Select Page

Ο φωταγωγός

Ο φωταγωγός

Νιώθει τα βλέφαρα της βαριά, νυστάζει. Όταν όμως γυρίζει τη ματιά της στον πάγκο της κουζίνας της βλέπει μία μικρή στοίβα πιάτα, που έχουν ξεμείνει άπλυτα, από το μεσημεριανό και το βραδινό της γεύμα. Δεν κοιμάται ποτέ αφήνοντας ακατάστατο τον μαρμάρινο πάγκο. Είναι μανιακή με την καθαριότητα.

Το δωμάτιο της κουζίνας έχει το σχήμα ενός μακρόστενου τριγώνου, χωρίς κορυφή. Στο στενό τελείωμα αυτού του “κολοβού τριγώνου” υπάρχει ο νεροχύτης και δεξιά το παράθυρο του φωταγωγού στον τέταρτο όροφο. Ένα παράθυρο σιδερένιο, στενόμακρο, με λεπτό παλιό τζάμι. Πάντοτε νιώθει ανησυχία γι’ αυτό το παράθυρο την ώρα που πλένει τα πιάτα. Η ανατριχίλα της αυτή, της δημιουργεί τρέμουλο στα χέρια κάθε φορά, με αποτέλεσμα να γλιστρούν από τα χέρια της ποτήρια, πιάτα και να αγοράζει καινούργια σετ κάθε μήνα.

Απόψε, πλησιάζοντας το παράθυρο τραβάει την κουρτίνα ως το τέλος κι από τις δυο μεριές, ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή θέα προς το φωταγωγό. Θεωρεί πως αν δεν καλύψει το παράθυρο, απ’ άκρη σε άκρη, κάτι κακό θα της συμβεί ενώ στέκεται εκεί.

Η κουρτίνα είναι λευκή με ροζ κερασάκια. Αγοράζει μόνο χρωματιστές και χαριτωμένες κουρτίνες, για να μειώνουν τη φοβία της. Φοβάται να κοιτάξει δεξιά της, κι όσο βρίσκεται εκεί νιώθει πως κάποιος την παρακολουθεί. Δεν αισθάνεται μόνη.

Ανυπομονεί να κοιμηθεί τώρα. Η ώρα είναι μία τα ξημερώματα. Δεν αντέχει άλλο. Αρχίζει να πονάει το κεφάλι της. Ο ήχος από το νερό που τρέχει από τη βρύση τη νανουρίζει περισσότερο. Ακούει ένα τρίξιμο στο τζάμι σαν ένα νύχι να ξύνει το γυαλί. Παγώνει. Το ποτήρι που κρατάει της φεύγει από τα χέρια και σπάει. Σκέπτεται: « Πρέπει να τραβήξω την κουρτίνα να δω τι κάνει αυτόν το θόρυβο». Μα δεν τολμάει. Περιμένει λίγο, να αφουγκραστεί. Ησυχία. Παίρνει το θάρρος, αν και δειλά, τραβά την κουρτίνα ως το τέρμα.
Κανείς. «Η ιδέα μου θα είναι, απλά ο φόβος μου» μονολογεί.

Πιάνει τρέμοντας το πόμολο και ανοίγει με αργές κινήσεις το παράθυρο. Κανείς. Ησυχία.
Βγάζει δειλά το κεφάλι της έξω από το παράθυρο. Κανείς. Ησυχία.
Κοιτάει προς τα κάτω στο βάθος του φωταγωγού. Κανείς. Ησυχία.
Ηρεμεί. Ξεφυσά με ανακούφιση. Πιάνει τις άκρες των παραθυρόφυλλων για να τα κλείσει. Επιτέλους, θέλει να κοιμηθεί.

Ακούει ένα γρατζούνισμα στον τοίχο και πριν προλάβει να κλείσει το παράθυρο, βλέπει να έρχεται κατά πάνω της ένα γέρικο ρυτιδιασμένο χέρι με μακριά, γαμψά, κιτρινισμένα νύχια. Το δέρμα του εξίσου κιτρινισμένο και τριχωτό.

Την γραπώνει από το λαιμό και προσπαθεί να την τραβήξει προς τα κάτω. Εκείνη αντιστέκεται κρατώντας τον τοίχο από την εσωτερική μεριά του παραθύρου. Το χέρι της σφίγγει κι άλλο το λαιμό. Με δυσκολία αναπνέει. Η όραση της θολώνει, μα προσπαθεί να ξεχωρίσει από τι πλάσμα προέρχεται αυτό το χέρι. Διακρίνει δύο ολόμαυρα, θυμωμένα μάτια. Σχεδόν έχουν μόνο μαύρη κόρη κι ελάχιστο άσπρο στις άκρες τους. Ένα γυμνό, τριχωτό και ζαρωμένο πλάσμα με παραμορφωμένο σκελετό, που με το ένα χέρι κρατά το λαιμό της και με το άλλο την υδροσωλήνα του φωταγωγού. Εκεί στηρίζεται.

Η πίεση στο λαιμό της για λίγο μειώνεται και νιώθει ότι μπορεί να πάρει ανάσα. Οι νυχιές στο αριστερό μέρος του λαιμού της την τσούζουν. Βρίσκει τη δύναμη να ψάξει για το μαχαίρι, που έπλυνε πριν από λίγο και που το άφησε στην πιατοθήκη ακριβώς δίπλα στο παράθυρο. Το άλλο της χέρι κι όλο της το σώμα συνεχίζει να κρατά αντίσταση. Το γεγονός ότι το πλάσμα μπορεί να χρησιμοποιήσει το ένα του χέρι είναι αυτό που έχει σώσει τη ζωή της έως τώρα.

Μέσα σε αυτή την πάλη, καταφέρνει να πιάσει το μαχαίρι με το αριστερό της χέρι. Το καρφώνει στον καρπό του πλάσματος, με όση δύναμη μπορεί καθώς εκείνη είναι δεξιόχειρας. Το δέρμα του όμως είναι πολύ σκληρό. Το πλάσμα δείχνει σαν να μην ένιωσε τίποτα. Εξαγριωμένο, με μια μικρή αλλά κοφτή κίνηση του δαχτύλου του, καρφώνει το κοφτερό του, μακρύ νύχι στο λαιμό της. Το αίμα της πετάγεται στα παραθυρόφυλλα, στα τζάμια κι ολόγυρα στο φωταγωγό.

Ένα δυνατό θόρυβο άκουσε, μες τον ύπνο της η Νέφη, που μένει στο ισόγειο. Ήρθε από την κουζίνα της, από τον φωταγωγό. Ανοίγει το παράθυρο και αντικρίζει ένα τσακισμένο, πεσμένο μπρούμυτα πτώμα. Είναι γυναικείο. Αναγνωρίζει την αγαπημένη της γειτόνισσα. Τα αίτια θανάτου από την νεκροψία ήταν: Αυτοχειρία! Δεν υπήρχαν πουθενά ίχνη πάλης.

_

γράφει η Φανή Αρβανίτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χριστίνα Παπαβασιλείου

Γεννήθηκα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, όμως οι συγκυρίες με έφεραν στη ζεστή Λάρισα. Με τα χρόνια την αγάπησα και αυτήν. Τελευταία, οι γύρω μου λένε πως μεγάλωσα, δεν είμαι πια παιδί. Τους αγνοώ και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Μια νύχτα με βροχή στάθηκε η αφετηρία για να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες τέτοιες νύχτες -ενίοτε και μέρες- που οι σκέψεις μου αποτυπώνονταν στο χαρτί. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Ως τότε, θα συνεχίσω να χορεύω στο ρυθμό της ζωής...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!