Select Page

Ο εφιάλτης του Μπρίστολ

Ο εφιάλτης του Μπρίστολ

 

Ήταν φθινόπωρο του 1819 όταν ο κ. Άρθουρ και η γυναίκα του η κα. Ρόζι αποφάσισαν να πάρουν το μοναχοπαίδι τους, τον Μπρους και να μετακομίσουν από το δυτικό Λονδίνο σε ένα παλιό αγρόκτημα λίγες ώρες μακριά από το Μπρίστολ. Η κατάσταση στην πόλη δυσαρεστούσε την οικογένεια των Γουίλσον. Τα εργοστάσια είχαν μπει για τα καλά στην καθημερινότητά τους, οι συνθήκες εργασίας ήταν άθλιες και οι αποδοχές των εργατών μειώνονταν συνεχώς, από το 1815 και εφεξής.
 
Ο κ. Άρθουρ είχε μιλήσει με τον ιδιοκτήτη του αγροκτήματος τον κ. Μπράντι τον κουτσό.

-Μα σου έχω πει, δεν έχω πάει ποτέ στο Μπρίστολ ούτε σε αυτό το μέρος, είμαι απλώς αυτός που το πουλάει, είπε ο Μπράντι και συνέχισε. Η γυναίκα μου είχε έναν μακρινό θείο, τον Βέρνον, από τη μεριά του πατέρα της ο οποίος νοίκιαζε το συγκεκριμένο αγρόκτημα σε διάφορες οικογένειες. Αλλά όσοι έμεναν σε εκείνο το σπίτι του αγροκτήματος κοιμόντουσαν και δεν ξυπνούσαν ποτέ ξανά. Έτσι, κανείς δεν ενδιαφερόταν να μείνει εκεί. Ο θείος πέθανε, όπως και ο πατέρας της γυναίκας μου. Τώρα πια εμείς αποφασίζουμε για το σπίτι και επειδή δεν με ενδιαφέρει να μείνω ποτέ εκεί το πουλάω. Αλλά ακόμη ενδιαφέρεσαι να το αγοράσεις; Δεν φοβάσαι;

-Όλα αυτά είναι δεισιδαιμονίες, είπε ο κ. Άρθουρ αγριεμένα. Δεν ξυπνούσαν και κουραφέξαλα! Εμένα με ενδιαφέρει να φύγω από αυτό το χάος όσο γίνεται πιο γρήγορα και να ζήσω ήσυχα με την οικογένειά μου μακριά από κάθε λογής εργοστάσια.

-Εγώ πάντως σε προειδοποίησα, αποκρίθηκε ο Μπράντι. Και οι τέσσερις οικογένειες που έμειναν εκεί είναι τώρα θαμμένες σε ένα νεκροταφείο κοντά στο αγρόκτημα. Αν θες πάνε δες και μόνος σου!

-Άσε αυτά και πες μου πότε μπορώ να μετακομίσω, είπε ο κ. Άρθουρ.

-Από τον άλλο μήνα, απάντησε ο Μπράντι. Έχω στείλει εργάτες να το επισκευάσουν εξωτερικά, διότι είναι παλιό σπίτι και δεν έχει μείνει κανείς εδώ και σαράντα χρόνια!

-Ωραία τότε. Όσο για τα χρήματα τα έχουμε κανονίσει, με το που ξεκινήσω από εδώ θα σου τα δώσω στο χέρι και θα υπογράψουμε τα συμβόλαια. Να έχεις μία καλή μέρα.

-Και εσύ το ίδιο, απάντησε ο Μπράντι.

Έτσι, η συμφωνία έκλεισε και η οικογένεια Γουίλσον άρχισε να ετοιμάζεται. Στις αρχές του επόμενου μήνα ήρθε μία ειδοποίηση που έλεγε πως όλα είναι έτοιμα και πως μπορούν να μετακομίσουν. Ο κ. Άρθουρ έδωσε τα χρήματα στον Μπράντι, υπέγραψαν τα συμβόλαια και παίρνοντας ένα κάρο ξεκίνησε με την γυναίκα του και το παιδί του για το Μπρίστολ. Όταν έφτασαν στο αγρόκτημα το φθινόπωρο είχε φτάσει στο ζενίθ του.
 
Πάνω σε έναν μικρό λόφο ήταν χτισμένο το περίφημο αγρόκτημα. Μία μεγάλη αυλή απλωνόταν μπροστά τους γεμάτη με τα κιτρινισμένα φύλλα των δέντρων. Το αγρόκτημα είχε πολύ καλή περίφραξη από μεγάλα ξύλα βελανιδιάς σε συνδυασμό με τους ψηλούς πράσινους θάμνους. Γύρω απλωνόταν ένα δάσος με ψηλά κωνοφόρα δέντρα που τώρα ήταν βυθισμένα στη ομίχλη και μέσα σε αυτό υπήρχε ένα μικρό ρυάκι που κατέβαινε πέρα από τον λόφο και κυλούσε ανάμεσα από μικρές γκρίζες πέτρες γεμάτες βρύα.
 
Οι τρεις τους πέρασαν από την αυλόπορτα μόλις το φεγγάρι είχε εμφανιστεί ανάμεσα από τα σκοτεινά σύννεφα, ρίχνοντας ένα χλωμό μπλε φως στην γύρω κοιλάδα. Προχώρησαν ανάμεσα από τα ξεραμένα φύλλα ακολουθώντας με τα βίας ένα φιδογυριστό μονοπάτι που οδηγούσε στα μαρμάρινα σκαλιά του σπιτιού. Στην κορυφή των σκαλοπατιών υπήρχε μία μεγάλη πόρτα φτιαγμένη από ξύλο καστανιάς με σφυρήλατα μεταλλικά μέρη. Ήταν η πόρτα του διώροφου σπιτιού. Στα δεξιά του βρισκόταν μία μεγάλη αποθήκη και στα αριστερά μία σιδερένια πόρτα που βρισκόταν στο έδαφος. Μάλλον θα οδηγούσε στο υπόγειο, σκέφτηκαν.
 
Ο κ. Άρθουρ έβαλε το κλειδί στη πόρτα και το γύρισε δύο φορές. Ένα μεγάλο ‘‘Κρακ’’ ακούστηκε και η πόρτα άνοιξε τρίζοντας. Μπροστά τους εμφανίστηκε μία μεγάλη πλατιά ξύλινη σκάλα που στριφογύριζε και ανέβαινε σταθερά στον δεύτερο όροφο. Στα πλάγια υπήρχε σκοτάδι. Η κα. Ρόζι άναψε έναν δαυλό και προχώρησε αριστερά. Παρατήρησε πως όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά. Ο μικρός Μπρους άναψε κάποια κεριά και τότε κατάλαβαν πως βρισκόντουσαν στην κουζίνα. Στο κέντρο του χώρου υπήρχε ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι και πάνω σε αυτό ήταν ακουμπισμένο ένα γράμμα. Η κα. Ρόζι το άνοιξε. Ήταν ένα παλιό λεκιασμένο χαρτί που έγραφε με περίεργα γράμματα ‘‘Καλώς ορίσατε’’.

-Ποιός το έγραψε αυτό μπαμπά; ρώτησε ο μικρός Μπρους.

-Ο Μπράντι μάλλον ή οι εργάτες, απάντησε εκείνος. Μόνο που ο κ. Άρθουρ δεν παρατήρησε πως γραφικός χαρακτήρας ήταν εντελώς διαφορετικός από του κ. Μπράντι και πως οι εργάτες επισκεύαζαν το σπίτι εξωτερικά και δε είχαν κλειδιά για να μπουν μέσα. Από την άλλη το μήνυμα δεν ήταν γραμμένο από μελάνι αλλά από κάτι που δεν μπορούσαν να το καταλάβουν.

