Select Page

Πες της πως ήταν τα πάντα

Πες της πως ήταν τα πάντα

 

Το ακούσαμε, αλλά δεν το πιστέψαμε. «Ναι, καλά…», είπαμε όλοι όσοι τους ξέραμε με μια φωνή. Σιγά μη χωρίσανε πραγματικά αυτοί οι δύο. Σιγά μην τους τελείωσε.

Δεν τελειώνουν κάποιες σχέσεις, πώς να το κάνουμε; Είναι μερικά ζευγάρια που ακόμα και φωτιά να βάλουν σε ό,τι έχτισαν, αυτό θα αναγεννηθεί από τις στάχτες του μ’ έναν τρόπο μαγικό και εντελώς ακατανόητο σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο.

Τέτοιο ζευγάρι ήταν η Καίτη και ο Βασίλης. Φτιαγμένο από φωτιά. Ο συνδυασμός τους είτε θα σε γοήτευε είτε θα σ’ έκανε να φτύνεις στον κόρφο σου. Ό,τι πιο όμορφο κι εκρηκτικό μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους. Στα καλά τους διαστήματα έφταναν και οι δύο στο απόγειο της δημιουργικότητάς τους. Όλη η λάμψη της ευτυχίας ζωγραφιζόταν στα μάτια τους. Στα άσχημά τους, καλύτερα να μην ήσουν εκεί, να μη διασταυρώνονταν οι δρόμοι σας. Μαύριζε η ψυχή τους, κατέρρεε ο κόσμος τους κι η δημιουργικότητα έδινε τη θέση της στην αυτοκαταστροφή.

Έτσι περνούσε ο καιρός κι όλοι εμείς, που ήμασταν η παρέα τους και τους αγαπούσαμε πολύ και τους δύο, παλεύαμε να συνηθίσουμε την τρελή δυναμική τους και να καταλάβουμε πώς αντέχει κανείς να ζει σε μια μόνιμη ένταση. Από ένα σημείο και μετά, γίναμε λίγο αναίσθητοι στις δραματικές στιγμές τους και επιφυλακτικοί στις μεγάλες τους χαρές. Τι να κάναμε, άλλωστε; Άμα έχεις διαλέξει δυο τέτοιους φίλους, οφείλεις να προσαρμοστείς.

Αυτή τη φορά, όμως, ήταν διαφορετικά. Δεν ακούσαμε φωνές και κατηγορίες. Δεν είδαμε βλέμματα δολοφονικά, δε ζήσαμε κλάματα και δράματα. «Τελειώσαμε», μας είπαν όταν τους συναντήσαμε – τον καθένα τους ξεχωριστά, φυσικά – και άλλαξαν κουβέντα.

Καμία διάθεση για ανάλυση και εξηγήσεις. Τίποτα. Σιωπή. Κάτι είχε σπάσει.

Στην αρχή το θεωρήσαμε παροδικό. «Αποκλείεται ρε, αυτοί οι δύο να τελείωσαν έτσι, είστε σοβαροί; Απλά αυτή τη φορά την είδαν αλλιώς, τους έχει πιάσει ο εγωισμός τους κι έχουν μουλαρώσει…», έλεγε ο Δημήτρης, ο κολλητός του Βασίλη.

«Δε θέλει να συζητήσει τίποτα, ούτε καν μαζί μου. Ποιος, η Καίτη, που άλλοτε μου ανέλυε το κάθε του μήνυμα, ακόμα και τα κόμματα και τις τελείες! Είναι απίστευτο…», έλεγε η Τζίνα, η κολλητή της Καίτης.

Κι όμως, χώρισαν. Τελείωσε όλο αυτό, όπως τελειώνουν όλα κάποια στιγμή. Οι φίλοι μας, το παλαβό ζευγάρι που μας τρέλαινε με τους επικούς καβγάδες του και τον θυελλώδη έρωτά του, δεν ήταν πια μαζί.

Άρχισαν, μάλιστα, να βγαίνουν και με άλλους ανθρώπους. Η Καίτη μας σύστησε τον Μάνο και ο Βασίλης τη Μαιρούλα. Εξαιρετικά παιδιά και οι δύο, αλλά… μουδιάσαμε. Δεν ήταν λογικό να τους βλέπουμε χωριστά. Έναν χρόνο μετά, ακόμα το βιώναμε ως μια προσωρινή κατάσταση. «Κάτι θα γίνει και θα τα ξαναβρούν», λέγαμε. Ίσως να το ευχόμασταν κιόλας, δεν είμαι σίγουρη.

Πέρασαν δύο χρόνια. Ο Βασίλης αρραβωνιάστηκε. Θέλαμε δε θέλαμε, βγάλαμε από το μυαλό μας οποιοδήποτε ενδεχόμενο επανασύνδεσης. Έδειχνε καλά με τη Μαιρούλα, ήρεμος και κατασταλαγμένος. Για την Καίτη δε μιλούσε ποτέ. Σαν να μην υπήρξε. Αν τύχαινε ποτέ να αναφέρει κάποιος από την παρέα το όνομά της, έκανε σαν να μιλούσαν για μια ξένη.

Λίγες μέρες πριν τον γάμο του, όμως, ο Βασίλης άλλαξε. Σαν να τον πλάκωσε ξαφνικά ένα μαύρο σύννεφο, βαρύ και ασήκωτο για να το αντέξει. Κλείστηκε στον εαυτό του, πήρε άδεια από τη δουλειά και χάθηκε απ’ όλους μας. Μάταια προσπαθούσαμε να τον προσεγγίσουμε, να του μιλήσουμε, να καταλάβουμε τι συνέβη.

Κι έτσι απλά, ένα φθινοπωρινό πρωινό, ο Βασίλης εξαφανίστηκε. Τα παράτησε όλα κι έφυγε. Ένας Θεός ξέρει τι έκανε, πού πήγε, αν ξεκίνησε μια καινούρια ζωή κάπου μακριά. Μακάρι να είναι καλά, κι ας είναι όπου θέλει…

Πίσω του άφησε μόνο έναν φάκελο για τον Δημήτρη. Μια πρόταση, πέντε κουβέντες:

«Βρες την και πες της πως ήταν τα πάντα.»

 

_

γράφει η Ζωή Ναούμ

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!