Σαν γεννιέσαι

πονάς.

Στα πρώτα σου δόντια 

Πονάς.

Στα πρώτα σου βήματα 

πέφτεις, χτυπάς 

πονάς.

Ερωτεύεσαι 

κι εκεί πονάς.

Συνυπάρχεις

με τον άνθρωπό σου

πονάς σαν πονά κι εκείνος.

Γεννάς;

Πονάς.

Πόνος γλυκός.

Πονάς στον πόνο των παιδιών σου.

Μαθαίνεις να πονάς.

Μας σαν χάνεις 

ξαφνικά 

αδικαιολόγητα 

βίαια 

τον άνθρωπό σου 

αυτόν τον πόνο 

τι τον κάνεις;

Πονάς για κείνον

πονάς για τα μικρά σας

πονάς για τα γονικά του

πονάς…

πονάς…

πονάς…

Μέχρι να πάρεις

τούτον το μισεμό 

απ’ το χέρι

να σφίξεις γερά

δόντια και γροθιές

να σηκώσεις στους ώμους

τα βάρη που θα μοιραζόσασταν

και να προχωρήσεις.

Εσύ πρέπει να στηρίξεις τους άλλους

κι εσύ να στηριχτείς

στις πληγές από τα νύχια σου

σαν τα μπήγεις στις παλάμες

για να μη φωνάξεις…

 

Παιδί. 

Παιδιά

που βρίσκονται σε κατάσταση

άγνωστη 

κατάσταση που δεν ήθελαν να γνωρίσουν.

Χάνεται ο ένας γονιός και είσαι στην εφηβεία. 

Χάνεται ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση. 

Δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται γύρω σου…

Δεν μπορείς να το χειριστείς.

Φωνές, κλάματα και οδυρμοί γύρω σου

κι εσύ θέλεις να φωνάξεις, 

να τους πεις να σωπάσουν, 

να μπορέσεις να βάλεις σκέψεις 

και συναισθήματα σε τάξη.

Κόσμος πάει κι έρχεται 

το μοναδικό σου στήριγμα 

από δω και πέρα 

βρίσκεται κι εκείνο σε παραζάλη.

Νοιώθεις θυμό για κείνον που έφυγε.

Θυμό γιατί σας εγκατέλειψε, 

θυμό γιατί άφησε τον άλλον μονάχο…

Μένεις απαθής, 

νομίζουν, 

μα μέσα σου ουρλιάζεις…

Και φτάνει η μέρα, 

η ώρα του αποχωρισμού.

Κόσμος πολύς…

Χέρια σε αγγίζουν, 

σε αγκαλιάζουν 

σου λένε λόγια κενά για σένα…

Ένα τεράστιο “γιατί” 

βγαίνει από μέσα σου 

και τα χείλη των δικών σου…

χωρίς να παίρνεις απάντηση…

ΓΙΑΤΙ;

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια