night_b

Δυο σκοτεινοί διαβάτες του δρόμου λοιπόν. Νόμιζα πως ήμουν μόνη. Νόμιζα πως ήμουν η μόνη. Σε συνάντησα ένα βράδυ, απρόσμενα. Στη νεκρική σιγή της πλατείας, λίγο πριν ξημερώσει. Κάτω απ’ το ρολόι που δείχνει αιώνια την ίδια ώρα. Τα βλέμματά μας δε συναντήθηκαν. Με προσπέρασες σαν αερικό που οικειοποιήθηκε την ιδιοκτησία εκείνης της στιγμής. Χάρηκα που δεν ήμουν η μόνη. Πάντα να ξέρεις, λίγο πολύ, αισθανόμουν το χαϊδεμένο παιδί του σκοταδιού. Η μέρα με τρόμαζε. Σαν έναν λαβύρινθο, δίχως έξοδο. Σαν κινούμενη άμμο που όλο και πιο βαθιά βούλιαζα μέσα της, μα ποτέ δεν πνιγόμουν. Κι αν η μέρα μ’ άφηνε και την έβγαζα καθαρή, κι αν μ’ άφηνε να υπάρχω σαν ζωντανή-νεκρή, να ξέρεις πως δε γουστάρω να ζητιανεύω απ’ το μερτικό της. Απ’ τη νύχτα όμως, το ζητάω. Το απαιτώ. Ένα μικρό μερτικό απ’ τον χρόνο. Να τον παγώνει, λίγο πριν το ξημέρωμα. Να με βαπτίζει μ’ άλλο όνομα. Να καθρεφτίζει πάνω μου τις σκιές κι εγώ να στέκομαι όρθια, δίχως βαρίδια, δίχως ενοχές. Η νύχτα μού κάνει ευτυχώς αυτήν τη χάρη. Γιατί με γνωρίζει πια τόσο καλά. Με ξέρει πια, τόσο καλά. Και τώρα, με ξέρεις κι εσύ. Σε ξέρω κι εγώ. Δυο σκοτεινοί διαβάτες στη νύχτα. Χαίρομαι που δεν είμαι μόνη. Χαίρομαι που δεν είμαι η μόνη.

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!