Ο φίλος μου ο Οσμάν

19.11.2016

pencil_colour

Είχε μπει στα δέκα του, ο Γιώργης όταν μετακομίσανε οικογενειακώς στο βιλαέτι των Αδάνων, στην Κιλικία. Κατοικήσανε σχεδόν στο κέντρο της πόλης, απ’ όπου φορτώνονταν και τα περισσότερα εμπορεύματα της Καππαδοκίας. Αλλά αυτός το μόνο που προτιμά σ’ αυτήν την μεγάλη πόλη, είναι το «παζάρ γερή» (κεντρική αγορά). Εκεί του αρέσει να σεργιανάει και να βλέπει τα άλευρα, τα όσπρια, να μυρίζει τους νόστιμους παστουρμάδες. Περπατά ώρες ατελείωτες στα γιαλτιζλί (γυαλιστερά) σοκάκια, ακούγοντας το βουητό και τις φωνές των πωλητών χωρίς να βαριέται. Ακόμη και χωρίς γρόσι στην τσέπη, το παζάρι γι’ αυτόν είναι πάντα μαγικό. Ναι, όλα σ’ αυτό τον συναρπάζουν, οι ήχοι, οι μυρωδιές του, μα περισσότερο απ’ όλα, τον γοητεύει αυτή η ανάγκη της εμπορικής συναλλαγής. Εδώ συναντιούνται όλοι, μουσουλμάνοι, χριστιανοί, Εβραίοι, Αρμένιοι, ένα σωρό κόσμος συνδιαλέγεται και πουλά την πραμάτεια του.

«Τέλειωσε του Πόρου το παζάρι, τράβα στις Νίγδης το παζάρι». Αυτή τη παροιμία συνήθιζαν να τη λένε πολύ στον τόπο τους και τη θυμήθηκε τώρα, καθώς οι πραματευτάδες μαζεύουν τα εμπορεύματά τους. Ήρθε η ώρα να κατηφορίσει κι αυτός τον «τζινικελή παγήρ» (λιθοστρωμένος ανήφορος), μα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του από τον πάγκο με τα ποικιλόχρωμα παπούτσια.

Άλλες μέρες πάλι, τον πιάνει το παράπονο, στο μικρό χωριό του η ζωή κυλούσε καλύτερα. Ήταν όμορφα στην γειτονιά του, ήταν γεμάτη ζωντάνια και οι άνθρωποί της κάθονταν στο κατώφλι των σπιτιών τους. Αναπολεί και το πατρικό του σπίτι, αναπολεί το γλύκισμα από πετμέζι που τρώγαμε τακτικά εκεί με τα αδέρφια του και το χοσάφι από ξερά φρούτα που το γευόταν τις παγερές μέρες του χειμώνα. Μα περισσότερο απ’ όλα, αποθυμά τους παιδικούς του φίλους. Του λείπουν τα παιχνίδια και οι εξορμήσεις τους. Θυμάται που ανέβαιναν στις φορτωμένες βερικοκιές ή που έμπαιναν στους μπαξέδες και άρχιζαν μετά τα κυνηγητά και οι φωνές από τους αγανακτισμένους νοικοκυραίους. «Τσίκιν ντισαρί!» (Βγείτε όξω) . «Γιατί είσαι «αζντισμένος Γιουρό;» (άκεφος Γιώργο)». Του φώναζε ο καλύτερος του φίλος, ο Οσμάν.

«Έλα, πάμε να κάνουμε βόλτες» και ανεβαίνανε κρυφά στις βοϊδοραμπάδες, μέχρι να τους δει ο αραμπατζής και να τους κατεβάσει αγριεμένος. Τουρκάκια και χριστιανόπουλα παίζουνε μαζί, σκαρφαλώνοντας στα κάρα και βγαίνουνε και τους φωνάζουνε από τις πόρτες των σπιτιών να κατέβουνε, πότε στα τούρκικα, πότε στα ελληνικά. Δεν τους χωρίζει τίποτα, περισσότερα είναι τα πράγματα που τους ενώνουν από όσα τους χωρίζουν, μικρούς και μεγάλους.

