Μικρά πλασματάκια που ήταν καταδικασμένα όμως να ζήσουν στο σκοτάδι. Εδώ και κάμποσο καιρό ήταν τιμωρημένα και δεν είχαν ούτε ένα ελαφρυντικό. Αν και τα περισσότερα παιδιά λατρεύουν τον ήλιο, τα συγκεκριμένα τον αντιπαθούσαν φοβερά. Δεν ήθελαν τη ζεστασιά του, ισχυριζόμενα ότι ίδρωναν όταν έπαιζαν, όπως είναι αναμενόμενο, μετά κρύωναν, αρρώσταιναν και αναγκάζονταν να μείνουν μέσα στο σπίτι. Ήταν ότι πιο απαίσιο μπορούσε να τους συμβεί. Θεωρώντάς τον, λοιπόν υπεύθυνο, έπρεπε να σκεφτούν κάτι για να τον εξοντώσουν και να τον βγάλουν από τη μέση μια για πάντα.
Ατίθασα και σκανδαλιάρικα καθώς ήταν, ξύπνησαν ένα πρωί με άγριες διαθέσεις έχοντας καταστρώσει ένα σχέδιο. Περίμεναν να ξεπροβάλλει και όπως ξεδίπλωνε μία-μία τις λαμπερές ηλιαχτίδες του, κρατώντας ο καθένας τους από ένα σπάγκο στο χέρι, κατάφεραν σιγά-σιγά να τις δέσουν όλες. Τραβούσαν με πείσμα τόσο δυνατά, θέλοντας να δουν, αρχικά πως θα αντιδρούσε ο ήλιος και ύστερα πόσο φωτεινός μπορούσε να είναι δίχως αυτές. Ο ήλιος ανυποψίαστος δεν ένιωσε κάτι. Στην πορεία όμως, όπως κοβόταν η μία μετά την άλλη οι αχτίδες του, πονούσε φριχτά με αποτέλεσμα να γίνεται όλο και πιο μικρός, να χάνει τις δυνάμεις του και τις σταθερές του και να πηγαίνει μία δεξιά και μία αριστερά, σα μεθυσμένος. Δε μπορούσε να εξηγήσει γιατί του συνέβαινε αυτό και ούτε ήταν σε θέση να κάνει κάτι. Ο κόσμος όλος ήταν ανάστατος. Εκεί που ήταν χαρά Θεού σε ένα μέρος, σε δευτερόλεπτα σκοτείνιαζε και μετά πάλι φως. Οι μικροί ήταν ξετρελαμένοι με το κατόρθωμά τους και τα χαχανητά τους ήταν τόσο ηχηρά που το ελαφρύ αεράκι, τα μετέφερε εκεί πάνω ψηλά. Ο ήλιος έβαλε το μυαλό του να δουλέψει και συνδυάζοντας τα γεγονότα, τότε κατάλαβε τι του είχε συμβεί.
- Αφήστε με ελεύθερο, εκλιπαρούσε, δεν είναι παιχνίδια αυτά. Οι μικροί μας φίλοι, χαμπάρι δεν έπαιρναν. Όσο έβλεπαν το θέαμα τόσο το διασκέδαζαν. Οι κομμένες όμως αχτίδες του ήλιου, από τη μεγάλη θερμότητά τους, όπου κατέληγαν προκαλούσαν και από μία μικρή πυρκαγιά. Κοιτώντας γύρω τους, δε μπορούσαν να πιστέψουν, ότι όλο αυτό το είχαν προκαλέσει οι ίδιοι. Ήταν κάτι που δεν είχαν προβλέψει. Ήθελαν να επανορθώσουν αλλά δεν ήξεραν τον τρόπο. Μετά από λίγο, αφού ηρέμησαν κάπως τα πράγματα, βρήκαν μια άλλη ασχολία, ξεχάστηκαν και άφησαν τον ήλιο σε αυτή την κατάσταση.
Εκείνος με τη βοήθεια των πουλιών, κατάφερε να αποδεσμευτεί από τις αχτίδες του, και αποσύρθηκε από τα καθήκοντά του για λίγες ημέρες, για να περιποιηθεί τις πληγές του και να συνέλθει για τα καλά. Οι φίλοι μας ικανοποιημένοι που δεν τον έβλεπαν και δεν τον είχαν μες τα πόδια τους, απολάμβαναν τα παιχνίδια τους, χωρίς την ανεπιθύμητη παρουσία του.
Ήρθε η μέρα όμως που ο ήλιος πρόβαλε και πάλι. Ποτέ δεν ξέχασε αυτό που έπαθε εξαιτίας των ατίθασων μικρών. Κανόνισε λοιπόν και τους πήρε μαζί του αιχμάλωτους για αρκετό διάστημα τοποθετώντάς τους στη σκοτεινή του πλευρά. Δεν άντεχαν τόσο καιρό το σκοτάδι και τον εκλιπαρούσαν να τους ελευθερώσει. Σκοπός του ήταν να τους δώσει ένα μάθημα, το οποίο απ' ότι φαίνεται, το έμαθαν για τα καλά. Αφού τους κράτησε κοντά του, όσο αυτός έκρινε αναγκαίο, μετά τους άφησε.
Από τότε, οι μικροί μας φίλοι χωρίς την εμφάνισή του μελαγχολούσαν και εύχονταν να βγαίνει κάθε μέρα για να τους ζεσταίνει.

 

_

γράφει η  Βάσω Καρλή

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!