-Ποιοι είστε;

-Κάποιοι που χάσανε το όνομά τους

-Πού πάτε;

-Πάμε έξω από τη θάλασσα

-Μα έξω δεν έχει τίποτα για εσάς

-Το ξέρουμε πια. Μα δε φοβούνται οι νεκροί

Περπάτησαν πάνω στη θάλασσα, σχεδόν τη χάιδεψαν. Με τα σκισμένα τους παπούτσια, τα γδαρμένα από τα βράχια τους πόδια. Στεριές και στεριές που περίμεναν να βρουν δίχως του φόβου τη θηλιά. Σχημάτιζαν όλοι μαζί ένα θαλάσσιο τέρας. Ένα αλλόκοτο θηρίο. Που όσο μεγάλο και τρομακτικό και να φαινόταν, μέσα του ήτανε σάπιο.

-Το σπίτι σας πού είναι;

-Δεν έχουμε σπίτι

-Η γη σας;

-Δεν έχουμε γη

-Και τούτα τα παιδιά;

-Αέρας σαν κι εμάς. Όνειρα θαμμένα στο βυθό. Λασπωμένα υγρά κι άλλα ξερά.

 

Τα είδα τούτα τα παιδιά. Τους άφησαν για λίγο τα χέρια και βουτήξανε στα νερά. Δίχως σωσίβια. Περίμενα να βγουν. Φοβόμουν μην πάθουν περισσότερα. Τι μάταιος φόβος. Ύστερα βγήκαν ξανά κρατώντας τεράστια κοχύλια στα χέρια. Τα έβαλαν στα αυτιά τους και κλείσανε τα μάτια τους.

-Τι ακούν;

-Τη ζωή

-Ποια ζωή;

-Τη ζωή που δεν έζησαν...

Καμπούριασαν ταπεινοί και ταπεινωμένοι. Με τα σημάδια της αδικίας ουλές πάνω στο σώμα τους. Κραυγές χωρίς φωνή στο στόμα τους. Τόσα ουρλιαχτά στις παγωμένες βάρκες, στα κύματα, στην πείνα και στη δίψα, στις βόμβες, στο θάνατο που έσβησε η φωνή. Τελείωσε. Έσπασαν οι χορδές. Αποσύρθηκε από τη μνήμη το λεξικό, η αλφαβήτα. Ποιο γράμμα. Ποια γραφή. Άδικος κόπος πια…

-Πώς έγιναν όλα αυτά;

-Όπως γίνονται πάντα…

Περπάτησαν έξω στη στεριά. Με τα χέρια ενωμένα γυναίκες και άντρες και παιδιά αγκαλιά. Μια ουρά κόσμος σε δρόμο έρημο. Ο ήλιος να καίει. Ο ήλιος να πονά. Ο ήλιος να τους πονά. Τότε ένα γέλιο ενός παιδιού εκεί ανάμεσα σε τόσα χαμένα χαμόγελα, έγινε ο καθρέφτης του ήλιου. Πρόβαλε πάνω του, κι εκείνος στην ερημιά του κόσμου, σκιές από τούτο το προσφυγικό τσουνάμι σε ολόκληρη τη γη. Να έχουνε τη γη τους οπως δικαιούνται. Κάθε που φωτίζει ο ήλιος. Ναι. Να τρέχουν οι σκιές τους σε μέρη που δε σκοτώνει ο ένας τον άλλον. Ναι. Να λένε τα παιδιά τους τραγούδια στην αυλή και να αχνίζει το φαΐ στο τραπέζι της δικής τους κουζίνας σε ένα σπιτικό από χώμα, έστω, μα σε ένα σπιτικό. Ναι.

-Θα σας ξαναδώ;

-Όταν γυρίσει πάλι ο ήλιος…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!