Η οικογένεια του φίλου του, του Οσμάν, έμενε σε ξεχωριστό μαχαλά, αλλά είχανε γειτονικά χωράφια και έχουνε μαζί τους πολλά αλισβερίσια, ήταν κι αυτοί το ίδιο φτωχοί μ’ αυτούς. Το πλιγούρι ήταν το καθημερινό τους φαγητό. Αν και τα εδάφη ήταν εύφορα, η παραγωγή τους είναι πάντα μικρή και οι έμποροι που έρχονται από μακριά, αγοράζουν φτηνά ό,τι παράγουνε ή ό,τι ανταλλάσουνε. Δεν έχουνε οι ίδιοι τη δυνατότητα της μεταφοράς των προϊόντων τους, γιατί οι αποστάσεις είναι μεγάλες και οι δρόμοι δύσκολοι και κακοτράχαλοι. Ολόκληρος ο τόπος τους είναι ένα οροπέδιο.

Με τον φίλο του τον Οσμάν κάνουνε καθημερινή παρέα και πηγαίνουνε παντού μαζί. Είχε ορισμένες αρχές η δική τους φιλία, μα πάνω απ’ όλα κυριαρχούσε ο σεβασμός. Πηγαίνουνε μαζί ακόμη και στο παλιό παρεκκλήσι που είναι λαξευμένο μέσα σ’ ένα απομονωμένο βράχο. Μια φτωχή εκκλησιά, μ’ ένα στενό άνοιγμα για πόρτα και μερικά σκαλιά για να κατέβεις. Χωρίς παράθυρα, χωρίς στολίδια, με μόνο λαξευμένους σταυρούς πάνω στα τοιχώματα. Με δέος έμπαινε πάντα μέσα ο Οσμάν και κοιτούσε τον φίλο του που έκανε το σταυρό μου. Εκεί μέσα για τον Γιώργη βασίλευε η αγιοσύνη, ενώ για τον Οσμάν, βασίλευε το μυστήριο. Το λίγο φως που έμπαινε, βοηθούσε να σχηματίζονται σκιές που τον φόβιζαν τον Οσμάν και νόμιζε πως θα τον μαρμαρώσουν. Διάφορα πρόσωπα λικνίζονταν μπροστά του, μέσα από τη φαντασία του.

«Πάμε να φύγουμε Γιουρό…» έλεγε σχεδόν ψιθυριστά ο Οσμάν, «μη βγει κανένα Τιλισίμ (στοιχειό), πάμε να τρέξουμε στο τσαϊρλίκ (τόπος με χόρτα)». Και τρέχανε στο μέρος που τους άρεσε περισσότερο, τρέχανε σαν φίλοι. Δεν μπορούσαν να φανταστούν ποτέ, ότι κάποτε θα έρχονταν η ώρα που θα γίνονταν εχθροί.

_

γράφει ο Ευστάθιος Γαϊτανίδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Υπολείμματα χαράς

Υπολείμματα χαράς

Περπατάς στην παραλία. Είναι ξεκούραση για το μάτι και για την ψυχή η θάλασσα κι ο ουρανός που αγκαλιάζονται κι ας είσαι δίπλα στην πόλη που αγκομαχάει τους πόνους της. Βήματα που τά ’χεις ξανακάνει φορές ατέλειωτες. Άμμος και πάλι άμμος και βότσαλα και κράσπεδα από...

Βανίλια

Βανίλια

Μια πόρτα άνοιξε πίσω της. Ένιωσε τον βαρύ ίσκιο του να απλώνεται στο χώρο. Άκουσε την παλιά ψάθινη καρέκλα να τρίζει. Η αναπνοή της έμεινε να αφουγκράζεται. Ένα σούρσιμο κι ένα απαλό ρυθμικό χτύπημα των δακτύλων του στο τραπέζι. Έκανε να κινηθεί, μα τα πόδια της δεν...

Μελέκ

Μελέκ

Έκατσε στο παγκάκι αναστενάζοντας με ανακούφιση. Τα πόδια του δεν συνεργάζονταν όπως άλλοτε αλλά σήμερα του έκαναν το χατήρι να τον πάνε μέχρι τη θάλασσα. Ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών όταν πρωτοείδε εκείνη την κοπέλα. Χάθηκε τόσο στο μπλε των ματιών της που απ’ την...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου