τοβιβλίο.net

Select Page

Πόσο αντέχει ο γάιδαρος;

Πόσο αντέχει ο γάιδαρος;

“Γυναίκα δεν αντέχω μπλιο σαν σκλάβος να δουλεύω,
γι’ αυτό θα φύγω απ’ το χωριό, γάιδαρο να γυρεύω.
Θα πάω εδώ, θα πάω εκεί, μα κάπου θα παντίξω
τετράποδο για βοηθό, στο σπίτι να γυρίσω!”

Αυτά είπεν ο Μανωλιός. Πήρε των οματιών του
να φέρει το γαϊδούρι του στον στάβλο τον δικό του.
Με τα πολλά, σε μέρες τρεις, περήφανος γυρίζει
κι απ’ την πολλή του τη χαρά βάλθηκε να σφυρίζει.

Πλήρωσε λίγο ακριβά, μα πήρε τεφαρίκι
γάιδαρο που θα του ’βγαζε, μπάρε μου, ένα νοίκι.
Η κυρά Μανωλάκαινα στην πόρτα τους προβαίνει
και μ’ έναν άλυσο βαρύ τον γαϊδαράκο δένει.

Γοργά γοργά την ταχινή, μαζί με τον Μανώλη
καβαλικεύει τον Ντορή ντουγρού για το περβόλι.
Δέκα κοφίνια μάζωξαν σταφύλια απ’ την πεζούλα
και στον παντέρμο τον Ντορή του τα φορτώσαν ούλα.

Με μια ραβδέ τον έκαναν στα πλάγια να γλακάει
χωρίς νερό, χωρίς σανό, το ζωντανό να φάει!
Με τις οπλές κατέβαινε κι όλο αγκωμαχούσε
κι έκανε το ζωντανό τα όσα δεν μπορούσε.

Ο Μανωλιός περήφανος μαζί με την κυρά του
καμάρωνε για τον Ντορή και την περπατησιά του.
Τον πότισαν, τον τάισαν, του βγάλαν και το λέρι
και πήγαν ολοσούμπητοι στης Αρετώς τ’ ασκέρι.

“Άκου” της λέει ο Μανωλιός “ταχιά μαζί θα πάμε
τον τρύγο να τελειώσουμε, μα δε θα κουβαλάμε!
Όλα θα τα ’χει ο Ντορής στην πλάτη του βαλμένα.
Είναι σκαρί απ’ τα γερά, μον’ άκουε κι εμένα!

Εγώ δε θέλω και πολλά, πέντ’ έξι παραδάκια,
να πιω και μια και να γευτώ και τα καβρουμαδάκια.”
Και τ’ όντις έτσι εγίνηκε και ξετελέψαν όλοι
τον τρύγο, που ’χαν τον Ντορή φαμέγιο στο περβόλι.

Πολλές φορές απόκαμε ο δόλιος να πορίσει
τόσα κοφίνια μονομιάς να τους τα κουβαλήσει.
Φωνή δεν είχ’ ο έρημος, ντρέτα να τους μιλήσει
πως δεν αντέχει άλλο μπλιο τούτη τη μαύρη ζήση.

Έτσι περνούσε ο καιρός και κύλαγαν οι μέρες
και ο Ντορής ολημερίς εγρήκουνε φοβέρες.
Είδε κι απόειδε ο γάιδαρος πως προκοπή δε βλέπει
λίγο σανό, μια ολιά νερό, αυτά του επιτρέπει.

Και τότε πήρ’ απόφαση εκδίκηση να πάρει
όταν στη δέση θέλησε να πάει το ζευγάρι.
Πατάτες θα μαζώνανε, πέντ’ έξι - δέκα τόνους,
όπερ και θα χρειάζονταν, μπάρε μου, δέκα όνους!

Κι ως τις σακιάσαν όλες τους για τον Ντορή τραβούνε
και πάνε ως τον πάσαλο “Μα πού ’ναι, αλήθεια, πού ’ναι;”
Κοιτούν δεξιά, κοιτούν ζερβά, μα πράμα δε θωρούνε
το ζωντανό τους έλυσε και δεν κατένε πού ’ναι.
Με τα πολλά το πήρανε απόφαση εν τέλει
“Ήντα πως είναι ζωντανό; Κι αυτό φροντίδα θέλει…”
Τα τσουβαλίδια βάλανε στην πλάτη τους κι οι δυο τους
και πήραν ένα μάθημα από το ζωντανό τους.

Γαϊδουρινή υπομονή άνθρωπος πρέπει να ’χει
μα πρέπει και να σέβεται και ν’ αγαπά αν λάχει.

_

γράφει η Χρυσούλα Πλοκαμάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Χριστίνα Σουλελέ

    Η υπομονή έχει και τα όριά της. Αφού το κατάλαβαν έστω και στο τέλος πάλι καλά. Κυρία Χρυσούλα το ποίημα απολαυστικό όσο για τον γάιδαρο τον αγάπησα.

    Απάντηση
  2. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΟΚΑΜΑΚΗ

    Ελένη Χριστίνα καλησπέρα,

    Σε ευχαριστώ πολύ για την επιμέλεια!
    Ο Θεός να σε έχει καλά!

    Χρυσούλα Πλοκαμάκη

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Bazaar βιβλίων

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος