Select Page

Ο φαροφύλακας

Ο φαροφύλακας

1

Ο Νουρ, ο φύλακας του φάρου, παιδί ήταν, όταν τον μάζεψε ορφανό από τις φωτιές της πατρίδας του ο καπετάν Ανδρέας. Ήταν χρόνια μαζί στα ταξίδια, μέχρι που ο καπετάνιος αποφάσισε να αφήσει τη θάλασσα.

Κανένας τότε δεν έφερε αντίρρηση στο νησί, από σεβασμό στον καπετάνιο, όταν τον πρότεινε για φαροφύλακα στο φάρο του Άη- Νικόλα. Άλλωστε, στο Νουρ άρεσε η θάλασσα, είχε αντρωθεί με τη συντροφιά των γλάρων και ήταν συνεπής σε ό,τι αναλάμβανε.

Είχε μια θέση τώρα ανάμεσα στους ντόπιους. Μιλούσε τη γλώσσα τους, φόραγε κι αυτός νησιώτικες βράκες και γιλέκο. Είχε σεβασμό στην οικογένεια που τον στήριξε και του έδωσε θέση στη ζωή τους. Έκανε πατρίδα το νησί και τραγουδούσε από ψηλά στο φάρο, μια τα νανουρίσματα της μάνας του και μια τα τσακίσματα από τα γλέντια των συγχωριανών του. Δεν ήταν πολύ ψηλός, αλλά τα μαύρα του μάτια έλαμπαν, όταν χαμογελούσε. Περπάταγε και σήκωνε το παράστημα με λεβεντιά κι αξιοπρέπεια, σα να μην του ταίριαζε να πεις «το ορφανό».

Αυτός που πήγαινε κάθε απομεσήμερο Σαββάτου στο φάρο, ήταν ο Κυρ- Μανώλης, ο παλιός φαροφύλακας. Τα εβδομήντα του χρόνια βάραιναν τα πόδια του, μα το μπαστούνι στο δύσκολο μονοπάτι μαρτυρούσε τη λαχτάρα του να βρεθεί εκεί, στο φάρο. Ήθελε να αποσπερίσει με το νέο νοικοκύρη, μα κι ο Νουρ τον περίμενε με έναν καφέ που μοσχομύριζε και πρόδιδε το «Σε περίμενα».

-Τα παλιά χρόνια παιδί μου, ήταν δύσκολα στο φάρο, είπε ο κυρ-Μανώλης. Ήσουν τα μάτια της θάλασσας για τους ναυτικούς τα βράδια. Μα και για τους ντόπιους δεν ήσουν ένας απλός φύλακας. Φύλαγα θαρρείς τον ύπνο και τα όνειρα τους, γι΄ αυτό με αγαπούσαν και όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές για μένα.

-Φαντάζομαι κρύο, βροχή, αλλά εσύ… εκεί κυρ- Μανώλη, ε;

-Εδώ, παιδί μου, χρόνια ολόκληρα. Ξέρεις, οι γεωργοί μου έλεγαν πως είμαι τυχερός που δεν με καίει το λιοπύρι στο χωράφι. Οι βοσκοί ζήλευαν τη δουλειά μου, γιατί δεν κυνηγούσα σαν κι αυτούς κατσίκια στα βουνά. Λέγανε πως εγώ δεν είχα φόβο μη μου χαλάσουν… τα τυριά!

-Κυρ- Μανώλη, δεν μπορεί να μην αποθύμησες να κάνεις κάτι άλλο κάποτε!

-Όχι παιδί μου! ΄Ημουν ευτυχισμένος εδώ. Έμαθα νωρίς να ξεχωρίζω τι φέρνει η τραμουντάνα, τι λέει ο γαρμπής. Είχα τη λύρα μου παρέα και με τα καναρίνια μου τραγουδούσαμε στα κύματα. Αλλά τώρα που το σκέφτομαι… ήταν και κάτι άλλες μέρες που ζήλευα τους άλλους στο χωριό. Το «Χριστός Ανέστη» στην εκκλησία τη Λαμπρή, μόνο να το φανταστώ μπορούσα.

Ποτέ δεν στέγνωναν τα μάτια μου ψέλνοντας μόνος το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε». Φανταζόμουνα όλους με τις φαμίλιες τους στο τραπέζι να τσουγκρίζουν το ποτήρι τους, να τρώνε τα χοιρινά τους. Αυτό μόνο ζήλεψα, τις Άγιες μέρες στο χωριό.

Ο Νουρ καταλαβαίνοντας ότι βάραιναν πολύ οι θύμησες του καλού του φίλου, προσπάθησε να αλλάξει κουβέντα.

-Εγώ κοιτάζω τα αστέρια κυρ- Μανώλη. Μου τα έμαθε ο πατέρας, ο καπετάν Ανδρέας στο καράβι. Μου έλεγε πολλά πράγματα για τη ζωή. Με κράταγε κοντά του, αμούστακο ακόμα στην κουβέρτα του καραβιού. Ποτέ δεν μου έδωσε διαταγή. Μου έλεγε « Με τον δικό σου χάρτη και με το κεφάλι ψηλά να βλέπεις τα άστρα. Έτσι δεν θα χαθείς ποτέ. Το ίδιο είναι η θάλασσα, το ίδιο κι η στεριά. Να τις σέβεσαι και να τις υπολογίζεις».

Θα συνεχιζόταν για ώρα η κουβέντα τους εκείνο το απόγευμα, αν δεν σταμάταγαν να γυρίσουν απότομα από κει που έρχονταν φωνές:

-Φωτιά, φωτιά, στου Ρηνιού το σπίτι! Τρέξτε… αχ, πάνε χαμένοι !

Με ένα σάλτο, πηδά τα πρώτα σκαλιά ο Νουρ και χωρίς να γυρίσει, φωνάζει:

-Ο φάρος δικός σου μέχρι να γυρίσωωωω…

-Τρέχα Νουρ, που να ’χεις την ευχή μου, είπε ο κυρ- Μανώλης κι έκανε χωνί τα χέρια του να ακουστεί πιο μακριά.

Το παλικάρι καβάλησε το άλογο κι έφυγε σαν τον άνεμο. Οι μνήμες του πολέμου ζωντάνεψαν. Οι φωτιές που κατάπιαν τους δικούς του στη μακρινή πατρίδα του, έζωσαν τη λογική του. Έσφιξε τα δόντια, σκούπισε τα μάτια και μονολόγησε:

-Να μη χάσει ποτέ ξανά παιδί τη μάνα και τα αδέλφια του! Αη Νικόλα κάνε το θαύμα σου, κι εγώ θα στο ξεπληρώσω.

Έτσι άκουγε στο καράβι να λένε στον κίνδυνο, κι αυτός γινόταν παιχνιδάκι στα χέρια του Άγιου. Στο σπίτι που άρπαξε φωτιά ζούσε το Ρηνάκι του! Αν έσβηνε το Ρηνάκι, ο ήλιος του, έσβηνε κι ο κόσμος για αυτόν.

-Κράτα Ρηνάκι μέχρι να΄ρθω, ψιθύρισε.

Οι γείτονες είχαν προλάβει να βγάλουν έξω τον Γιάννη, το γιο της, όταν ακούστηκαν να τρίζουν τα κορφάδια της σκεπής. Και τότε σταμάτησαν σαστισμένοι: μια γυναίκα κοιτούσε τις φλόγες να βγαίνουν από τα παράθυρα και κλαίγοντας χτύπαγε το κεφάλι της για τη συμφορά. Ο άντρας δίπλα της κρατούσε αμήχανα ένα ξύλινο κουβά με νερό, λες και περίμενε να περάσει το κακό, για να σβήσει τις στάχτες του.

-Το Ρηνάκι; ούρλιαξε ο Νουρ και τους έβγαλε από τις σκέψεις τους.

Η γυναίκα έδειξε τρέμοντας με το δάκτυλο το σπίτι. Ένα μικρό παιδί έκλαιγε στην αγκαλιά της παπαδιάς.

-Κρίμα τ΄ ορφανό, την άκουσε να λέει.

 Με μιας αρπάζει ο Νουρ τον κουβά, λούζεται με το νερό, αρπάζει το μαντήλι από το κεφάλι της παπαδιάς, το βάζει στα μούτρα του κι ορμάει στο σπίτι. Ήταν αποφασισμένος να γυρίσει με το Ρηνάκι!