Ο κ. Άρθουρ που είχε σταθεί στην πόρτα πήρε τον δαυλό και προχώρησε δεξιά. Βρισκόταν στο σαλόνι. Δύο μεγάλοι μεταξένιοι κόκκινοι καναπέδες υπήρχαν εκεί και ανάμεσά τους ένα μικρό τραπέζι σκαλισμένο με περίεργα σχήματα. Στον τοίχο αριστερά του υπήρχε ένας τεράστιος καθρέφτης και στα δεξιά μία μεγάλη βιβλιοθήκη, ενώ στο ταβάνι υπήρχε ένας μεγάλος πολυέλαιος. Προχώρησε στο βάθος και βρέθηκε μπροστά από ένα σκοτεινό τζάκι και εκεί ήταν που παραξενεύτηκε. Φαινόταν πως υπήρχαν καμμένα ξύλα περίπου δύο ημερών. Πάνω από αυτό υπήρχαν τέσσερα κάδρα που αναπαριστούσαν τέσσερις οικογένειες. Τα πρόσωπα τους ήταν σκοτεινά και τον κοιτούσαν επίμονα. Κάτω από αυτά υπήρχε άδειος χώρος για ακόμη μία κορνίζα.

-Μάλλον θα μπορούμε να βάλουμε και εμείς μία δικιά μας κορνίζα, ακούστηκε μία φωνή και ο κ. Άρθουρ γύρισε τρομαγμένα. Ήταν ο μικρός Μπρους.

-Ναι μάλλον, είπε σκεπτικά εκείνος. Που είναι η μητέρα σου;

-Πήγε να ρίξει μία ματιά στον επάνω όροφο.

-Ας ξεκουραστούμε λίγο στο σαλόνι μέχρι να κατεβεί, συνέχισε ο κ. Άρθουρ.

Άναψαν κάποιες λάμπες λαδιού και μερικά κεριά και έκατσαν δίπλα στο τζάκι. Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν η κα. Ρόζι κατέβηκε και τους βρήκε έτοιμους να κοιμηθούν.

-Έλα λοιπόν, είπε αυτή. Δεν είναι ώρα για να κοιμόμαστε. Θα ετοιμάσω το βραδινό και εσείς θα πάτε να δείτε το υπόλοιπο σπίτι. Άντε σηκωθείτε!
 
Και έτσι και έγινε. Η κα. Ρόζι πήγε στην κουζίνα και άρχισε να ετοιμάζει το φαγητό και ο Μπρους με τον πατέρα του αφού έβαλαν φωτιά στο τζάκι ανέβηκαν να δουν τον επάνω όροφο. Τα σκαλιά δεν έκαναν πολύ θόρυβο εκτός από δύο σημεία στην βάση. Αυτά περνούσαν μπροστά από ένα μεγάλο παράθυρο, το οποίο έβλεπε στην πίσω μεριά του αγροκτήματος. Ο κ. Άρθουρ έριξε μια ματιά και είδε πως το αγρόκτημα ήταν αρκετά μεγάλο και είχε χώρο για πολλά ζώα, αλλά και για έναν αξιοπρεπή κήπο. Από αυτήν την μεριά ο φράχτης ήταν πιο ψηλός, καθώς υπήρχαν μεγάλα έλατα και πολύ θάμνοι. Κάπου εκεί η γη άρχιζε να ανηφορίζει απότομα τον γυμνό λόφο που τώρα φωτιζόταν από το χλωμό φεγγάρι. Στην κορυφή του γυμνού λόφου ο κ. Άρθουρ παρατήρησε πως υπήρχαν κάποιοι τάφοι. Κοίταξε με προσοχή αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πόσοι ήταν.

-Πόσοι να είναι; ψιθύρισε στον εαυτό του.

-Τέσσερις βλέπω εγώ, είπε ο Μπρους που κατάλαβε γιατί μιλούσε ο πατέρας του και συνέχισε. Πολύ περίεργο μέρος, με φοβίζει μπαμπά!

