζεστό αυτοκίνητο ανοίγοντας παράθυρα και περιμένοντας να φυσήξει.
Το καπέλο, το μαντίλι, το τιμόνι, η κοιλιά… Όλα ξανά απ’ την αρχή.
Γύρισε το κλειδί. Άναψαν τα φώτα. Φάνηκε πάλι η σκόνη μέσα απ’ τα φώτα σαν σήραγγα.
Ακούστηκε το γκάζι να δυναμώνει αλλά το αυτοκίνητο δεν ξεκολλούσε απ’ τη θέση του. Κοιταχτήκαν όλοι μεταξύ τους.
Επέμενε ο κύριος Ηρακλής.
«Βάζουμε την πρώτη και μαλακά αφήνουμε το αμπραγιάζ δίνοντας γκαζάκι… Ναι;»
«Αυτό κάνω.» επέμενε ο οδηγός.
Ακούστηκε πάλι το γκάζι να δυναμώνει. Πιο πολύ, ακόμα πιο πολύ. Τα φώτα μπροστά έδειχναν δύο γραμμές της σκόνης να μοιάζουν με τροχιοδεικτικά μέσα στο σκοτάδι αλλά το αμάξι δεν ξεκολλούσε απ’ τη θέση του.
Έπεσαν πάλι οι στροφές. Άλλη μία προσπάθεια.
«Δε μπορεί… Μα γιατί τώρα;»
Η μηχανή του Όπελ βρυχήθηκε. Κάτι πήγε να κινηθεί προς τα εμπρός αλλά με τράνταγμα και κρότο όλα ηρέμησαν ξανά. Έμειναν τα φώτα αναμμένα και τα πικρά σχόλια του πατέρα μου και του νονού μου.
Μουρμούριζε μέσα απ’ τα μουστάκια του περιπαικτικά αλλά χαμηλόφωνα…
«Έλα Ταρζάν… Δώσε άλλη μία…»
Ο κάθιδρος κύριος Τριανταφυλλάκης επανέλαβε τη διαδικασία παραγωγής σκόνης, θορύβου και τρανταγμάτων αλλά και πάλι δε μπόρεσε να ξεκινήσει.
Άνοιξαν οι πόρτες.
Μύριζε σκόνη και κάτι καμμένο.
Βγήκαν οι άντρες να δουν, να σπρώξουν, κάτι να κάνουν.
Μόνο ο νονός μου ανασήκωνε τα ήδη γυρισμένα μανίκια του κοντομάνικου και κλείνοντας το μάτι στον πατέρα μου έλεγε: «Έλα Ταρζάν… Πάμε Ταρζάν…»
Αποφάσισαν να πάνε πίσω να το σπρώξουν με τα χέρια.
Και εκεί ανακάλυψαν την αιτία της στασιμότητας του “Ταρζάν”.
«Μι Τάρζαν, γιου Τζέην» είπε ο νονός μου γελώντας.
Ο πανέμορφος γυαλιστερός αγαπημένος μου προφυλακτήρας είχε μπλεχτεί με τον αντίστοιχο ενός άλλου αυτοκινήτου που ήταν πίσω μας.
Και ο κύριος Τριανταφυλλάκης έσερνε στη προσπάθεια του εκτός από εμάς και το πίσω αυτοκίνητο προσπαθώντας να ξεκινήσει.
Οι δυο προφυλαχτήρες σφιχταγκαλιασμένοι και σκονισμένοι παρέμεναν λείοι αλλά ελαφρώς τσαλακωμένοι.
Πιάσαν δουλειά τα μπράτσα να τους ξεμπλέξουν. Να απελευθερωθούν.
Κουνήθηκαν τα σώματα των αυτοκινήτων δεξιά αριστερά.
Η σκόνη κόλλησε στα μέτωπα. Παλάμες μουτζουρώθηκαν.
Το μαντίλι του κύριου Τριανταφυλλάκη έσταζε πια σαν βρεγμένο από βροχή.
Γύρισε το κλειδί. Άνοιξαν τα παράθυρα.
Τα φώτα αναπηδούσαν σε πεζοδρόμια κι ανθρώπους.
Έστρεψα το βλέμμα μου προς τα πίσω. Μέσα απ’ το μικρό οβάλ παράθυρο πίσω απ’ τα καθίσματα είδα τα μπλε και κόκκινα παραλληλόγραμμα του «Σινέ Εριέττα» να απομακρύνονται.
Απλώνονταν χαμογέλα μέσα στον “Ταρζάν” και μια ευωδιά από πευκοβελόνες.
Και εκείνη θα ήταν στο ταμείο.

Μπορεί να την έβλεπα, από το μικρό μου κρεβάτι στο μπαλκονάκι της κουζίνας μας, να κόβει εισιτήρια, να τακτοποιεί τα καθίσματα, να κλείνει τα φώτα στο τέλος της προβολής.
Μπορεί να την είδα και κάποιες άλλες φορές, αφηρημένος μπροστά στον παραμορφωτικό, λείο και αστραφτερό προφυλακτήρα του “Ταρζάν” να με κοιτάζει από πίσω, όρθια, ντυμένη σε ολόλευκα, με απλωμένο το χέρι.
Είχε ένα όμορφο χαμόγελο και λυπημένα μάτια.
Μπορεί και να τα φαντάστηκα όλα αυτά.

_

γράφει ο Φώτης Λούκας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    Ιστορίες της γειτονιάς.Μιας άλλης εποχής.Πιο ανθρώπινης.Πιο ανέμελης.Που δεν γίνεται να επαναληφθεί.Γιατί άλλαξαν οι συνήθειες, άλλαξαν οι καιροί,άλλαξαν οι συνθήκες, άλλαξαν οι άνθρωποι.Και μόνο στη φαντασία μπορούν να κυκλοφορούν τέτοιες ιστορίες.Αν διασώζεται κι αυτή.

    Απάντηση
  2. Χάρης Αγγελογιάννης

    Ιστορίες της γειτονιάς.Μιας άλλης εποχής.Πιο ανθρώπινης.Πιο ανέμελης.Που δεν γίνεται να επαναληφθεί.Γιατί άλλαξαν οι συνήθειες,άλλαξαν οι καιροί,άλλαξαν οι συνθήκες,άλλαξαν οι άνθρωποι.Και μόνο στη φαντασία μπορούν να κυκλοφορούν τέτοιες ιστορίες.Αν διασώζεται κι αυτή.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!