Select Page

Σαλώμη

Σαλώμη

Σαλώμη, new age.

(Η Σάλι είναι με ένα ξεσκονόπανο με φτερά και ξεσκονίζει με μανία. Σηκώνει τα διακοσμητικά και ξεσκονίζει τα πάντα. Ψυχαναγκαστική νοικοκυρά)

Με λένε Σάλι. Και μάλλον είμαι η αδικημένη της παρέας. Δεν είναι, βλέπετε, και τόσο εύκολο να κουβαλάς στους ώμους σου μια τέτοια ιστορία.

Α… όχι, μην περιμένετε να σας την αφηγηθώ. Τόσα χρόνια βαρέθηκα να λέω τα ίδια και τα ίδια. Ευφυής λένε οι μισοί, κωλόπαιδo οι άλλοι, και εκείνο το «Να που την οδήγησε το μεγαλείο της ομορφιάς της» με κάνει τούρμπο.

Στο κάτω κάτω, τι σκατά τους χάλασε; Όλες τριγύρω μου λένε ότι θέλουν έναν άντρα στο πιάτο τους. Σάμπως εγώ ζήτησα κάτι άλλο; Αυτό ζήτησα. Κι αυτό ούτε καν για πάρτι μου, αλλά  για χάρη της μανούλας. Τον άφησα καιρό να τη διασύρει, μα μετά δεν άντεξα. Και χρησιμοποίησα τα μέσα που είχα. Γιατί στην τελική, ποια άλλη είναι σαν εμένα;

Χρόνια τώρα ουρές κάνουν να με δούνε. Που και που κόβω εισιτήρια για να τους χορέψω το χορό των εφτά πέπλων. Ε, και τι κακό είναι; Μήπως τους παίρνω το κεφάλι; Καμιά φορά μου λένε «Είσαι μια μαϊμού εσύ».

Η αλήθεια είναι ότι μερικές φορές νιώθω κάπως έτσι. Βγάζω συχνά προς τα έξω τον καλό μου εαυτό και τότε μαϊμουδίζω. Δε θέλω να είμαι καλή, δε θέλω να είμαι κοινωνική, δε με νοιάζει αν ο γείτονάς μου πεθαίνει από την πείνα. Πεθαίνω εγώ; Έ, σας ρωτάω; Πεθαίνω εγώ; Όπως βλέπετε, όχι. Γιατί εγώ ποτέ δεν πεθαίνω.

Και έρχεται μετά η Σούλα και μου λέει: Χρυσή μου, πες μου επιτέλους ποιος είναι ο πλαστικός σου; Ε, όχι Σούλα μου, δε χρειαζόμαστε όλες πλαστικές.

Το ‘ πα και πριν, δεν το ‘πα; Ουρές τα γκομενάκια. Ένα πέπλο να ρίξω και πάρ’ τους όλους στην πιατέλα. Και το βράδυ μόνη. Φανταχτερή μα μόνη. Και πάντα έτσι. Και περνάνε μπροστά στα μάτια μου εικόνες από τα ένδοξα μεγαλεία και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως εκείνα πάλι θα έρθουν, γιατί έχω τη μαγιά και στην τελική δεν είμαι νούμερο στο τσίρκο. Να σας κάνω μια ρόδα;

Κοιτάξτε κάνω κι άλλα ακροβατικά. Για να επιβιώσω. Και τελικά με λεν κωλόπαιδο, γιατί; Για την αθανασία μου. Μέσα σε έναν κόσμο που μυρίζει θάνατο από τη στιγμή της γέννας του, εγώ είμαι το κωλόπαιδο.

Και δεν συγχωρεί κανείς. Ίσα ίσα κάνουν και αστεία μαζί μου: Πώς σε λένε, Σαλώμη; Σόρρυ, ένα λεπτό να κρύψω τα πιάτα. (ανοίγει ένα έπιπλο και βγάζει μια ντάνα πιάτα - ξεσκονίζει τα πιάτα)

Με λένε Σάλι και είμαι ένα κωλόπαιδο. Στην τελική έχω μια ιστορία, ένα παρελθόν και δεν μπορεί να έρχεται ο κάθε παροδικός και να με αμφισβητεί. Τότε... στρώνω τραπέζι. Με πιάτα. Και συζητώ. Και διαπραγματεύομαι. Αλλά δεν κάνω κάτι. Γιατί εγώ θα αλλάξω τον κόσμο; Μωρέ αυτός αλλάζει από μόνος του. Είχα γνωρίσει κάποτε έναν Μήτσο. Ήταν πολύ ωραίο παλικάρι. Μου έκανε όλα τα χατίρια, με ξεμονάχιαζε δήθεν τυχαία και μου έταζε τον ουρανό με τ’ άστρα. Μήτσο του έλεγα… αν με αφήσεις, θα σκοτωθώ... διότι ο Μήτσος ήταν, μιλάμε, πολύ Μήτσος.  Μα ο Μήτσος γέρασε και μετά ξέρετε… θνητός και τον έκλαψα, μα είχε έναν εγγονό… πιο Μήτσο απ’ τον παππού και ο εγγονός είχε έναν άλλο εγγονό. Μέχρι που βαρέθηκα τους εγγονούς και πήγα σ’ άλλο σόι.

Έτσι είναι κι ο κόσμος, αλλάζει, προχωρά από Μήτσο σε Μήτσο. Καμιά φορά αλλάζει και σόι…

Έλεγα τις προάλλες στη Μαρία, ότι δεν είναι καλό να κουβαλάς ένα όνομα. Γιατί κανείς δε δέχεται την παρακμή σου, γερνάς δε γερνάς. Όλοι κάτι περιμένουν από σένα. Και εγώ παλιά είχα όρεξη και μάγευα μ΄έναν χορό. Μέχρι που πέρασαν τα χρόνια και έγινα η πόρνη τους.

Στην αρχή μου άρεσε. Καλύτερα διάσημη πόρνη, παρά άσημη νοικοκυρά. Μετά βαρέθηκα. Και ούτε καλή νοικοκυρά έγινα. Γιατί, δυστυχώς, γεννήθηκα όμορφη και οι όμορφες δεν είναι για το ξεσκονόπανο. Τότε ήταν που ένιωσα πως στην πιατέλα ήταν το δικό μου κεφαλάκι.

(παύση) Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που παίρνω τους δρόμους.

Πάω στο μανάβη και του λέω: «αχ, κυρ Νίκο, είσαι τόσο καλός πάντα μαζί μου», ρίχνω ένα βλεφάριασμα  και δήθεν τυχαία τον ακουμπώ με το γοφό μου… ξέρετε που... μανάβης είναι… στον πάγκο με τις μπανάνες και φεύγω με μια τσάντα φρούτα δώρο.

Και μετά πάω να πιάσω δουλειά. Και επειδή εκεί δεν έχει πάγκο με μπανάνες εύκολα προσβάσιμο, γίνομαι γραμματέας πολιτικού κόμματος για να έρχονται οι… πάγκοι σε μένα και να μην τρίβομαι εγώ σ΄αυτούς. Όμορφη, καλή στα ψέματα με αφοπλιστικό χαμόγελο. Και μπαίνει μέσα στο γραφείο τύπος μαινόμενος, με κοιτά, ρίχνει τους τόνους και λέει: «Κορίτσι μου,  δίπλα στο φούρνο μου άνοιξε άλλος φούρνος και πρέπει να κάνεις κάτι».

«Μάλιστα κύριε του απαντώ. Θα έχει πέσει η δουλειά σας και μετά βίας τα βγάζεται πέρα».

«Όχι μωρέ, μια χαρά ζω…» απαντά «αλλά να, μειώθηκαν τα κέρδη και καταλαβαίνεις. Άλλωστε εγώ σας ψήφισα».

«Μάλιστα κύριε και βέβαια καταλαβαίνω» του λέω και έχω πραγματικά ταυτιστεί μαζί του. «Πώς τον λένε τον γείτονά σας;»

«Γιάννη, κυρία Σάλι».

Σηκώνω το φρύδι ψηλά και λέω με παράπονο. «Μα καλά  δε βαρέθηκες να μου κάνεις ακόμα παιχνίδια;»  και παίρνω τηλέφωνο αμέσως τον Χ. και του λέω λάγνα «κοίτα Χ., σε παίρνω από το πολιτικό γραφείο και θέλω το κεφάλι του Γιάννη στο πιάτο.»

Και φυσικά επαναλαμβάνω την ιστορία μου.  Όταν κάποιος με ενοχλεί το ρίχνω στο χορό και του παίρνω το κεφάλι.

Αφού θα ‘ρθουν κι άλλοι Μήτσοι, με έναν λιγότερο τι θα γίνει, θα χαλάσει ο κόσμος; Εμένα το θέμα μου είναι ότι βαρέθηκα. Βαρέθηκα να κουβαλώ ένα όνομα και μια ιστορία. Η ιστορία ούτε που με αφορά. Το πα. Βαρέθηκα ακόμα και να βλέπω τους Μήτσους να πεθαίνουν. Αηδίασα από τα κεφάλια στα πιάτα. Με πόσα να χαρείς πια; Βαρέθηκα τα φρούτα του μανάβη και τους χορούς. Βαρέθηκα και τα πέπλα. Βαρέθηκα το παρελθόν μου… και το χειρότερο είναι ότι  βαρέθηκα και το μέλλον μου. Μα παραμένω Αξιοθέατο. Για την ιστορία που έχω αποτάξει, για τον πλαστικό που δεν έχω, για την άποψη που μου λείπει. Μόνη με ένα κινητό στο χέρι  τραβάω σέλφις και δεν αυτοθαυμάζομαι πια.

Γιατί είμαι Σάλι από το σαλεμένη. Από την αίσθηση του κρύου που νιώθω, από την άλλη που θα ήθελα να είμαι. Ξέρετε από εκείνη που έρχεται για να φύγει, όχι για να μείνει για πάντα εδώ. (παύση)

Τι θα λέγατε, να σας χορέψω λίγο; (Χορεύει και σπάει ένα ένα τα πιάτα)

_

γράφει η Έφη Γεωργάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

2 Σχόλια

  1. Rea Zacharia

    Την αγάπησα τη Σάλι και τα πέπλα της στους Μήτσους! Είναι διαχρονική η γοητεία και ο κυνισμός της, το πληγωμένο της εγώ που μόνο στις θεατρικές παύσεις αφήνει να αιωρείται. Γιατί η Σαλώμη είναι για να χορεύει κάτω από προβολείς και ν’ ακούγεται στην πλατεία. Συνεννοηθήκαμε.
    Μαγική μου Έφη.

    Απάντηση
    • Έφη Γεωργάκη

      Κι εμείς πίσω από τα φώτα μαζί, πιασμένες χέρι χέρι να μιλάμε χωρίς φωνή, να υπάρχουμε χωρίς αποδείξεις. Μαζί.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!