-Θα δεις που όσο θα περνά ο καιρός θα το ξεπεράσεις αυτό, είπε ο κ. Άρθουρ. Δεν έχεις κανένα λόγο να φοβάσαι. Προχώρα να δούμε το υπόλοιπο σπίτι.

Ανέβηκαν κάποια σκαλοπάτια και ο κ. Άρθουρ γύρισε το βλέμμα του πάλι στην κορυφή του λόφου και στα νεκροταφεία. Από μέσα του άρχισε να φοβάται για αυτά που του έλεγε ο κ. Μπράντι ο κουτσός. Φυσικά δεν είχε μιλήσει για αυτό ούτε στην γυναίκα του, ούτε στον γιο του.

 Όταν έφτασαν επάνω βρέθηκαν σε έναν διάδρομο που αριστερά και δεξιά υπήρχαν πολλά κάδρα. Κάποια απεικόνιζαν τοπία, άλλα ζώα και άλλα κάποια βλοσυρά πρόσωπα αντρών που στον ώμο τους είχαν όλοι το ένα παράξενο πουλί. Ήταν μία κουκουβάγια που τα μάτια της ήταν μεγάλα και κίτρινα και από ότι φαινόταν ήταν η ίδια σε όλα τα κάδρα.

Στο βάθος υπήρχαν τρεις πόρτες. Η μεσαία ήταν της κρεβατοκάμαρας που έβλεπε στα πλάγια του σπιτιού, στην ανατολή. Η αριστερή ήταν το υπνοδωμάτιο του μικρού Μπρους. Το δωμάτιό του έβλεπε την αυλόπορτα και το δάσος γύρο από το σπίτι. Τέλος, η δεξιά πόρτα ήταν το μπάνιο που είχε ένα μικρό παράθυρο ψηλά.

Αφού είδαν τον επάνω όροφο πήγαν να ελέγξουν την αποθήκη και την σιδερένια πόρτα έξω από το σπίτι. Η αποθήκη ήταν και αυτή μεγάλη αλλά άδεια. Παρόλα αυτά, είχε χώρο για τουλάχιστον έξι άλογα και για πολλά άλλα ζώα. Οι δυο τους συνέχισαν για την σιδερένια πόρτα που βρισκόταν στο έδαφος σαν καμιά καταπακτή. Για μεγάλη τους έκπληξη κανένα από τα κλειδιά που τους είχε δώσει ο κ. Μπράντι δεν άνοιγαν την πόρτα.

-Πολύ περίεργο, είπε ο κ. Άρθουρ. Η είναι χαλασμένη η κλειδαρότρυπα ή ο Μπράντι εκτός από κουτσός είναι και ξεχασιάρης. Θα του στείλω αύριο γράμμα.

Τότε ακούστηκε η φωνή της κα. Ρόζι.

-Άρθουρ! Μπρους! Ελάτε το φαγητό είναι έτοιμο.
 
Το τραπέζι είχε μία μεγάλη σαλάτα εποχής, μία πίτα από τα χέρια της κα. Ρόζι, ένα κοτόπουλο ψημένο στον φούρνο και για επιδόρπιο ένα σοκολατένιο κέικ. Και οι τρεις το ευχαριστήθηκαν με την ψυχή τους το γεύμα και αφού συζήτησαν και συμμάζεψαν ανέβηκαν να κοιμηθούν.

-Καληνύχτα μαμά, καληνύχτα μπαμπά, είπε ο Μπρους. Και εκείνοι τον φίλησαν και πήγαν για ύπνο. Η κούραση ήταν μεγάλη, με το που ξάπλωσαν ο ύπνος τους πήρε για τα καλά.
 
Ο Μπρους κατάλαβε πως είχε ξεκουραστεί εντελώς. Χουζούρεψε λίγο και σηκώθηκε να πάει να φάει όλος όρεξη. Το πρωινό έφτασε και ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά. Το δωμάτιό του ήταν ηλιόλουστο και μία μυρουδιά από φρέσκια πίτα του ερχόταν στην μύτη. Άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στον διάδρομο. Για μια στιγμή στάθηκε και κοιτούσε τα κάδρα τα οποία ήταν όλα βαμμένα μαύρα εκτός από την κουκουβάγια. Ο Μπρους δεν έδωσε σημασία για κάποιο λόγο και κατέβηκε τα σκαλιά τόσο γρήγορα που του φάνηκε πως δεν τα είχε ανεβεί ποτέ... Πήγε αμέσως στην κουζίνα και βρήκε την μητέρα του να μαγειρεύει.

-Καλημέρα μαμά, είπε ο Μπρους. Του φάνηκε όμως πως η φωνή του αντηχούσε λες και βρισκόταν σε καμιά κοιλάδα.

-Καλημέρα παιδί μου, είπε η κα. Ρόζι.
 
Ο Μπρους είδε πως στο χέρι της κρατούσε ένα μεγάλο σφυρί. Κοιτάχτηκαν για λίγο και  άρχισαν να γελάνε χωρίς λόγο. Ο Μπρους είχε πέσει στο πάτωμα και χτυπιόταν, ενώ η κα. Ρόζι είχε σταματήσει να γελά και άρχισε να κλαίει.

-Η πίτα μου έχει σπάσει την μύτη, είπε ο Μπρους που είχε σηκωθεί τώρα. Τι πίτα κάνεις μαμά;

-Δεν κάνω πίτα, αλλά λαχταριστά σνίτσελ σκύλου, απάντησε εκείνη και του χαμογέλασε.

Ο Μπρους άρχισε να φοβάται για έναν περίεργο λόγο, αν και ήταν τρισευτυχισμένος.

-Και τότε τι μου μυρίζει σαν πίτα;

-Μάλλον τα φασολάκια που σου φτιάχνω για πρωινό, είπε εκείνη και του γύρισε την πλάτη θυμωμένη.

-Ο μπαμπάς που είναι; ρώτησε ο Μπρους.

-Αααα πάνε να τον βρεις, πήγε στο δάσος να παίξει με τους λύκους, απάντησε η κα. Ρόζι.
 
 Ο Μπρους πήδηξε αμέσως και κάνοντας δύο κωλοτούμπες βγήκε από την πόρτα κατέβηκε τα σκαλιά και είδε πως η σιδερένια πόρτα-καταπακτή ήταν ανοιχτή και υπήρχε απόλυτο σκοτάδι που τον τύφλωνε λες και ο ήλιος είχε έρθει αυτοπροσώπως μπροστά του. Δεν έδωσε σημασία και συνέχισε. Αν και ήταν μία ηλιόλουστη μέρα υπήρχε πολύ σκοτάδι. Ο μικρός βγήκε χοροπηδώντας από την χαρά του από την αυλόπορτα και πήγε κατά το δάσος φωνάζοντας: «Βέρνον! Βέρνον, που είσαι;». Το ποιος ήταν ο Βέρνον δεν το γνώριζε ο Μπρους.

Δεν προχώρησε πολύ στο δάσος όταν κατάλαβε πως είχε χαθεί. Ένα αίσθημα φόβου τον κυρίεψε και άρχισε να γελάει. Ξαφνικά σταμάτησε και είπε στον εαυτό του «Όχι δεν πεινάω». Τότε  άρχισε να τρέχει στο πουθενά. Ουρλιαχτά λύκων άκουγε παντού γύρω του. Και τότε ήταν που άρχισε να κολυμπάει στο ποτάμι. Έβλεπε τον εαυτό του να πηγαίνει προς τα πίσω ενώ κολυμπούσε προς τα μπροστά. Τότε ήταν που ένα χέρι βρέθηκε μπροστά του. Το άρπαξε και εκείνο τον έβγαλε έξω από το νερό. Ένα πολύ γερασμένο πρόσωπο τον κοιτούσε και γελούσε χωρίς να ανοίγει το στόμα του. Το μισό του πρόσωπο ήταν χωρίς δέρμα, όταν μία κουκουβάγια εμφανίστηκε στον ώμο του. Είχε μεγάλα κίτρινα μάτια και τον κοιτούσε επίμονα. Ο Μπρους ένιωσε να τον λούζει κρύος ιδρώτας.

Ο γέρος γύρισε αργά την πλάτη του και έσκυψε να πάρει κάτι. Όταν σηκώθηκε κρατούσε στα χέρια του ένα μικρό κλειδί και μία κορνίζα. Έκανε την κίνηση να του τα δώσει, αλλά ο Μπρους φώναξε και πισωπάτησε. Τότε η μεγάλη κουκουβάγια του όρμησε και...

Ο Μπρους σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι του καταϊδρωμένος και λαχανιασμένος. Πέρασαν λίγα λεπτά μέχρι να ηρεμήσει. Ύστερα ξάπλωσε λίγο να χουζουρέψει. Όταν κατάλαβε ότι πεινούσε σηκώθηκε από το κρεβάτι του και παρατήρησε το δωμάτιό του. Το δωμάτιό του ήταν ηλιόλουστο και μία μυρουδιά από φρέσκια πίτα του ερχόταν στην μύτη. Άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στον διάδρομο. Για μια στιγμή στάθηκε και κοιτούσε τα κάδρα τα οποία ήταν όλα βαμμένα μαύρα εκτός από την κουκουβάγια. Ο Μπρους δεν έδωσε σημασία για κάποιο λόγο και κατέβηκε τα σκαλιά τόσο γρήγορα που του φάνηκε πως δεν τα είχε ανεβεί ποτέ... Πήγε αμέσως στην κουζίνα και βρήκε την μητέρα του να μαγειρεύει.

-Καλημέρα μαμά, είπε ο Μπρους. Του φάνηκε όμως πως η φωνή του αντηχούσε λες και βρισκόταν σε καμιά κοιλάδα.

-Καλημέρα παιδί μου, είπε η κα. Ρόζι.

Ο Μπρους είδε πως στο χέρι της κρατούσε ένα μεγάλο σφυρί. Κοιτάχτηκαν για λίγο και  άρχισαν να γελάνε χωρίς λόγο. Ο Μπρους είχε πέσει στο πάτωμα και χτυπιόταν, ενώ η κα. Ρόζι είχε σταματήσει να γελά και άρχισε να κλαίει.

-Η πίτα μου έχει σπάσει την μύτη, είπε ο Μπρους που είχε σηκωθεί τώρα. Τι πίτα κάνεις μαμά;

-Δεν κάνω πίτα, αλλά  λαχταριστά σνίτσελ σκύλου, απάντησε εκείνη και του χαμογέλασε.

Ο Μπρους άρχισε να φοβάται για έναν περίεργο λόγο, αν και ήταν τρισευτυχισμένος…

Η οικογένεια των Γουίλσον βρέθηκε νεκρή στο σπίτι ύστερα από έναν μήνα, όταν ο κ. Μπράντι είχε πάει να τους επισκεφτεί. Τους βρήκε ξαπλωμένους στα κρεβάτια τους χωρίς να δείχνουν κανένα σημείο ζωής. Ο κ. Μπράντι αν και έψαξε το σπίτι δεν βρήκε τίποτα, εκτός από το κάδρο της οικογένειας που είχε τοποθετηθεί πάνω από το τζάκι, δίπλα στα άλλα τέσσαρα κάδρα των προηγούμενων οικογενειών του σπιτιού. Τώρα η οικογένεια των Γουίλσον είναι θαμμένη στο νεκροταφείο πάνω στον λόφο και το σπίτι του αγροκτήματος έχει ερημωθεί εντελώς και κανείς δεν έχει μείνει σε αυτό από τότε...

 

_

γράφει ο Βασίλης Δεληγιάννης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χριστίνα Παπαβασιλείου

Γεννήθηκα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, όμως οι συγκυρίες με έφεραν στη ζεστή Λάρισα. Με τα χρόνια την αγάπησα και αυτήν. Τελευταία, οι γύρω μου λένε πως μεγάλωσα, δεν είμαι πια παιδί. Τους αγνοώ και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Μια νύχτα με βροχή στάθηκε η αφετηρία για να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες τέτοιες νύχτες -ενίοτε και μέρες- που οι σκέψεις μου αποτυπώνονταν στο χαρτί. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Ως τότε, θα συνεχίσω να χορεύω στο ρυθμό της ζωής...

2 Σχόλια

  1. Corvus Corax

    Είναι μάλλον αδύνατο να μη λάβουμε υπόψη ότι αυτό εδώ το σύντομο διήγημα πατάει και με τα δυο πόδια στη λογοτεχνική παράδοση του γοτθικού ρομαντισμού, στην παράδοση του φόβου και του τρόμου. Το φάντασμα του Έντγαρ Άλαν Πόε – του μεγάλου αμερικανού λογοτέχνη- ίπταται ανάμεσα στις λέξεις και τις γραμμές που το στοιχειοθετούν.

    Σε αυτό λοιπόν το σύντομο διήγημα ο συγγραφέας επέλεξε να σταθεί πιστός στην Poe-ική αρχή: να οδηγεί τον αναγνώστη κλιμακωτά, μέσα από τη μεθοδική συναρμογή όλων των στοιχείων της αφήγησης να βιώσει το θριλερικό ρίγος, μέθοδος που είναι εφικτή σε διηγήματα μικρά και σύντομα, σ’ εκείνα που διαβάζονται στην καθισιά, με μια ανάσα.

    Κάθε λέξη και κάθε εικόνα έχουν στόχο να επιφέρουν τον τρόμο και την αγωνία στην ψυχή του αναγνώστη. Τα αριστοκρατικά κατάλοιπα της επαρχιακής Αγγλίας, το θολό και ομιχλώδες τοπίο, οι εναπομείνασες σκοτεινές γωνιές του προβιομηχανικού κόσμου, ένας κόσμος εξόριστος και φθίνων, όλα αυτά προοικονομούν την παρουσία του κακού και τις φρικώδεις μεταμφιέσεις της παραφροσύνης και του θανάτου. Ο αλλόκοτος τόνος, το καλαίσθητο ύφος της μελαγχολίας, το περίκλειστο περιβάλλον, τα παράδοξα συμβάντα, το απροσδόκητο αίσθημα ντε-ζαβού, η λαβυρινθώδης, παλινδρομική επανάληψη του νου υποσκάπτουν τα θεμέλια του ορθολογισμού και της διάνοιας. Η διαίσθηση μας προειδοποιεί ότι εδώ η παραφροσύνη καραδοκεί σε κάθε γωνιά, εδώ είναι η ζοφερή επικράτεια του φόβου. Όποιος επιλέξει να την αμφισβητήσει θα γευτεί μια πρωτόγονη εμπειρία τρόμου.

    Είναι ευχής έργον ότι συγγραφείς των ημερών μας επιμένουν – σε πείσμα των καιρών- σε τούτη εδώ τη λογοτεχνική επιλογή παρά τον ίλιγγο και τις περιδινήσεις της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας και καλούν τον αναγνώστη στο θολό τοπίο του σκοτεινού αλλά ελκυστικού ρομαντισμού.

    Είναι πολύ αισιόδοξο να παρατηρεί κανείς τα δοκιμαστικά βήματα τολμηρών συγγραφέων στην εύφορη κοιλάδα του φανταστικού.

    Απάντηση
    • Βασίλης Δεληγιάννης

      Σας ευχαριστώ πολύ!Με τιμά ιδιαιτέρως!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!