Πάρε τα χείλη σου απ' τα δικά μου
δυσεύρετο πάθος μου και μύρο των ανθών
σε βράδια των ψιθύρων που σμίλευαν το νοτιά
κρύψε των ματιών σου τη δάκρινη θωριά.

Το σώμα σου χώρισε απ' το δικό μου
ο δισταγμός του ανομολόγητου να υποταχθεί
οι κρυμμένοι πόθοι αντιμάχονται της έλξης
εύθραυστη η σιωπή και οι στιγμές αιμοσταγείς.

Θαλασσινός ανθός ο ταξιδευτής ο χρόνος
άελλες ξόδεψαν τις προσδοκίες του τις κρυφές
κεντήστρες μέλισσες στο μένος εθισμένες
στιγμές του αποχωρισμού με δέος εντρυφούνε.

Τα χέρια άσε μου την επιορκία μέσα τους κρύβω
έναυσμα το πύρωμα της αμνήμων αστροφεγγιάς
και πώς να αποχωριστώ αυτό το θαύμα
που κρύβω μέσα στη νάρκη της καρδιάς.

_

γράφει η Βίκυ Δρακουλαράκου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!