Select Page

Σε Γκρίζο Φόντο

Σε Γκρίζο Φόντο

 

«Αναπαυτικά είναι εδώ» μονολόγησα βουλιάζοντας την ύπαρξή μου βαθύτερα στην φθαρμένη πολυθρόνα, με το βλέμμα στραμμένο στις πορφυρές φλόγες που χόρευαν μες το τζάκι. Πιο πέρα, η τηλεόραση έπαιζε στη διαπασών. Ξεμπέρδεψαν με τον αριθμό των νεκρών κι έπειτα ανακοίνωσαν τα νούμερα του τζόκερ. 

Άκουσα το Τζίμη να παραμιλά: «[…] Οι νεκροί δεν είναι ποτέ μονοί αριθμοί και ας πεθαίνουν πάντα μόνοι… Λίγα τριμμένα όνειρα στο σταχτοδοχείο και το τζάκι να καίει, να λιώνει το ανάστημά μας και εμείς να πέφτουμε… μα να μην σηκωνόμαστε ποτέ. Πιο υπάνθρωποι από ποτέ, να κλέβουμε, να σκοτώνουμε, να αδιαφορούμε και ‘φτου απ’ την αρχή, να μην έχει άνοιξη αυτός ο χειμώνας…» Βαριαναστέναξε και πάλεψε να σηκωθεί, πιο βαρύς από ό, τι ήταν. Προτού φύγει, στάθηκε για λίγο πάνω από την πολυθρόνα μου και μού ψιθύρισε: «Ό, τι μάχαιρα δώσεις, τέτοια θα λάβεις και όπως εκτιμήσεις στον άλλο, έτσι θα σου συμπεριφερθεί.»

Το τσιγάρο του κάπνιζε ακόμα, παρατημένο σε ένα τασάκι γεμάτο αναμνήσεις. «Το καπνίζεις ή σε καπνίζει, ρε;» τον κορόιδεψα, καρφιτσώνοντας ένα μειδίαμα στο πρόσωπό μου ταυτόχρονα με έναν πνιχτό ήχο ξεθωριασμένου γέλιου. Δε μίλησε. Προχώρησε και άρχισε να χάνεται στις σκάλες, αφήνοντάς με για άλλη μια φορά σκεπτικό, με μόνη συντροφιά τον ρυτιδιασμένο μου εαυτό. «Τον μπαγάσα, πετάει συμπυκνωμένες τις ασυναρτησίες και προτού προλάβω να φέρω αντίρρηση, μ’ αφήνει σύξυλο», μονολόγησα και πάλι.

Χρόνια τώρα προσπαθούσα να τον πείσω ότι εγώ ο γεροξεκούτης έκανα στα νιάτα μου μια-δυο πιθαμές χαμαλοδουλειά για τούτον εδώ τον ασθενικό κόσμο και ας μη μου φαίνεται πια. Δεν με πιστεύει ο άτιμος. Μεσήλικας μεν, έτη νεότερος δε από του λόγου μου και κάθεται να μετρήσει τους κόμπους της ζωής έναν-έναν, ενώ του έχω πει χίλιες φορές πως δεν ξεδιαλύνεται ο κόσμος μας έτσι απλά. Μα αυτός εκεί. Να επιμένει και να λέει πως όχι, υπάρχει λύση, δεν μπορεί.

Ο δυστυχής… Τι να του πεις… Είναι να παίζεις με τα νιάτα;

Τον αφήνω να μιλά και κάνω που και που λιγουλάκι πως τον καταλαβαίνω. Δείχνει και αυτός κατανόηση στο γεροξεκούτιασμά μου και τα πάμε μια χαρά ή έστω τα βολεύουμε με δυο ποτήρια ουίσκι αλληλοκερασμένα «να πάνε κάτω τα φαρμάκια». Μα αντί «να πάνε κάτω», αυτά καταλήγουν σε αέναες γυροβολιές μέσα στο αίμα μας και έτσι μαθαίνουμε σιγά-σιγά να τα συνηθίζουμε…

Κέρασα τον εαυτό μου ένα ακόμη ποτήρι ουίσκι – το τελευταίο, όπως υποσχόμουν για τα τελευταία τρία στον εαυτό μου– και έχωσα τις παραισθήσεις μου στις φλόγες, αλλά οι φαινομενικές ασυναρτησίες του φίλου και συγκατοίκου μου δεν έλεγαν να ξεκουμπιστούν από το μυαλό μου… Αντ’ αυτού, προστέθηκαν σε αυτές και άλλα αιώνια ερωτήματα που απαντώνται πάντα με διπλωματία και ασάφεια και πάντα αναπάντητα παραμένουν… Τι είναι ανθρωπιά, τι είναι αγάπη και τι αξιοπρέπεια… Η μία άκρη της γης να μαστίζεται από τον πόλεμο, η άλλη από την τρομοκρατία. Και ανάμεσα στα δύο άκρα να κυλούν θάλασσες στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος, ως φόρο τιμής σε όσους έδυσαν καταμεσής τους.

 

Έξω ακούστηκαν μπουμπουνητά. Αν δεν είχα γίνει τόσο αναίσθητος ή αν δεν γινόταν τόσο συχνά αυτός ο κοσμοχαλασμός, πιστεύω θα τρόμαζα λιγάκι, ίσως και να μου ξέφευγαν λίγα ούρα στο βρακί, βασικό χαρακτηριστικό νεογνών και υπερηλίκων, μια σιχαμένη απόδειξη ότι γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και γερνάμε βεβηλωμένοι από τις πιο ουσιώδεις ανάγκες ανάμεσα στα σκέλια μας.

Σηκώθηκα τρεκλίζοντας με μια ολοκαίνουρια μαγκούρα να συγκροτεί τα πανάρχαια μέλη μου και έσπρωξα απαλά την κουρτίνα να κοιτάξω έξω. Από παιδί μ’ άρεσε να κολλάω το πρόσωπο στο τζάμι και να αφήνω τις σταγόνες της βροχής να με μουσκεύουν νοητά. Ευτυχώς ζωντανεύω αυτή την ανάμνηση μόνο όταν ο Τζίμης δεν είναι μπροστά για να με περιγελάσει. Κόλλησα την μάπα μου στο παγωμένο τζάμι και άφησα τη βροχή – έστω και νοητά – να με ελευθερώσει από τις δόλιες σκέψεις που μου φύτρωσε αυτός ο άτιμος στο κεφάλι και από όσες λούφαζαν ήδη τόση ώρα που είχαμε ανοιχτό αυτό το μαραφέτι που λέγεται τηλεόραση.

Έκανα να απομακρυνθώ από το τζάμι και ξάφνου βλέπω να με κοιτάζει ένα σαρακοφαγωμένο πρόσωπο με ολόμαυρα μάτια, ρυτιδιασμένο ως εκεί που δεν πάει. Οπισθοχώρησα άθελά μου τρομαγμένος. Διάολε, πώς γερνάμε έτσι; Σαν παραγινωμένο φρούτο που δεν προνόησε κανείς να βάλει στο ψυγείο, να σαπίζουμε στο ξερό χορτάρι, να μουχλιάζουμε στο μουσκεμένο. Και να μην έχει επιστροφή σ’ αυτή τη ζωή. Σημείωσα νοητά ότι θα ‘πρεπε να αρχίσω να πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή, μπας και λυτρώσω έστω την ψυχή μου από το σαράκι που την κατατρώει.

Να κοιμήθηκε άραγε ο Τζίμης;

Έκανα μια γύρα στο άδειο δωμάτιο και στάθηκα μπροστά στο τζάκι που τσιτσίριζε. Πώς ξεθυμαίνει και αυτό το διαολεμένο χωρίς να πλημμυρίσει καπνούς το δωμάτιο, ποτέ μου δεν έμαθα. Έκλεισα το πορτάκι και άφησα τα εναπομείναντα κούτσουρα να σιγοκαίνε μπας και φιλοτιμηθούν τα στοιχειά και μετοικήσουν εδώ, να ‘χουμε λίγη παρέα, να πασπαλιστεί και το δωμάτιο με λίγη μαγεία.

Πήγα στο μέρος που οι πολιτισμένοι αποκαλούν τουαλέτα και μετά σύρθηκα αργά ως τον υπνοδωμάτιο ανοίγοντας την πόρτα που τρίζει και που την αφήνουμε χρόνια τώρα να τρίζει, για χάρη αυτής της αναθεματισμένης ψευδαίσθησης ότι δεν είμαστε μόνοι σε τούτη την ερημιά. Και ποιος να θέλει να είναι μόνος σε ερημιές; Αν η καρδιά του ανθρώπου είχε φτιαχτεί για μοναξιές, τότε το μυαλό δεν θα σχημάτιζε οπτασίες βασισμένες σε διασκορπισμένα αντικείμενα και συγκεχυμένους ήχους.