 

 2

 

Ήταν Μάης μήνας, πριν δύο χρόνια, όταν πρωτοσυνάντησε ο Νουρ το Ρηνάκι. Είχε ξεμπαρκάρει με τον καπετάνιο κι έμενε τα βράδια στον φάρο. Μερικές φορές μετέφερε με το άλογο τα σταμνιά με νερό που χρειαζόταν η γυναίκα του καπετάν- Ανδρέα.

 Μια μέρα το Ρηνάκι ανέβαινε το δρόμο της πηγής, φορτωμένη στην πλάτη ξύλα για τη φωτιά της. Ούτε ζώο είχε για βοήθεια, ούτε άντρας ήταν κοντά της να την βοηθήσει. Η λεπτοκαμωμένη γυναίκα στα μαύρα έκανε την καρδιά του να χτυπήσει κι ακούμπησε το δεμάτι τα ξύλα να τη βοηθήσει. Το Ρηνάκι βλέποντας δυο δυνατά αντρίκια πόδια δίπλα της, δεν σήκωσε το βλέμμα. Ακούστηκε μόνο ένα αποφασιστικό:

-Όχι, ευχαριστώ, μπορώ και μόνη μου!

-Μα δεν σου πρέπει τόσο βάρος, είπε εκείνος.

-Είπα όχι, ψυχογιέ του καπετάν-Αντρέα, απάντησε σβέλτα σηκώνοντας τα μάτια της καταπάνω του.

Κι εκείνος… χάθηκε μέσα στα βλέφαρα της. Βυθίστηκε στο μαύρο βυθό τους και δεν μίλησε. Δεν ήταν ούτε εικοσιπέντε χρονών ο Νουρ, κι είχε δεθεί κόμπο η γλώσσα του μπροστά σ΄ αυτή τη γυναίκα.

-Θέλω να μάθω το όνομα σου μόνο, της φώναξε, καθώς εκείνη ξεμάκραινε.

-Ρηνάκι με λένε, είπε εκείνη κοιτώντας ανήσυχη αριστερά-δεξιά και τάχυνε το βήμα της.

Ο Νουρ από κείνη τη μέρα έχασε τον ύπνο του. Ζαλιζόταν με την σκέψη της, έπλεκε με το μυαλό του διαλόγους. Αλώνιζε το χωριό πάνω-κάτω εξυπηρετώντας τους πάντες, μην τύχει και την συναντήσει.

Σκεφτόταν πως ήταν ξωτικό και χάθηκε.

«Δεν μπορεί η στεριά να γέννησε τέτοιαν ομορφιά! Πρόσωπο με το λευκό του φεγγαριού και χείλη της πορφύρας! Γιατί στα μαύρα, όμως;»

Την απορία του την έλυσε, τελικά, η κυρά – Γαλατιανή, η καπετάνισσα.

-Το Ρηνιώ είναι η χήρα του Νικόλα, του ψαρά. Τον έχασε έξι χρόνια τώρα στη θάλασσα, με το μωρό να βυζαίνει ακόμα. Εμείς της βαφτίσαμε τον Γιάννη της και τους βοηθάμε.

-Μα γιατί δεν στάθηκε να την βοηθήσω; ρώτησε ο Νουρ.

-Γιατί δεν ταιριάζει άντρες να βοηθούν τις χήρες, εκτός κι αν είναι της φαμίλιας τους. Φοβούνται και ντρέπονται. Φρούριο δίχως βασιλιά είναι η χήρα και μαθαίνει να φυλάγεται. Αλλιώς, αλίμονο τους! Αυτή η καημένη ήταν ορφανή από άλλο νησί κι ήρθε μικρή νύφη εδώ σε μας. Δεν έχει κανέναν παρά μόνο το παιδί της.

-Καλά… κατάλαβα, κυρά-μάνα. Αν με χρειαστείς, όμως, κάπου να την βοηθήσουμε, μη διστάσεις, της είπε.

Έτσι πέρασαν ακόμα δύο χρόνια, με την φωτιά της αγάπης να καίει στα στήθια του Νουρ. Ποτέ δεν έφερε σε δύσκολη θέση το Ρηνάκι. Ήταν σίγουρος, όμως, πως όποτε συναντιόντουσαν στο σπίτι του καπετάνιου ή κάτω στον γιαλό, τα μάτια τους έλεγαν πολλά. Το Ρηνάκι σήκωνε δειλά τα μάτια της και τον παρατηρούσε, όποτε ήταν απασχολημένος. Κι εκείνος το ένιωθε και ψιθύριζε στ΄ αγέρι να της φανερώσει τα ανείπωτα. Σιγά – σιγά η νεαρή άρχισε να ξεθαρρεύει με τον Νουρ. Ίσως κι η καπετάνισσα να έβαλε ένα χεράκι.

Ο Νουρ είχε φυτέψει κοντά στο φάρο και γύρω στην αυλή δεκάδες κρινάκια της θάλασσας. Την Άνοιξη άνθισαν και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος τριγύρω. Την Λαμπρή Δευτέρα το Ρηνάκι πήρε τον μικρό Γιάννη να παίξει στον φάρο. Ήταν το καλύτερο μέρος για κρυφτό και για να παίζει το παιδί με τον Νουρ κοντά στη θάλασσα. Όλοι έδειχναν να απολαμβάνουν το παιχνίδι. Κι έτσι όπως έτρεχαν και γέλαγαν, ρώτησε το Ρηνάκι:

-Νουρ, γιατί έχεις μόνο κρινάκια φυτεμένα;

Σαν κρασί από λιαστό σταφύλι ξεχείλισαν τα λόγια του:

-Δεν υπάρχει άλλο φυτό που να΄ χει το δικό σου όνομα μέσα, τόλμησε να της εξομολογηθεί εκείνος για πρώτη φορά.

 

Μόλις το άκουσε ο μπάτης, γέλασε παιχνιδιάρικα και της πήρε το μαντήλι από το κεφάλι. Το πήγε ψηλά και μετά το έδωσε στα κύματα να παίξουν. Να το κάνουν δίχτυ να ΄χει φυλακισμένη τη θλίψη του θανάτου και να την πάνε στα βαθιά. Τόσο βαθιά, που να μην την ξαναφέρει στα μαλλιά της!

Ο Νουρ πλησίασε το πρόσωπο της, χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της λέγοντας:

-Τι κρινάκι, τι Ρηνάκι, ήλιε μου!

Το Ρηνάκι εκείνο το απομεσήμερο ξαναγέλασε, κι ο ήλιος σαν να άργησε, θαρρείς, να πάει να ξαπλώσει. Τα κρινάκια του φάρου έκαναν υπόκλιση στην αγάπη που κατέβαινε από τα μάτια στα χείλη τους. Έμειναν εκεί να υποκλίνονται, μέχρι να τους ξαναπεί ο ήλιος: «Καλημέρα».

 

_

γράφει η Μαίρη Χατζηαντωνίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

5 Σχόλια

  1. Τσαμπίκα

    Μας ταξίδεψες Μαίρη μου ο Νουρ να είναι σε κάθε καρδιά μας τόσο αγνή τόσο καθαρή και ευτυχισμένη Συγχαρητήρια

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    Τέλειο Μαρία μου!!!συγχαρητήρια!!!!μας ταξίδεψες τέλεια!!!

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Δεν εχει αλλο;τελειο Μαιρη μου..μπραβο..μας κανεις υπερηφανους για αλλη μια φορα!!!ΕΥΓΕ..

    Απάντηση
  4. elektra.alexaki

    Με απορρόφησε ως το τέλος και με μετέφερε σε μια άλλη εποχή. Κάποια στιγμή ένιωθα σαν να διαβάζω διήγημα του Ηλία Βενέζη.

    Θα μπορούσε να είναι απλώς η έναρξη μιας νουβέλας. Αυτό που εννοώ δεν είναι άλλο από το ότι θα ήθελα να συνεχιστεί.
    Το εύχομαι!

    Απάντηση
  5. Ανώνυμος

    Υπέροχο!!!! Συγχαρητήρια Μαιρούλα μου!!! Θα ήθελα την συνέχεια στη ιστορία αυτή!!! Περιγράφεις τόσο ζωντανά!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Ερωτηματολόγιο 2018

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!