ΜΑΝΑ: «Κάθισε γιε μου, κάθισε εδώ κοντά, σιμά μου
ν' ακούσεις χτύπους δυνατούς, που κάνει η καρδιά μου.
Χτυπά γιατί αγωνιά, τρέμει κι αναστοράται
τον όμορφο τον κόσμο μου που χάνεται θυμάται.
Θυμάται που 'χε όνειρα για σένα  χίλια πλάσει
πως θα 'ναι όλα όμορφα για τα παιδιά στην πλάση.
Θυμάται π' αγωνίζονταν  ολημερίς της μέρας
να φέρει το καθήκον της καθημερνά εις πέρας.
Που γύριζε τον κόσμο αυτό πολλές δεκάδες κύκλους
να μη χρωστάει τίποτε στους αδηφάγους σκύλους».

ΓΙΟΣ: «Τα που μου λες κατέχω τα, καθημερνώς τα βλέπω
κι αναρωτιέμαι κι εγώ τι σόι μέλλον έχω!
Εδώ τα πάντα χάνονται κι όλα τα ξεπουλούνε
λες και τα είχαν κι από χτες, κανέναν δε φοβούνται.
Έχουνε βάλει υπογραφή του κόσμου οι μεγάλοι
να φέρουν την πατρίδα μου σ' αυτό το μαύρο χάλι.
Ρέγονται τα χωράφια της, τον πλούτο που ’χει η γη της
και κάνουν ό,τι δυνατόν να σβήσει η ψυχή της.
Χάνονται, γίνονται καπνός πολλών αιώνων ήθη
κακοπερνούν, φυτοζωούν της χώρας μου τα πλήθη.
Θα πάρω πέτρα θεριακιά πίσω μου να τη ρίξω
να πάω να ξενιτευτώ κι όλα να τα βροντήξω».

ΜΑΝΑ: «Αυτό είναι που θέλουνε γιε μου οι "αρχηγοί" μας
να πάρουνε πιο εύκολα τα πάντα από τη γη μας.
Να 'ρθουν ορδές αλλόθρησκων στο σβέρκο μας αφέντες
"Σ' υγεία των κορόιδων" απλές πολύ κουβέντες.
Να μείνουν γέροντες εδώ τα νιάτα να γλακήσουν
κι έναν λαό ανύπαρκτο αυτοί να κυβερνήσουν.
Είμαστε, λέει, στο χάρτη τους μια απλή κουκίδα
μα να την κάμουν κτήμα τους βάλανε τη σφραγίδα.
Ποιος θα φωνάξει δυνατά σ' ανατολή και δύση
το έγκλημα ετουτονέ  πρέπει να σταματήσει;

Κανείς παιδί μου δεν μπορεί κανείς να μας εσώσει
αν το κορμί της λευτεριάς και πάλι δε ματώσει!»

ΓΙΟΣ: «Καλή σου νύχτα μάνα!»

_

γράφει η Χρυσούλα Πλοκαμάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!