(Εξαιρετικά αφιερωμένο σε όλες τις μανούλες του κόσμου)


Ένα μικρό, καλά μικρό, πριν έρθει μες στον κόσμο,
τον Πλάστη του ερώτησε με απορίας τόνο...
-Πες μου, Θεέ μου, πού με πας, στον κόσμο αυτό να ζήσω
αφού είναι πλέον σίγουρο ότι θα δυστυχήσω.
Εγώ έχω μάθει στη ζωή, χαμόγελα να παίρνω
και με αγάπη δίπλα μου, τα όνειρα να "σέρνω"...
-Το ξέρω αγγελούδι μου, πως το χαμόγελό σου
είναι αυτό που φώτιζε πάντα το πρόσωπο σου.
Όμως εκεί όπου θα πας, άγγελος θα σε βλέπει
κι από του κόσμου τα θεριά, θε να σε προστατεύει.
-Εγώ, Θεέ μου, δεν μπορώ, μ' ανθρώπους να μιλήσω
κι ούτε τραγούδια όμορφα ξέρω να τραγουδήσω.
-Εκεί, καλό μου, που θα πας ο άγγελός σου ξέρει
λογάκια αγάπης να σου πει, τραγούδια, που 'σαι αστέρι.
-Θα 'ρθούνε χίλιοι δυο κακοί, Θεέ μου, να με ξιπάσουν
και της ζωής το κρύσταλλο στα μάτια μου να σπάσουν.
-Σώπασε αγγελούδι μου, μ' άγγελος θα σε βλέπει
και στους κακούς να σε ξιπούν, δε θα το επιτρέπει.
-Δεν ξέρω καν να περπατώ μα ούτε και να τρέξω
Πώς μου ζητάς, Θεούλη μου, τα πάνδεινα ν' αντέξω;
-Κατέχω το μικρούλη μου. Γι' αυτό στη μια σου μπάντα
θα βρίσκεται ο άγγελος που τόνε λένε μάνα.
-Αν είναι έτσι, πέμψε με, χαρά για να της δώσω
και το γλυκό το χάδι της, τώρα κι εγώ να νιώσω...
Όμως τα χρόνια θα περνούν, κι ίσως να την κουράσω
και του παιδιού τα βάσανα να μην τα ξεπεράσω. 
Να πάω πρέπει στο σχολειό, εφόδια να μάσω
μα το θεριό της απονιάς, πες μου πώς θα δαμάσω;
-Ο άγγελος που σου μιλώ, κούραση δε φοβάται
μόνο αγάπη απ' τα παιδιά πάντοτε διακονάται.
Τα φώτα του όσο μπορεί, σ' εσένα θα τα δώσει
κι όλου του κόσμου τα στραβά, μ' αγάπη θα ισιώσει.
-Καλά τα λες, Θεούλη μου, μα έχω μια απορία.
Τον άγγελο που μελετάς, τον γράφει η ιστορία;
-'Τον γράφει μάτια μου γιατί η μάνα είναι μία. 


Ξιπούμαι: φοβάμαι
διακονάται: ζητά
καλά μικρό: πολύ μικρό
κατέχω: γνωρίζω

_

γράφει η Χρυσούλα Πλοκαμάκη

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!