Select Page

Πετάς;

Πετάς;

Κρατούσα την κουπαστή με τα χέρια σφιχτά πάνω της νιώθοντας το παγωμένο σίδερο και την ξεφτισμένη μπογιά να με γδέρνει, αγναντεύοντας το λιμάνι που ολοένα και πλησίαζε. Προσπάθησα από τόσο μακριά να αναγνωρίσω τη  φιγούρα σου. Περίμενα. Κανείς  δεν ξέρει τι περίμενα και πώς. Το εισιτήριό μου τσαλακωμένο στην τσέπη, τόσο που δε διάβαζες καν τον προορισμό. Όχι, δεν το τσαλάκωσαν στην υποδοχή του πλοίου. Εγώ το τσαλάκωνα μέρες κρυμμένο σε ένα καφετί παλτό. Άνοιγα και έκλεινα το ταξίδι μου. Κι ύστερα το έχωνα βαθιά στην τσέπη.

«Εσύ απλά έλα στο λιμάνι», μου είπες σε ένα κοφτό τηλεφώνημα κι εγώ το έκλεισα μουδιασμένη.

Στο λιμάνι. Ένα λιμάνι γεμάτο από αναμνήσεις. Τόσες αφίξεις και τόσες αναχωρήσεις. Μα καμία να μοιάζει με το σημερινό συναπάντημα. Τα μάτια μου μπλέκανε με την αλμύρα και φτιάχνανε εικόνες θαλασσινές από το παρελθόν, ούτε που ξέρω το γιατί. Με το στόμα άρπαζα τον αέρα που έστελνε το νησί που ολοένα και πλησίαζα. Να καταπιώ την ευτυχία λίγο πριν έρθω αντιμέτωπη με το ίδιο της το σώμα, σκέφτηκα.

Σαν έδεσαν τα σχοινιά, εγώ λύθηκα. Κατέβηκα με το μικρό σακίδιο που δίσταζα μέρες να γεμίσω και που τελικά το άφησα άδειο. Μα πεισματικά το πήρα μαζί μου. Ίσως να προσμένω να το γεμίσω με εικόνες. Ίσως πάλι να θέλω να έρθει και να γυρίσει άδειο. Με το φόβο μήπως και φέρω στην πόλη μου κάτι από τούτο το διάστημα που θα ζήσω εδώ. Θα ζήσω. Ωραίο ακούγεται. Και πόσο; Και τι;

Στον Αντρέα είπα λίγο να ανασάνω. Πόσο; με ρώτησε απορημένος. Τα μάτια μου δεν είχαν μάθει να λένε ψέματα. Γύρισα να κοιτάξω το ντουλάπι με τον καφέ που δήθεν προσπαθούσα να φτιάξω και του απάντησα ένα μετέωρο Θα δείξει, δεν ξέρω. Ίσα να πάρω λίγες δυνάμεις, να αποφορτιστώ. Η απώλεια του πατέρα μου βοηθούσε σε τούτη την απλή συγκατάβασή του. Ήξερε πως τέτοιες στιγμές ήθελα ησυχία και θάλασσα. Τη δική μου  θάλασσα.

«Εσύ απλά έλα στο λιμάνι», ήχησε μέσα μου η φωνή σου και άρχισα να πλησιάζω τη γέφυρα εξόδου που είχε ήδη ξαπλώσει στην τσιμεντένια προβλήτα. Ένας γλάρος πέρασε μέσα στο γκαράζ των αυτοκινήτων και όλα τα κεφάλια κοίταξαν το θέαμα. Έμεινα να κοιτάζω κι εγώ το πέταγμά του, σα να έβλεπα κάτι πρωτόγνωρο.

«Πετάς;» σε θυμήθηκα να μου λες σε μια κουβέντα. Αν πετάω; σου είπα. Πού να ξέρω, ρώτα τα πουλιά, είπα και σταμάτησα να μιλάω. «Κι όμως ξέρω πως πετάς… γιατί σε έχω δει» μου είπες. Δε σου απάντησα. «Σε έχω δει να πετάς για να έρθεις σε μένα» συνέχισες με πείσμα, βέβαιος πως αυτή η εικόνα μπορεί να γίνει πραγματική.

Έφτασα τρέμοντας στην έξοδο. Σε είχα ήδη μυρίσει στο λιμάνι. Σε είχα ήδη δει πριν σε δω. Απέναντι στο μικρό πεζούλι καθόσουν οκλαδόν παίζοντας με τις παλάμες σου. Ωραίος όπως ακριβώς σε θυμόταν καιρό τώρα το μυαλό μου. Η εικόνα σου τόσο οικεία και τόσο απόμακρη μαζί. Έμεινα κοκκαλωμένη να σε κοιτώ σαν περίεργο αξιοθέατο. Χάζευα τις μικρές σου λεπτομέρειες. Τι μπορεί να κοιτάξει κανείς μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα; Μια τούφα από καφετί μαλλί που ο αέρας τη χόρευε, ένα δερμάτινο βραχιόλι παλιό γεμάτο από αναμνήσεις που δεν ήταν δικές μας και δέκα δάχτυλα φωτιά να πλέκουν το ένα μέσα στο άλλο από αμηχανία και αναμονή. Κι εγώ να γίνομαι φαντό ανάμεσά τους, νιώθοντας τη ζεστασιά τους και προσμένοντας να τα ξεναγήσω στο δικό μου τόπο.  Σήκωσες το κεφάλι απότομα σα να ήξερες ότι τόση ώρα έχω βουτήξει στην εικόνα σου και με είδες κι εσύ  ανάμεσα σε όλους. Τέτοια η γύμνια που ένιωσα που χαμήλωσα απότομα το κεφάλι μου σαν παιδί που κάποιος το μάλωσε.

Ντύθηκα την ασχήμια μου, την ανασφάλειά μου τους φόβους μου. Ένιωσα τόσο λίγη εκείνη τη στιγμή σαν αόρατη. Με ένα βήμα θα είχα μπει ξανά στο πλοίο δίχως να σε πλησιάσω μα σε είδα να σηκώνεσαι με ένα βλέμμα που αμέσως αγάπησα. Πώς αγαπάς κάποιον τόσο εύκολα, σκεφτόμουν σαν άρχισα να περπατάω κοντά σου. Ίσως να σε είχα αγαπήσει πολύ πιο πριν. Ίσως απλά να θέλω και να σε αγαπώ εκτός από το να σε αποζητώ με όλους τους δυνατούς τρόπους. Ταξίδεψα τα μάτια μου πάνω σου με λαχτάρα. Από τα μαλλιά σου μέχρι τα πόδια σου. Με το βλέμμα μου σε είχα ήδη χαϊδέψει. Με το στόμα μου σε είχα ήδη φιλήσει. Τα χείλια σου γυάλιζαν στον ήλιο σαν καραμέλα κεράσι που λαχταρούσα να γευτώ.

Σαν έφτασα κοντά σου, τα χέρια σου με πιάσανε από τους ώμους. Δε με αγκάλιασες. Με κοίταξες βαθιά στα μάτια, τόσο που λίγο ήθελα για να λιποθυμήσω.  Μείναμε για λίγα λεπτά ο ένας αντίκρυ στον άλλον αφήνοντας τα μάτια μας να γίνουν εξερευνητές. Μιλάγαμε με τις σιωπές και τις επιθυμίες μας σε μια γλώσσα άλαλη. Σα βουβός κινηματογράφος που κρύβει όλη την έντασή του στην εικόνα. Χίλιες λέξεις και καμία να βγαίνει. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Το σώμα μου έτρεμε. Εσύ κι εγώ στο λιμάνι να πετάμε, αλήθεια. Η θάλασσα το μόνο σίγουρο «έδαφος» κι ο χρόνος μια αδιάφορη παράμετρος.

Αν πεθάνω σήμερα, θα πεθάνω ευτυχισμένη, ήθελα να σου πω. Κι εσύ που το άκουσες, μου είπες, Όχι άλλοι θάνατοι καρδιά μου…φτάνει πια…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου…

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!