Αχνή αχλή

και φώτα αιωρούνται στις λεωφόρους.

Μάρτυρες αψευδείς

που καταμαρτυρούν

πως ήρθαν πάλι οι εχθροί

ντυμένοι τον εαυτό τους,

καθώς παρήλθε, βλέπεις,

ο καιρός της συστολής

και της αβρότητας∙

Ανεπιστρεπτί.

Η Πόλις

υποδέχεται μ’ αξιοπρέπεια και συγκατάβαση

τον ερχομό τους.

Εκφράζει τα βουλόμενα –η άμοιρη,

παραδομένη, σιωπηρά, απ’ τους αμέτοχους,

σ’ ενώσεις χημικές και πετροπόλεμο.

 

Όμως, η φτέρνα τους δε θα γενεί περπατησιά σου.

Οι αλαλαγμοί τους δε θα σμίξουν με τ’ αυτιά σου.

 Είσ’ αυτοί που σ’ ήθελαν καημό

 κι όχι χαβούζα.

 

Σκουπιδοτενεκέδες

–αντικατοπτρισμός της εποχής τους,

κείτονται νεκροί

και στην πυρά τα σπλάχνα τους ταΐζουν.



Ατάκτως ερριμμένα στα σοκάκια

μάρμαρα και ορυκτά,

που ο αλλοτινός τα είδε Παρθενώνα

κι οι τωρινοί να σπάζουνε κεφάλια.

 

Τ’ αρχαίου κάλλους αναμόρφωση

και προαιώνιε ανθέ:

Στη σφύρα αφού σ’ ορέγονται

παραδομένη,

οι αιώνιοι λούστροι του Βαραββά,

οι πλάτες μας αμόνι ας γενούν

και θυσιαστήριο.

 

Κάποτε κάποιου οι πληγές

ανάστησαν την οικουμένη.


(18 - 22 Νοεμβρίου 2016)

_

γράφει ο Γεώργιος Κ. Τασούδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!