Την βρήκα δυο τετράγωνα πέρα από το σπίτι μου. Πετάγαμε μαζί τα σκουπίδια μας. Τόσο πεζό. Καθημερινό και βρώμικο. Ήταν καλοκαίρι. Φόραγε μια κοντή μαύρη ρόμπα σατέν πάνω από το εμπριμέ νυχτικό της. Βάσταγε δυο βαριές σακούλες. Το καταλάβαινες από τα χέρια της κι ας μην καμπούριαζε. Ήρθε την ώρα που πάταγα το έμβολο με το πόδι για να ανοίξει ο κάδος και μου έκανε νόημα με το κεφάλι να περιμένω. Σήκωσε πάνω από το σώμα της τα σκουπίδια και τα πέταξε βίαια.

-Σκουπίδια. Γεμίζουμε κάθε μέρα με σκουπίδια, μου είπε χωρίς να με κοιτά.

Έβαλε το χέρι της στην τσέπη της ρόμπας της και έβγαλε ένα τσιγάρο. Κι ύστερα από την άλλη τσέπη έβγαλε έναν αναπτήρα. Πήγε να το ανάψει μα ο αναπτήρας δεν της έκανε τη χάρη. Τον κούνησε απότομα δυο φορές, μα τίποτα. Με το τσιγάρο στο στόμα με κοίταξε για πρώτη φορά με ένα γατίσιο βλέμμα.

-Έχεις φωτιά;
Έβγαλα και της άναψα δίχως να μιλήσω.
-Κλισέ ε; μου είπε γελώντας, ξεφυσώντας τον πρώτο καπνό
-Ποιο; της είπα με απορία
-Να ζητάω φωτιά. Να βγάζεις τον αναπτήρα. Να κρατώ το χέρι σου. Να ανάβω, μου είπε με έναν ερωτικό σαρκασμό
-Και χολιγουντιανό επίσης, της είπα γελώντας
-Ταινία ναι. Είμαστε όλοι ηθοποιάκια, είπε αστράφτοντας τον κάδο από το χαμόγελό της
-Γιατί να είμαστε ηθοποιάκια και όχι ηθοποιοί; της είπα με μια ανάγκη να κερδίσω παραπάνω χρόνο μαζί της
-Τι θα άλλαζε; Πάλι ψεύτικοι θα ‘μασταν, είπε και τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το τσιγάρο της
-Αλλά σπουδαίοι ψεύτες. Όχι της ντροπής… της είπα με ύφος
-Το βλέπεις εκεί πάνω; μου είπε και έδειξε το ρετιρέ της απέναντι πολυκατοικίας
-Ναι
-Εκεί πάνω εκτυλίσσεται το δράμα ανάμεσα σε γιο και μάνα. Η μάνα θέλει να δει ένα σίριαλ, ο γιος ένα τηλεπαιχνίδι. Ήρθε από το χωριό πριν κάποιες μέρες για επίσκεψη. Τι επίσκεψη; Επίσκεψη είναι να παίρνεις ένα κουτί τρουφάκια ή μπισκότα ή άντε κουλουράκια κανέλας και να χτυπάς το κουδούνι αφότου έχεις ρωτήσει αν μπορείς να έρθεις. Να σου ανοίγω με τα καλά μου και να κάθεσαι στο σαλόνι μου. Να λέμε τα νέα μας και μετά να μου λες καληνύχτα και ευχαριστώ.

Την παρακολουθούσα αμίλητος. Ο μονόλογός της μου φαινόταν ιερός.

-Μα εδώ δεν είχε τηλέφωνο. Είχε ένα επίμονο κουδούνι το βράδυ. Τότε βρήκε λέει πλοίο. Μεσάνυχτα για την ακρίβεια. Την ώρα που ο γιος πηδούσε τη γυναίκα του βιαστικά για να κοιμηθεί να είναι φρέσκος για την πολύτιμη δουλειά του, είπε και σταμάτησε
-Κουτί είχε; της είπα έχοντας καταλάβει σχεδόν τα πάντα
-Ούτε κουτί, ούτε τίποτα. Ούτε καν αυγά από το χωριό. Είχε όμως κάτι…
-Τι;
-Την απαίτηση να της μαγειρέψω εκείνη την ώρα. Και το έκανα. Πήγα, ξεπλύθηκα από τα υγρά του γιου της, έβαλα ένα ντύσιμο της προκοπής, όπως μου λέει συχνά, μιας και τούτα που φορώ είναι προκλητικά λέει. Προκλητικά… Δηλαδή πώς θα κάνουμε έρωτα; Με το τσουβάλι πάνω; Και ποιος της είπε ότι εξαιτίας της θα πάψω να κυκλοφορώ με το σουτιέν; Ας ερχόταν για επίσκεψη.
-Με κουτί, της είπα και γέλασε
-Ναι με κουτί. Έτσι που λες. Και τώρα με τις πιτζάμες της με τα λουλούδια και τη ρόμπα μέχρι τον αστράγαλο έχει πιάσει τον τριθέσιο καναπέ και κρατά το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης και το κοντρόλ του δικού μου σπιτιού!
-Τελικά τι θα δούνε; της είπα βγάζοντας κι εγώ ένα δικό μου τσιγάρο
-Δεν ξέρω. Εγώ μάζευα τα σκουπίδια τους. Τα σκουπίδια μας. Πολλά. Ανυπόφορα. Βρωμερά. Πήρα το τσιγάρο μου και ήρθα εδώ. Καμιά φορά βγαίνω βλέπεις από το σκηνικό
-Ε ναι, ταινία είπαμε. Να έχει και λίγο σασπένς
-Μπα, μόνοι τους το φτιάχνουν το σασπένς
-Αμφιβάλλω… της είπα και την κοίταξα επίτηδες από πάνω ως κάτω
-Ναι ε; είπε έχοντας καταλάβει τη ματιά μου. Μπα, άστο κλείσαμε…
-Το κουδούνι… ο σύζυγος… το κρεβάτι… βιαστικά ξέρω…
-Ναι…
-Ταινία
-Ναι…
-Ηθοποιοί.
-Ηθοποιάκια
-Σωστά
-Σωστά…
-Γιάννης
-Έλσα
-Η Έλσα η πρωταγωνίστρια
-Μπα… η Έλσα του κάδου
-Η Έλσα του ρετιρέ, έστω
-Ναι, ακούγεται λιγότερο βρώμικο είπε, και έκλεισε τη ρόμπα της. Το σώμα της έτρεμε
-Κρυώνεις;
-Όχι
-Τότε;
-Ο σεναριογράφος με θέλει να υποφέρω
-Από τι;
-Από κούραση
-Σωματική;
-Κι από αυτή
-Να υποθέσω ότι αυτή η ταινία δε θα έχει χάπι εντ
-Εξαρτάται
-Από τι;
-Από το τι εννοείς χάπι εντ
-Εννοώ… να… να μην ήσουν πια η Έλσα του ρετιρέ
-Και ποια να ήμουν;
-Η Έλσα του Γιάννη.
-Ε;
-Αστειεύομαι
-Οκ...
-Θα μπορούσες να γίνεις η Έλσα της Έλσας
-Δύσκολο, μου είπε και έσβησε το αποτσίγαρο με το πόδι
-Δεν πειράζει. Θα γίνει κουλτουριάρικη ταινία. Ζόρικη
-Δεν αφήνεις εύκολα στις μέρες μας τέτοιο ρετιρέ, μου είπε και κοίταξε πάνω το φωτισμένο σαλόνι
-Αφήνεις. Παίρνεις το τηλεκοντρόλ και το σπας. Ή κάθεσαι πάνω στην πεθερά με τα λουλούδια και της βάζεις το κανάλι που θες. Ή πετάς τα ρούχα σου και καβαλικεύεις τον βιαστικό σύζυγο μπροστά της. Πολλά τα σενάρια της Έλσας. Αν θες στα γράφω.
-Μπα… σεναριογράφος;
-Όχι
-Τότε;
-Ήμουν κι εγώ ο Γιάννης του Ισογείου
-Είχες μικρότερη διαδρομή, είπε γελώντας
-Από πού;
-Ε… αλλιώς είναι από το ισόγειο στην έξοδο και αλλιώς από το ρετιρέ, είπε και ξαναγέλασε δυνατά κι εγώ μαζί της.
-Δίκιο έχεις, κατά μίαν έννοια
-Δηλαδή;
-Εγώ δεν είχα πεθερά που κάνει επισκέψεις
-Ούτε κουτί ε;
-Ούτε…
-Τότε;
-Είχα… ή μάλλον δεν είχα γυναίκα.
-Α…
-Και ξέρεις, εγώ δεν ήμουν ποτέ βιαστικός…
-Μάλλον πως βιαζόταν εκείνη…
-Ναι
-Τελικά… δε θα υπάρξει ποτέ ένας συγχρονισμός, είπε και άρχισε να κάνει βήματα μακριά μου
-Τελείωσε;
-Τι;
-Η σκηνή
-Ποια σκηνή;
-Η δική μας
-Προς το παρόν… ναι, είπε και μου γέλασε πάλι
-Αύριο τότε;
-Εξαρτάται
-Από τι;
-Από το πόσα σκουπίδια θα έχω πάλι να πετάξω
-Και από το τι θα παίζει η τηλεόραση, της είπα καρφώνοντάς την
-Ναι και από αυτό, είπε και έφυγε.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!