Τρύπωσα σαν τυφλό αγρίμι στο δωμάτιο, χτυπώντας πάνω στο κομοδίνο με τη μαγκούρα μου και – νομίζοντας πως είμαι ακόμα στην εφηβεία – ρίχτηκα πάνω στο κρεβάτι, μετανιώνοντας αστραπιαία την προσποιητή ευκινησία μου, την ίδια στιγμή που τα κόκκαλα μου παραπονιόντουσαν γοερά. Πιο ετοιμόρροπος από ποτέ λούφαξα στο μαξιλάρι και άφησα το ροχαλητό του Τζίμη να με αποκοιμίσει.

Τα όνειρά μου κυλούσαν φορτωμένα και επαναλαμβανόμενα. Η φαντασία πολλαπλασιάζεται στη μοναξιά, όπως και οι αναμνήσεις, μα αρκετές φορές αυτά τα δυο αγρίμια συγχέονται και δύσκολα ξεχωρίζεις τι πραγματικά έζησες και τι ονειρεύτηκες. Σάμπως έχει καμιά σημασία; Μόνο αυτό που αισθάνθηκες έχει.

Το πρωί ξύπνησα νωρίς, ως συνήθως. Αυτά τα τελευταία χρόνια πάντα ξυπνώ χωρίς ξυπνητήρι και πάντα ξημερώματα. Καμιά φορά μου ‘ρχεται να κακαρίσω και εγώ σαν τα κοκόρια, μα έπειτα… να, σκέφτομαι πως μαζεύτηκαν ήδη πολλά και η μέρα όσο και αν χαράζει, πάντα αξημέρωτη παραμένει.

Αφέθηκα να κοιτώ για λίγο το μουχλιασμένο ταβάνι του δωματίου με τις αραχνιασμένες γωνίες. Σε αυτό το δωμάτιο κοιμίζουμε κάθε επαναλαμβανόμενο βράδυ τις πέτσινες προβιές του εαυτού μας και αφήνουμε το πνεύμα μας σε μέρη που ίσως δεν πήγαμε ποτέ. Μια μισοφαγωμένη ανάμνηση ονείρου μού τριβελίζει το μυαλό ωσότου χάνεται και αυτή ανακατωμένη με μύρια άλλες μέσα στα βάθη του μυαλού μου.

Με το μυαλό ξυπνητό και το σώμα ακόμη νωχελικό, κάθισα να υπολογίσω την κατάντια μου. Πάνε χρόνια από τότε που έπαψα να εργάζομαι στη φάμπρικα και ακόμα δεν έχω χαρεί τα γηρατειά μου. Πώς να χαρώ άλλωστε; Έμεινα ένας γεροξεκούτης χωρίς γυναίκα και απογόνους, αφού καμία από όλες τις «αιθέριες υπάρξεις» που πέρασαν από τη ζωή μου δεν άντεξε τις παραξενιές και την γκρίνια μου. Η αλήθεια είναι ότι και ‘γω τις έβλεπα όλες ίδιες, και γι’ αυτό δεν κάθισα να το παλέψω πολύ με καμιά τους. Μεγαλωμένος χωρίς μητέρα, θεωρούσα πάντοτε ότι οι γυναίκες περισσότερο μπελάς και σκοτούρες είναι, παρά ευτυχία. Καμιά φορά μετανιώνω και λέω στον εαυτό μου πως αν είχα μείνει λίγο περισσότερο με την τάδε ή τη δείνα, ίσως και να είχα βρει σε κάποια το άλλο μου μισό ή έστω μια προσωπικότητα που θα συμπορευόταν με τη δική μου αναποδιά. Έζησα μια έκφυλη ζωή, άδεια από βαθύτερα αισθήματα, και έκρυβα όσο γινόταν την πραγματικότητά μου από τις μονοήμερες ή εβδομαδιαίες σχέσεις μου, αδιαφορώντας για συνέπειες.

Για να επιβεβαιώσω την εξαίρεση σε κάθε κανόνα, στόχευα πάντοτε στο ασυνήθιστο σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μου. Δεν ρίσκαρα ακριβώς, ακολουθούσα, θα έλεγα, την περπατημένη οδό, αλλά όταν τη διάβαινα, μάζευα τόσα πολλά λουλούδια και ξερίζωνα τόσα χαμόκλαδα, που δεν την ακολουθούσε πια κανείς. Έτσι, είχα καταλήξει πως τα λάθη είναι εθιστικά γι’ αυτό και κανείς δεν γλιτώνει από το δις εξαμαρτείν. Όσο σοφός και αν νομίζει πως είναι.

Ένας χλωμός ήλιος έμπαινε παραπατώντας από το παράθυρο, μα ο Τζίμης ροχάλιζε ακόμα. Έριξα μια κλεφτή ματιά στο κρεβάτι του και τον είδα μισοκοιμισμένο ακόμα να ανεβοκατεβάζει την πελώρια κοιλιά του βαριανασαίνοντας. Αναρωτιέμαι συχνά πως και δεν ξυπνά τον ίδιο του τον εαυτό με τούτο το θεόρατο ροχαλητό. Του λόγου μου, όταν φωνάζω μες τον ύπνο – μια-δυο φορές όλες και όλες από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου – ξυπνώ και ξαγρυπνώ ολόκληρη την υπόλοιπη νύχτα.

Δε βαριέσαι… Έτριψα τα βαθουλωτά μου μάτια και σηκώθηκα ψαχουλεύοντας με το χέρι τη μαγκούρα για να σηκωθώ. Πήγα αργά ως το μπάνιο και προσπάθησα να αποφύγω την αντανάκλασή μου στον καθρέφτη, καθώς έπλενα τα χέρια μου. Κάθε μέρα μου φαινόμουν πιο αρχαίος και από τους κλασσικούς και ας με περιέπαιζαν οι υπόλοιποι εδώ πως έχω πολλά ψωμιά ακόμα. Εγώ, τους έλεγα, φούρναρης δεν ήμουν. Γελούσαν λίγο και μετά με δούλευαν πάλι ψιλό γαζί πως ξεκούτιανα και θα ‘πρεπε έστω και τόσο αργά να φτιάξω τη ζωή μου, να βρω μια γυναίκα να την γκαστρώσω, να την αποκαταστήσω και να αποκατασταθώ. Λες και δεν μου έφταναν τόσα λάθη, να βάζω και άλλα στο σβέρκο μου. «Στρωμένη είναι η ζωή μου παίδες», τους έλεγα και έφευγα ορθώνοντας το παράστημά μου όσο μου το επέτρεπε η καμπούρα μου, παριστάνοντας τον καμπόσο.

Ο κύριος ξερόλας, έτσι με φώναζαν. Μου ζήταγαν ιστορίες από τα νιάτα μου, μα εγώ, που δεν έζησα και τόσα τελικά, απλώς αράδιαζα καμία δεκαριά αποφθέγματα που ‘χα αποστηθίσει ή καμιά φανταστική ιστορία που σκαρφιζόμουν εκείνη τη στιγμή. Και την έλεγα με τέτοιο στόμφο, τέτοια πειθώ, που νόμιζαν πως την είχα ζήσει. Αν είχα εγγόνια, θα ήμουν ο καλύτερος παραμυθάς, μονολογούσα συνεχώς στον εαυτό μου, συναινώντας ουσιαστικά εκ των έσω στις προτροπές τους για γυναίκα και παιδί. Μα τώρα είναι αργά, πολύ αργά, όπως μου τονίζει κάθε μέρα αυτός ο ραγισμένος καθρέφτης που ποτέ δεν ξεκρέμασα, μόνο και μόνο για να μου υπενθυμίζει πως μπαγιάτεψα προτού ωριμάσω.

Άνοιξα το τρίτο συρτάρι στην ξύλινη σιφονιέρα με τα λιγοστά μου υπάρχοντα και έβγαλα ένα μάλλινο πουλόβερ που ‘χε μια τρύπα από τσιγάρο και έναν ανεξίτηλο λεκέ από σκουριά. Το στερέωσα πάνω στο καχεκτικό μου σώμα, διαπιστώνοντας ότι χρειάζεται σιδέρωμα η σπονδυλική μου στήλη και βγήκα με το πάσο μου στην αυλή.

«Καλημέρα γεροτράγε» μου φώναξε ο Τζίμης από το παράθυρο, «για πού το ΄βαλες;»

«Ξύπνησες κιόλας, παιδί μου; Ε είπα να αποθηκεύσω λίγο ήλιο στα κόκκαλά μου» του αντιγύρισα.

«Που τον είδες τον ήλιο με αυτή τη μουντάδα, γέρο;»

«Ε τον έχουν στριμώξει τα σύννεφα για την ώρα, μα θα φανεί, που θα πάει. Βγες και εσύ, μπας και ξεμουδιάσεις».

«Μια χαρά ξεμουδιασμένος είμαι. Δεν είμαι σάψαλο εγώ. Μα άμα θες για παρέα, θα σου ‘ρθω», είπε και τον είδα να απομακρύνεται από το παράθυρο για να βγει.

Θα ΄ναι, δε θα ‘ναι δέκα χρόνια μικρότερός μου και συμπεριφέρεται σαν παιδαρέλι. Αργούν να ωριμάσουν οι άνθρωποι, σκέφτηκα. Ή μάλλον ξεμωραίνονται μεγαλώνοντας. Όσο τρίβεται το μυαλό των ανθρώπων, αναζητούν το νόημα της σάρκας. Όταν πια τρίβεται το σώμα τους, αναζητούν το νόημα της ψυχής. Ανάποδα πράγματα, ρε παιδί μου. Μα έπειτα, μια μηδαμινή ύπαρξη που παραπαίει σε έναν ολάκερο κόσμο, τι παραπάνω μπορεί να κάνει;

«Χαμογέλα λιγάκι μπάρμπα, καλημέρα» με χαιρετά ένας φίλος στην αυλή, προτού χαθεί με αργούς ρυθμούς πίσω από τις μηλιές, που είχαν ξεραθεί και αυτές από τον άγριο χειμώνα.

Προσπάθησα να του χαμογελάσω, μα τα λεπτά μου χείλη είχαν πετρώσει σε ένα μόνιμο μειδίαμα εδώ και χρόνια και κατάφερα να ξεστομίσω μονάχα ένα χλωμό «καλημέρα».

 

Τι ζωή και αυτή… Είμαστε όλοι ένας και ένας εδώ, σ’ αυτό το ξέφραγο αμπέλι. Άλλος με φορτωμένες και άλλος με λειψές τις αναμνήσεις, αναπολούμε όσα ζήσαμε και δε ζήσαμε, μετανιώνοντας περισσότερο για αυτά που δεν κάναμε. Αυτοί που ενέδωσαν και αυτοί που απέφυγαν τελικώς τους πειρασμούς, αμφότεροι με τα ίδια μούτρα κατέληξαν. Ζαρωμένα βλέμματα παντού, που γυροφέρνουν αφηρημένα στο ταλαιπωρημένο γρασίδι, στα σαπισμένα κάγκελα και στην εξώπορτα που ανοίγει πια σπάνια σε συγγενείς και φίλους. Λογικό. Με τέτοια μούτρα που φοράμε, δε μας απόμεινε κανείς πια. Παριστάνουμε πως έχουμε ο ένας τον άλλο, μα την κάθε μέρα που ξυπνάμε ζωντανοί, αναρωτιόμαστε ποιον αντικατέστησε η ύπαρξή μας. Άμα μαθαίνουμε ότι δεν ήταν στενός μας φίλος, λέμε ότι η ζωή έτσι έχει και πρέπει να προχωρούμε μπροστά. Άμα όμως τον αγαπούσαμε τον αποθαμένο, τότε κρυβόμαστε ανάμεσα στις μουχλιασμένες κουβέρτες και κλαίμε γοερά. Σε κάθε περίπτωση, γνωρίζουμε καλά ότι και η δική μας η μαύρη ώρα πλησιάζει και το άγχος μας καταβροχθίζει περισσότερο και από τον ίδιο τον Χάρο. Και κάπως έτσι λοιπόν, λίγο το ένα, λίγο το άλλο, περνούν οι μέρες, διψασμένες.

 «Τι σκέφτεσαι πάλι ρε;» με σκουντάει ο Τζίμης και μου δίνει έναν καφέ στο χέρι.

«Εσύ είσαι ο σκεπτόμενος, συγκάτοικε» του απαντώ, προσπαθώντας με τρεμάμενα χέρια να σταθεροποιήσω την κούπα μπας και πιώ την πρώτη καυτή γουλιά.

«Α ρε μπάρμπα… Από σκέψεις έχω μπόλικες, ναι… Μα τις ξεφτίζουν οι αναμνήσεις που μου κατατρώνε το μυαλό, και να, στο τέλος πετάω μπαρούφες».

«Ίσως. Μα το θέμα δεν είναι τι λες, το θέμα είναι να μπορείς να το λες.»

Χαμογελά κουρασμένα και συγκατανεύει, σκύβοντας το κεφάλι. Έπειτα σαν να μονολογεί, παραδέχεται ότι και εκείνος έχει γεράσει πια και ότι ούτε εγγόνια ούτε δισέγγονα μπόρεσε να θρέψει, γι’ αυτό κατέληξε εδώ. 

Σκύβω το κεφάλι και πίνω άλλη μια ρουφηξιά από τον πικρό καφέ.

Σαν να κατάλαβε, με κοιτάει και μου λέει: «Δεν είναι ο καφές πικρός, φίλε, εμείς έχουμε πικράνει. Έχουμε τόσο βαρεθεί πια αυτόν τον κόσμο, που αποδεχόμαστε άνετα το θάνατο.»

«Μα, τι άλλο μας μένει να κάνουμε;»

«Να, αντί να συμφιλιωνόμαστε συνέχεια με το θάνατο, να κάνουμε και λίγο φίλη τη ζωή.»

«Τη Ζωή; Καλό κομμάτι η τύπισσα, αλλά πολύ ζόρικη. Πού θα μας πάει όμως, θα μας κάτσει. Ίσως στον άλλο κόσμο.»

«Κόψε το δούλεμα, γέρο, και συγκεντρώσου.»

«Πού ρε;» του λέω, «τι έχεις πάλι κατά νου;»

«Να, σκεφτόμουν… ψήνεσαι να το σκάσουμε από εδώ;»

Τον κοιτάζω με γουρλωμένα τα μάτια και το στόμα μισάνοιχτο. Έπειτα το γυρίζω στο αστείο:

«Μη σκέφτεσαι πολύ, γιατί δεν θα σου μείνει κουρκούτι μυαλό.»

«Γέρο, σοβαρά μιλάω. Κουράστηκα πια.»

«Και να πάμε πού; Ούτε παιδιά, ούτε εγγόνια θα μας δεχτούν τώρα έτσι όπως καταντήσαμε… Σαν παλιά σαράβαλα σε καμιά μάντρα θα καταλήξουμε, αφού κανείς δεν μας χρειάζεται, ούτε και μας θέλει πια.»

«Έλα ρε, εμείς δεν είμαστε σαράβαλα. Εμείς είμαστε αντίκες», μου ψιθυρίζει πονηρά σκουντώντας με απαλά με τον αγκώνα του. Είδα στα μάτια του μια περίεργη λάμψη και δεν μου έμεινε τίποτα άλλο, παρά να του χαμογελάσω συναινώντας.

Το να πεθαίνεις είναι ο πιο εύκολος τρόπος να ξεφύγεις από αυτή τη ζωή, μα δεν έχει γούστο, σκέφτηκα. Και αφού από το χρόνο δεν μπορείς να το σκάσεις, ας το σκάσεις από ό, τι άλλο σε δεσμεύει, χρησιμοποιώντας ό, τι έχεις. Ας το σκάσεις από τη συνήθεια, από τη μιζέρια, από τα ίδια και τα ίδια που σε βωλοδέρνουν. Εγώ, όταν αποφάσισα να κάνω την αλλαγή και έφυγα από τη φυλακή μου, κουβαλούσα κάτω από τη φορεσιά μου θρύψαλα, αλλά ήξερα ότι στο μυαλό μου τα γρανάζια δουλεύουν ακόμη. Και όλοι κρυφά γνωρίζουν, πως τα γρανάζια των μυαλών που ‘χουν λασκάρει, δουλεύουν ταχύτερα από εκείνων που τα ‘χουν καλά βιδωμένα. Εξάλλου, μ’ έναν τέτοιο συνέταιρο στην τρέλα, θα ζούσα στα άκρα τη λιγοστή ζωή που απέμεινε. Ίσως να μας ξαναέχωναν στο τρελάδικο, ίσως και να τη γλιτώναμε. Ποιος ξέρει;

Εσύ, λοιπόν, εσύ που στέκεσαι τώρα δα πάνω από αυτό το φύλλο του χαρτιού που θα ξεφτίσει, εσύ που λιώνεις σαν και μένα μέρα με τη μέρα και έχεις την ψευδαίσθηση πως θα μείνεις για πάντα νέος, εσύ τι λες… την κάνουμε;

 

_

γράφει η Θεοδώρα Φελέρη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος