Select Page

Στο αναβόσβημα του φάρου (Μέρος Α΄)

Στο αναβόσβημα του φάρου (Μέρος Α΄)

Με συντροφιά την αναμμένη ξυλόσομπα και με μια κούπα καφέ στα χέρια, καθόταν δίπλα στο παράθυρο του σπιτιού του και κοιτούσε τον πέτρινο φάρο. Στο ρυθμικό του αναβόσβημα μετρούσε τα λεπτά, τις ώρες και τα χρόνια, που έμενε ξάγρυπνος για να κρυφακούει τις μυστικές συνομιλίες της θάλασσας με τους ανέμους και στο γαλήνιο φως του ένιωθε τους παλμούς της καρδιάς του να αράζουν σε απάνεμο αγκυροβόλι, ακόμη κι όταν οι βαθύσκιωτες κραυγές της νύχτας πάλευαν να τους ξεστρατίσουν.

Κάποτε ήταν φαροφύλακας κι έτσι τον αποκαλούσαν όλοι. Το πραγματικό του όνομα, Πετρής, επισκιάστηκε από το φως του φωτεινού γίγαντα, που κοντά σ’ αυτόν η ζωή του κυλούσε πότε ατάραχα, πότε φουρτουνιασμένα. Ποτέ δεν τον λογάριασε για δουλειά. Πιο πολύ τον ένιωθε για σύντροφο και συνοδοιπόρο. Τα χρόνια που περνούσαν ανάμεσα σε όστριες και τραμουντάνες, σε γραίγους και γαρμπήδες, τους έβρισκαν και τους άφηναν μαζί, ακοίμητους φρουρούς του πελάγους, να ανάβουν και να σβήνουν ταυτόχρονα στο γύρισμα της μέρας και να φωτίζουν με ασφάλεια τη ρότα των ναυτικών. Η σχέση τους σμιλεύτηκε από τις κυκλοθυμίες του καιρού και στέριωσε στην ακρώρεια του βράχου, πάνω στο άνυδρο και πετρώδες τοπίο.

Ένα αστραπόβροντο τάραξε συθέμελα το σπίτι κι η φωτιά κούρνιασε φοβισμένη σε μια μικρή φλογίτσα. Την κοίταξε που τρεμόπαιζε και σηκώθηκε να της ρίξει ένα κούτσουρο για να ζωντανέψει, αφού εκείνο το βράδυ η υγρασία μέσα στο σπίτι τού περόνιαζε τα κόκαλα. Άπλωσε τα σκελετωμένα χέρια του να πυρωθούν και τρίβοντας τις παλάμες, γύρισε πίσω στο μετερίζι του, στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο.

Το τζάμι θόλωσε από τα χνώτα και την υγρασία και το σκούπισε με το μανίκι του, για να διαβάσει καλύτερα τα σημάδια του καιρού, μα εκείνα φάνταζαν δυσανάγνωστα, καθώς τα πηχτά, μαύρα σύννεφα μπερδεύονταν με τη σκοτεινή ματιά της νύχτας κι εκτόξευαν απειλές.

Οι κόρες των ματιών του μεγάλωσαν, στ’ αυτιά του μπερδεύτηκαν οι ήχοι των ανέμων, η όσφρησή του ανίχνευσε μπουρίνι και στο δέρμα του ένιωσε την ανατριχίλα που προηγείται μιας θεομηνίας. Την ήξερε αυτή την αίσθηση, την είχε νιώσει πολλές φορές σε νύχτες ακόρεστες από θυμό. Πάντα, ο καιρός του έστελνε το φιρμάνι του σε σκούρο πάπυρο κι εκείνος διάβαζε προσεκτικά τα μαντάτα, τα καλά κρυμμένα στις προθέσεις των ανέμων, στη μυρωδιά της θάλασσας, στα σινιάλα του ουρανού. Αγρίμι είχε γίνει που οσφραινόταν τις απειλές, λες και ο χρόνος κρατούσε ακόνι και τρόχιζε καλά τις αισθήσεις του, που ποτέ δε λάθευαν.

Ένας κεραυνός χαράκωσε τον ουρανό κι η νύχτα έγινε μέρα, φανερώνοντας το αγριεμένο πρόσωπο της θάλασσας που μούγκριζε σαν το θεριό. Μέσα στα σπλάχνα της αναδεύονταν μανιασμένα κύματα που αφροσπούσαν σαν ξερατά πάνω στον φάρο, μα εκείνος πάλευε να κρατηθεί όρθιος.

Άφησε την κούπα με τον καφέ στο ξύλινο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα του κι  έκανε να σηκωθεί. Τα κόκαλά του, οξειδωμένα από τα χρόνια και την αρμύρα, έτριξαν μα δεν τα λογάριασε. Φόρεσε τη νιτσεράδα του και βγήκε έξω. Ξεκρέμασε την λάμπα που ήταν καρφωμένη στον τοίχο της αυλής και κοίταξε κατά το πέλαγο. Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Βροντές, αστραπές, μπουμπουνητά μια θάλασσα μέγαιρα, όλα είχαν συνωμοτήσει για να μαγαρίσουν τη νύχτα με ζόφο. Στο πυκνό  σκοτάδι της νύχτας, μόνο τον φάρο ξεχώριζε επιβλητικό και αισιόδοξο να στέλνει σήματα ελπίδας και αποφασιστικότητας. Τον ηλιακό μηχανισμό που τον είχε αντικαταστήσει μετά την συνταξιοδότησή του, δεν τον καλοέβλεπε, δεν του γέμιζε το μάτι. «Μηχάνημα του διαβόλου» τον αποκαλούσε και παρόλο που το φως ακτινοβολούσε αδιάλειπτα, η καχυποψία πως κάτι θα δε θα πήγαινε καλά και θα χαλούσε, δεν τον άφηνε να ησυχάσει κι ας τον διαβεβαίωναν οι υπεύθυνοι για το αντίθετο.  

Αναγκάστηκε να μπει βιαστικά στο σπίτι, όταν αέρας και βροχή τού ράπισαν το πρόσωπο.

Η νύχτα αποδείχτηκε δύστοκη και τα ουρλιαχτά της γέννας της δεν τον άφησαν να κλείσει μάτι. Κοντά στα ξημερώματα, από τη μήτρα της ξεπήδησε μια ροδοκόκκινη ανατολή κρατώντας γλαροπούλι για λευκή σημαία.

Άλλες μέρες θα πήγαινε να ξεκουραστεί, να διώξει από πάνω του τα μιάσματα της νύχτας αλλά εκείνο το πρωινό, αν και ένιωθε τα βλέφαρα βαριά και το κορμί μολύβι, το σπίτι δεν τον χωρούσε. Βγήκε και περπάτησε ως την ακρογιαλιά, αφήνοντας τα βήματά του να τον οδηγήσουν, αργά, αργά, προς τον φάρο.

Τον πλησίασε και στάθηκε μπροστά του. Με τις παλάμες άγγιξε την πέτρινη σάρκα του και ψηλάφισε το κάθε της χιλιοστό, που ήταν γεμάτη εκδορές και ουλές από τα νεροφαγώματα της θάλασσας και το μένος των ανέμων. Στο φως της μέρας, πρόσεξε καλύτερα τα χέρια του. Ένα μάτσο δάχτυλα γεμάτα κάλους και νεύρα, δέρμα και κόκαλα, αργασμένα από την αλμύρα και τον αέρα, είχαν γίνει ένα με την πέτρα του. Φοβήθηκε κι έστριψε να φύγει, μα ένας μαγνήτης τον τράβηξε και τον άφησε κολλημένο πάνω του. Νικητήριο το αγκάλιασμα, απόρροια μιας σχέσης σφυρηλατημένης από αγωνίες και μύχιους φόβους, τους έδενε με μια ήρεμη δύναμη που σάλευε ανάμεσά τους, σαν το κυματάκι που γλιστρούσε λυτρωτικά στα πόδια τους. Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Όρθιος και υπερήφανος είχε σφαλίσει τα βλέφαρα και λιαζόταν κάτω από τον ήλιο, που όσο δυνάμωνε τον τροφοδοτούσε με φως.

Δεν άντεξε, απόκαμε. Με την πλάτη γυρισμένη στον τοίχο, σύρθηκε προς τα κάτω και ξάπλωσε στη βάση του. Δεν του έκανε καρδιά να πάει σπίτι και να τον αφήσει. Μαζί πέρασαν την αδυσώπητη νύχτα, μαζί του ήθελε να μοιραστεί και την ηλιόλουστη μέρα. Έμεινε δίπλα στον φίλο του, τον σύντροφό του, να κάνουν μαζί τον απολογισμό της βραδιάς και να κρυφακούνε παρέα τα επόμενα σχέδια της θάλασσας, που τα σιγομουρμούριζε μέσα στη ζάλη της.

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

6 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    ΈΝΑΣ φάρος καθαρή λογοτεχνία και ορολογία ανθρώπου που όχι μόνο τα βουνά γνωρίζει μα και τις θάλασσες. ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΟΥΛΕΛΆΚΙ

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Λένα μου σε ευχαριστώ πολύ! Αγαπώ και τις θάλασσες και τους φάρους!

      Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    Πολύ με άγγιξε η ιστορία σου Χριστίνα….ανυπομονώ για τη συνέχεια. Καλή σου μέρα!!

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Σε ευχαριστώ πολύ Άννα μου! Καλή σου μέρα!

      Απάντηση
  3. Απόστολος Παλιεράκης

    Τι όμορφη γραφή, τι όμορφη ιστορία! Περιμένω το δεύτερο μέρος.

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Σας ευχαριστώ πολύ κ. Απόστολε! Ελπίζω να σας αρέσει και το δεύτερο μέρος.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος