Select Page

Πλατεία Δεξαμενής

Πλατεία Δεξαμενής

Ήταν μια ζεστή και ηλιόλουστη ανοιξιάτικη Παρασκευή μεσημέρι, ώρα 2μμ, ιστορικά τεκμηριωμένη. Κάθισα στα σκαλοπάτια, στο κάτω μέρος της Πλατείας Δεξαμενής, να ξαποστάσω. Στο μυαλό μου, για πολλοστή φορά, τριγύριζε η γνωστή ιστορία του Τριανταφυλλίδη με τον Βάρναλη. Πριν πολλά χρόνια, σχεδόν μισό αιώνα, στο ίδιο σημείο καθόταν ένα μεσημέρι ο Βάρναλης. Δεν ξέρω τι μέρα ήταν, ούτε αν η μέρα ήταν ζεστή, αλλά εκεί τον συνάντησε ο Τριανταφυλλίδης. Έμεναν τότε και οι δυο στο Κολωνάκι.

- Τι κάνεις, ρε Κώστα, εδώ; τον ρώτησε ο δεύτερος.

- Περιμένω έναν κώλο, ν΄ ανεβώ την ανηφόρα, του απάντησε ο πρώτος.

Έπινα κρύο νερό από ένα μπουκαλάκι που αγόρασα από το περίπτερο, όταν πέρασε από δίπλα μου ένα ιδιαίτερα ελκυστικό κορίτσι με τζιν. Σηκώθηκα αμέσως και την πήρα από πίσω. Στην προσπάθεια μου να μην τη χάσω, ανέβηκα την ανηφόρα σε χρόνο ντετέ. Περπατούσε γρήγορα. Όταν έφτασε στο πάνω μέρος της πλατείας κοντοστάθηκε. Δευτερόλεπτα μετά έφτασα κι εγώ ασθμαίνοντας, καταϊδρωμένος. Κοντοστάθηκα επίσης να πάρω μια αναπνοή και να σκουπίσω το πρόσωπό μου μ’ ένα χαρτομάντιλο. Ξαφνικά γύρισε και μου είπε:

- Γιατί μ’ ακολουθείτε, κύριε;

Αιφνιδιάστηκα...

- όχι ...ναι…κατά κάποιο τρόπο, αλλά δεν…

Κι ενώ εγώ ψέλλιζα, προσπαθώντας να βρω τις κατάλληλες λέξεις, αυτή ξέσπασε σε γέλια.

Το πρόσωπό της ήταν φωτεινό σαν την ανατολή και το γέλιο της έρεε αβίαστα σαν τρεχούμενο νερό. Πρέπει να 'ταν γύρω στα τριάντα.

- Μένετε κοντά; με ξαναρώτησε.

- Ναι, εδώ πιο πάνω, στην Κλεομένους, απάντησα ξεψυχισμένα.

- Ξέρετε κάτι; Με τέτοια ζέστη έναν κρύο καφέ θα τον έπινα.

Λίγο αργότερα καθόμασταν στην αυλή του σπιτιού μου. Ένα από τα ελάχιστα παλιά σπίτια με αυλή, κυκλωμένο από ψηλές πολυκατοικίες.

- Ωραία είστε εδώ…

-Ναι, δεν λέω… Καλά είναι… Ήσυχα...

Προσπαθούσα να μαντέψω πού το πάει, αλλά το παρουσιαστικό και οι τρόποι της δεν έδειχναν να είναι …you know... αυτό που κατά βάθος ήλπιζα.

Μείναμε για λίγο σιωπηλοί. Έπινε αργά τον καφέ της και μου ζήτησε ένα τσιγάρο. Αλληλοπεριεργαζόμασταν ο ένας τον άλλο. Δεν τόλμησα να σπάσω αυτή τη σιωπή. Τελείωσε το τσιγάρο κι έψαξε με το βλέμμα της τασάκι να το σβήσει. Της ένευσα να το πετάξει στο χώμα.

- Θέλω να… δεν ξέρω, πώς να το πω; είπε διστακτικά.

- Καταλαβαίνω, απάντησα απερίσκεπτα.

- Όχι, δεν καταλαβαίνεις, είπε αυστηρά, στον ενικό αυτή τη φορά.

Έβγαλε από την τσάντα της ένα χοντρό φάκελο και μου τον έδωσε.

- Έχω κάτι να σου δείξω… Θέλεις να δεις;

Τον άνοιξα. Ήταν γεμάτος φωτογραφίες. Τις ξεφύλλισα κι έμεινα σπίτσλες.

- Δεν είναι αλήθεια, είπα ταραγμένος κάπως πιο δυνατά.

Αυτή έκανε ένα μικρό μορφασμό και…

- Αλήθεια είναι !

Σηκώθηκα και την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Κι αυτή το ίδιο. Στις φωτογραφίες ήταν μικρή. Όπως την πρωτοσυνάντησα. Πριν είκοσι τόσα χρόνια όταν γνωριστήκαμε με τη μάνα της. Η Νικολέτα ήταν μόλις πέντε χρονών. Όταν χωρίσαμε η Νικολέτα ήταν δεκατριών. Πρακτικά τη μεγάλωσα. Ήταν ένα ιδιαίτερα έξυπνο κι ατίθασο κορίτσι, μικροκαμωμένο από κάποιο πρόβλημα υγείας που ευτυχώς το ξεπέρασε γρήγορα.

Ένιωσα τεράστια ενοχή για τις πρόσφατες πορνοσκέψεις μου. Σαν αχρείος αιμομίκτης. Κι η συγκίνησή μου, που την ξαναείδα, μου ανέβασε υγρασία στα μάτια.

- Καλά ντε, μη βάλεις τα κλάματα, με ειρωνεύτηκε.

Έκατσα στην καρέκλα κι άναψα ακόμα ένα τσιγάρο. Τα χέρια μου έτρεμαν.

- Είναι κάτι που δεν το περίμενα, είπα.

- Η αλήθεια είναι ότι δεν μ΄ έψαξες κιόλας…

- Όχι, αν και το σκέφτηκα αρκετές φορές, δικαιολογήθηκα.

- Ναι, καλά. Εγώ όμως σ’ αναζήτησα και σε βρήκα, αν και λίγο τυχαία, ομολογώ. Σε αναγνώρισα αμέσως όταν σε είδα. Σε ακολούθησα μερικές φορές. Είδα αυτό το κόλπο που κάνεις με τα οπίσθια των γυναικών…

Κάπως μου ήρθε απότομα και στραβοκατάπια τον καπνό.

- Ποιο κόλπο; Τι εννοείς; ψευτοδιαμαρτυρήθηκα βήχοντας.

- Αυτό που έκανες σήμερα και με μένα…

- Μα...

Ξεκαρδίστηκε στο γέλιο.

- Μ' αρέσει να σε φέρνω σε αμηχανία… Κοκκίνισες… Ξέρεις, κάποτε ο Κώστας Τριανταφυλλίδης ο δημοσιογράφος, συνάντησε τον Κώστα Βάρναλη, τον ποιητή…

- Την ξέρω την ιστορία.

- Προφανώς και την ξέρεις, είπε συνεχίζοντας να γελάει.

Μου άρεσε όπως γελούσε. Στο ένα της μάγουλο σχηματιζόταν ένα λακκάκι θανατηφόρο.

- Πρέπει να ξέρεις ότι μένω στην ίδια γειτονιά, στην Ξενοκράτους. Στο σπίτι της γιαγιάς.

- Καιρό;

- Δυο χρόνια τώρα… Της πρότεινα ένα τσιγάρο άλλα έκανε πως δεν το είδε. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και συνέχισε σοβαρή.

- Μικρή ήμουν ερωτευμένη μαζί σου… Προσπαθούσα να σε αντιγράψω. Μ' άρεσε που μ’ έπαιρνες μαζί σου στα μπαρ. Η μαμά δεν το έμαθε ποτέ. Νόμιζε ότι κάνουμε βόλτες.

Αλήθεια ήταν. Την πήγαινα σινεμά σε ακατάλληλες για την ηλικία της ταινίες. Μια μέρα που βλέπαμε το ‘’Βασικό Ένστικτο’’ - είχε κάτσει μόνη της πιο μπροστά για να βλέπει καλύτερα- στη βασική ερωτική σκηνή που όλοι παρακολουθούσαν με κατάνυξη, με ρώτησε με πολύ δυνατή φωνή: ‘’Νίκο, ποιος είναι ο κακός;’’. Το τι επακολούθησε δεν λέγεται. Η αίθουσα τραντάχτηκε από τα γέλια και η ατμόσφαιρα του θρίλερ έγινε καπνός. Η μεγαλύτερη φιλοδοξία ενός μικρού παιδιού είναι να μεγαλώσει, κι εγώ της συμπεριφερόμουν σαν να ήταν ενήλικη. Την έπαιρνα μαζί μου και στα μπαρ. Της επέτρεπα να μπαίνει έστω και για λίγο στον κόσμο των ενηλίκων. Καθόμασταν στη μπάρα και ο μπάρμαν της ετοίμαζε ωραία κοκτέιλ φρούτων με χρωματιστές ομπρελίτσες και καλαμάκια. Οι θαμώνες της έκαναν κομπλιμέντα κι αυτή απαντούσε με τον τρόπο της. Έγινε η μασκώτ αρκετών Αθηναϊκών μπαρ. Ένιωθε σαν μικρή βασίλισσα. Όλα αυτά κρυφά φυσικά από τη μάνα της.

- Μ' έμαθες να κάνω πολλά πράγματα μόνη μου. Να βάζω πλυντήριο, να τακτοποιώ το δωμάτιό μου, να ετοιμάζω πρωινό.

- Χα, χα… η μάνα σου με κατηγορούσε ότι σε διαφθείρω. Όλα αυτά τα έκανες για να σου δίνω κάθε φορά μεγαλύτερο χαρτζιλίκι.

- Δεν ξέρω τι σου έλεγε η μαμά μου, αλλά μ’ έμαθες να δουλεύω και να εκτιμώ το χρήμα που προέρχεται από τη δουλειά. Εγώ νομίζω ότι ήταν πολύ ευχαριστημένη απ' όλα αυτά, γιατί σταματήσαμε να μαλώνουμε. Ειδικά για το δωμάτιό μου που δεν το τακτοποιούσα ποτέ πριν.

- Το ξέρω...

- Έχουμε πολλά να πούμε ακόμα, δεν φτιάχνεις και δεύτερο καφέ; Ή καλύτερα άσε, θα φτιάξω εγώ.

Πριν προλάβω να αντιδράσω, πετάχτηκε και χάθηκε μες το σπίτι.

Πέντε λεφτά αργότερα ξαναγύρισε με δυο νέους καφέδες.

- Είσαι λίγο ακατάστατος, ε; Το λέω ευγενικά. Καμιά κυρία δεν… αυτή την περίοδο; Εσύ πάντα ήσουν με κάποια. Ακόμα κι όταν ζούσαμε με τη μαμά μου.

Δεν μου άρεσε η τροπή που έπαιρνε η συζήτηση.

- Ξέρεις η μαμά ήταν ερωτευμένη μαζί σου. Χωρίσατε από μαλακία.

- Τι ξέρεις εσύ απ' αυτά; Τότε ήσουν μωρό ακόμα, είπα ενοχλημένος.

- Οι μεγάλοι όταν έχετε προβλήματα ξεχνάτε τα πάντα. Μαλώνετε και δεν περνάει από το μυαλό σας ότι τα παιδιά ακούνε. Τα παιδιά θυμούνται αυτά που ακούνε κι αν δεν τα καταλαβαίνουν εκείνη την στιγμή τα καταλαβαίνουν αργότερα. Εσύ έκανες μια βλακεία κι αυτή έκανε ακόμα μια. Χωρίσατε μετά από σχεδόν οχτώ πολύ καλά χρόνια, γιατί δεν γύρισες ποτέ να ζητήσεις συγνώμη.

- Ζήτησα αλλά…

- Ζήτησες μια φορά… Έπρεπε να ζητήσεις περισσότερες. Ήταν κάτι για το οποίο έφταιξες κυρίως εσύ. Ακόμα κι αν δεν το εννοούσες έπρεπε να τσαλακωθείς μπροστά της για να της δώσεις την δικαιολογία να υπαναχωρήσει. Η μαμά μου ήθελε να τα ξαναφτιάξετε. Σ’ αγαπούσε. Ήταν ευτυχισμένη μαζί σου. Άλλα ο εγωισμός σας … Έτσι χαθήκατε μεταξύ σας και χαθήκαμε κι εμείς. Εμένα δεν με σκέφτηκε κανείς σας. Ελπίζω να μην κάνω τέτοια ηλίθια λάθη στη ζωή μου...

Προφανώς είχε δίκιο η Νικολέτα. Κι όταν χωρίσαμε με τη μάνα της εγώ στεναχωρήθηκα πιο πολύ για τη μικρή. Επί ένα χρόνο σχεδόν, μετά τον χωρισμό, την έπαιρνα κάθε Κυριακή πρωί και τη γύριζα πίσω αργά το απόγευμα. Αλλά μετά η μάνα της έκανε άλλη σχέση, οπότε από τους τρεις πατεράδες, τον βιολογικό, τον νέο εραστή και τον πρώην, κάποιος έπρεπε να εξαφανιστεί. Εγώ ήμουν ο πρώην. Το 'κανα πιο πολύ για τη μικρή. Για να μην πάθει ψυχολογικό ντιρλαντά.

Είπαμε κι άλλα πολλά. Η μάνα της έφυγε για Λονδίνο με τον νέο της πατριό μόλις έσκασε μύτη η κρίση. Η Νικολέτα σπούδασε οικονομικά και δουλεύει σε μια μεγάλη ναυτιλιακή εταιρία. Εδώ και δυο χρόνια έχει μια καλή σχέση μ’ έναν συνομήλικό της μουσικό και με κάλεσε να τον γνωρίσω.

Μετά τους καφέδες φάγαμε πίτσες, ήπιαμε βότκα και το ξαναγυρίσαμε στον καφέ. Εγώ κάπνισα 2 πακέτα τσιγάρα κι η Νικολέτα με ξαλάφρωσε από μερικά. Με τα λέγε - λέγε, σχεδόν το ξημερώσαμε. Τη συνόδεψα μέχρι το σπίτι της αλλά πριν αποχωριστούμε ήπιαμε και δυο βότκες ακόμα σ’ ένα παρακείμενο μπαράκι, έτσι, για το ριγιούνιον. Της έδωσα κι ένα ζευγάρι κλειδιά του σπιτιού μου.

Λίγες μέρες αργότερα, γνώρισα το αμόρε της. Ήταν ένα νεανικό μου αντίγραφο. Της το είπα. Αντέδρασε γελώντας πάλι.

- Αμ, τι περίμενες να δεις; μ' αποστόμωσε.

Από τότε έρχεται συχνά στο σπίτι. Συμμαζεύει, ποτίζει τα φυτά, καμιά φορά μου ψωνίζει κιόλας. Αυτό μου κάνει πολύ καλό. Όχι ότι έγινα καλύτερος άνθρωπος. Εξακολουθώ να είμαι ένας βλάκας πορνόγερος. Εξακολουθώ να κάνω σκαλομαρία με το βλέμμα μου στα οπίσθια των καλλίγραμμων γυναικών που διασχίζουν την ανηφόρα της πλατείας της δεξαμενής. Εξακολουθώ να είμαι ακατάστατος. Να πίνω, να καπνίζω σα φουγάρο και να φλερτάρω με τις σερβιτόρες στα μπαρ. Αλλά από την ήμερα που μπήκε στη ζωή μου η Νικολέτα, νιώθω ότι έχω πάλι οικογένεια.

 

Ένα απόγευμα με πέτυχε την ώρα που αναχωρούσε η Νόρα.

- Ποια ειν' αυτή η ξεμαλλιασμένη, με ρώτησε. Την έχω ξαναδεί εδώ.

- Μια γειτόνισσα, απάντησα εγώ. Μένει στον πέμπτο, στη διπλανή πολυκατοικία. Ο αέρας έριξε κάτι ρούχα στην αυλή κι ήρθε να τα μαζέψει.

Με κοίταξε με την έκφραση της Τζοκόντας.

- Νικολέτα, είναι παντρεμένη, πρόσθεσα.

- Α καλά, τώρα νομίζεις ότι το έσωσες, είπε γελώντας.

- Και στο δέντρο εκεί… αυτό το εσώρουχο, δικό της;

- Ο άτιμος ο αέρας. Είναι ψηλά. Θέλει σκάλα. Καλύτερα να περιμένουμε το Φθινόπωρο, αστειεύτηκα.

- Ο άτιμος ο αέρας που παίρνει τα εσώρουχα των γυναικών και ανακατεύει τα μαλλιά τους, είπε με στόμφο.

- Να προσέχεις. Νομίζω ότι οριοθετεί το χώρο με τα εσώρουχά της, συμπλήρωσε.

- Υπερβολές. Δεν πιστεύω σε συνωμοσίες.

Σκάσαμε μαζί στα γέλια.

Ύστερα σοβάρεψε, τύλιξε τα δυο της χέρια γύρω από το λαιμό μου και μου ψιθύρισε στο αυτί.

- Ξέρεις κάτι; Είσαι κάποιας ηλικίας και εξακολουθείς να συμπεριφέρεσαι σαν ανόητος έφηβος.  Δεν ξέρω τι λένε οι άλλοι, αλλά εμένα πάντα μου άρεσες έτσι. Σε εκλιπαρώ να μην αλλάξεις. Μου το υπόσχεσαι;

Σφραγίσαμε την υπόσχεση με δυο παγωμένες βότκες. Ο φίλος της, που ήρθε κάνα δυο ώρες αργότερα, μας βρήκε να τραγουδάμε τη Φραγκοσυριανή. Έβγαλε την κιθάρα του και τελειώσαμε όλοι μαζί το μπουκάλι με το Satisfaction. Νομίζω ότι το μάτι μου πήρε τη Νόρα να μας χαζεύει από τον πέμπτο. Άφησε επίτηδες ένα κιλοτάκι να πέσει στον κήπο μου. ‘Ήταν το συνθηματικό μας.

_

γράφει ο  Νίκος Γιαννόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

2 Σχόλια

  1. Απόστολος Παλιεράκης

    Πάντα ευρηματικός και απολαυστικός.

    Απάντηση
    • Νικος Γιαννοπουλος

      Απόστολε ευχαριστώ…η γνώμη σου μετράει….

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!