Στο αναβόσβημα του φάρου (Μέρος Α΄)

20.06.2018

Με συντροφιά την αναμμένη ξυλόσομπα και με μια κούπα καφέ στα χέρια, καθόταν δίπλα στο παράθυρο του σπιτιού του και κοιτούσε τον πέτρινο φάρο. Στο ρυθμικό του αναβόσβημα μετρούσε τα λεπτά, τις ώρες και τα χρόνια, που έμενε ξάγρυπνος για να κρυφακούει τις μυστικές συνομιλίες της θάλασσας με τους ανέμους και στο γαλήνιο φως του ένιωθε τους παλμούς της καρδιάς του να αράζουν σε απάνεμο αγκυροβόλι, ακόμη κι όταν οι βαθύσκιωτες κραυγές της νύχτας πάλευαν να τους ξεστρατίσουν.

Κάποτε ήταν φαροφύλακας κι έτσι τον αποκαλούσαν όλοι. Το πραγματικό του όνομα, Πετρής, επισκιάστηκε από το φως του φωτεινού γίγαντα, που κοντά σ’ αυτόν η ζωή του κυλούσε πότε ατάραχα, πότε φουρτουνιασμένα. Ποτέ δεν τον λογάριασε για δουλειά. Πιο πολύ τον ένιωθε για σύντροφο και συνοδοιπόρο. Τα χρόνια που περνούσαν ανάμεσα σε όστριες και τραμουντάνες, σε γραίγους και γαρμπήδες, τους έβρισκαν και τους άφηναν μαζί, ακοίμητους φρουρούς του πελάγους, να ανάβουν και να σβήνουν ταυτόχρονα στο γύρισμα της μέρας και να φωτίζουν με ασφάλεια τη ρότα των ναυτικών. Η σχέση τους σμιλεύτηκε από τις κυκλοθυμίες του καιρού και στέριωσε στην ακρώρεια του βράχου, πάνω στο άνυδρο και πετρώδες τοπίο.

Ένα αστραπόβροντο τάραξε συθέμελα το σπίτι κι η φωτιά κούρνιασε φοβισμένη σε μια μικρή φλογίτσα. Την κοίταξε που τρεμόπαιζε και σηκώθηκε να της ρίξει ένα κούτσουρο για να ζωντανέψει, αφού εκείνο το βράδυ η υγρασία μέσα στο σπίτι τού περόνιαζε τα κόκαλα. Άπλωσε τα σκελετωμένα χέρια του να πυρωθούν και τρίβοντας τις παλάμες, γύρισε πίσω στο μετερίζι του, στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο.

Το τζάμι θόλωσε από τα χνώτα και την υγρασία και το σκούπισε με το μανίκι του, για να διαβάσει καλύτερα τα σημάδια του καιρού, μα εκείνα φάνταζαν δυσανάγνωστα, καθώς τα πηχτά, μαύρα σύννεφα μπερδεύονταν με τη σκοτεινή ματιά της νύχτας κι εκτόξευαν απειλές.

Οι κόρες των ματιών του μεγάλωσαν, στ’ αυτιά του μπερδεύτηκαν οι ήχοι των ανέμων, η όσφρησή του ανίχνευσε μπουρίνι και στο δέρμα του ένιωσε την ανατριχίλα που προηγείται μιας θεομηνίας. Την ήξερε αυτή την αίσθηση, την είχε νιώσει πολλές φορές σε νύχτες ακόρεστες από θυμό. Πάντα, ο καιρός του έστελνε το φιρμάνι του σε σκούρο πάπυρο κι εκείνος διάβαζε προσεκτικά τα μαντάτα, τα καλά κρυμμένα στις προθέσεις των ανέμων, στη μυρωδιά της θάλασσας, στα σινιάλα του ουρανού. Αγρίμι είχε γίνει που οσφραινόταν τις απειλές, λες και ο χρόνος κρατούσε ακόνι και τρόχιζε καλά τις αισθήσεις του, που ποτέ δε λάθευαν.

Ένας κεραυνός χαράκωσε τον ουρανό κι η νύχτα έγινε μέρα, φανερώνοντας το αγριεμένο πρόσωπο της θάλασσας που μούγκριζε σαν το θεριό. Μέσα στα σπλάχνα της αναδεύονταν μανιασμένα κύματα που αφροσπούσαν σαν ξερατά πάνω στον φάρο, μα εκείνος πάλευε να κρατηθεί όρθιος.

Άφησε την κούπα με τον καφέ στο ξύλινο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα του κι  έκανε να σηκωθεί. Τα κόκαλά του, οξειδωμένα από τα χρόνια και την αρμύρα, έτριξαν μα δεν τα λογάριασε. Φόρεσε τη νιτσεράδα του και βγήκε έξω. Ξεκρέμασε την λάμπα που ήταν καρφωμένη στον τοίχο της αυλής και κοίταξε κατά το πέλαγο. Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Βροντές, αστραπές, μπουμπουνητά μια θάλασσα μέγαιρα, όλα είχαν συνωμοτήσει για να μαγαρίσουν τη νύχτα με ζόφο. Στο πυκνό  σκοτάδι της νύχτας, μόνο τον φάρο ξεχώριζε επιβλητικό και αισιόδοξο να στέλνει σήματα ελπίδας και αποφασιστικότητας. Τον ηλιακό μηχανισμό που τον είχε αντικαταστήσει μετά την συνταξιοδότησή του, δεν τον καλοέβλεπε, δεν του γέμιζε το μάτι. «Μηχάνημα του διαβόλου» τον αποκαλούσε και παρόλο που το φως ακτινοβολούσε αδιάλειπτα, η καχυποψία πως κάτι θα δε θα πήγαινε καλά και θα χαλούσε, δεν τον άφηνε να ησυχάσει κι ας τον διαβεβαίωναν οι υπεύθυνοι για το αντίθετο.  

Αναγκάστηκε να μπει βιαστικά στο σπίτι, όταν αέρας και βροχή τού ράπισαν το πρόσωπο.

Η νύχτα αποδείχτηκε δύστοκη και τα ουρλιαχτά της γέννας της δεν τον άφησαν να κλείσει μάτι. Κοντά στα ξημερώματα, από τη μήτρα της ξεπήδησε μια ροδοκόκκινη ανατολή κρατώντας γλαροπούλι για λευκή σημαία.

Άλλες μέρες θα πήγαινε να ξεκουραστεί, να διώξει από πάνω του τα μιάσματα της νύχτας αλλά εκείνο το πρωινό, αν και ένιωθε τα βλέφαρα βαριά και το κορμί μολύβι, το σπίτι δεν τον χωρούσε. Βγήκε και περπάτησε ως την ακρογιαλιά, αφήνοντας τα βήματά του να τον οδηγήσουν, αργά, αργά, προς τον φάρο.

Τον πλησίασε και στάθηκε μπροστά του. Με τις παλάμες άγγιξε την πέτρινη σάρκα του και ψηλάφισε το κάθε της χιλιοστό, που ήταν γεμάτη εκδορές και ουλές από τα νεροφαγώματα της θάλασσας και το μένος των ανέμων. Στο φως της μέρας, πρόσεξε καλύτερα τα χέρια του. Ένα μάτσο δάχτυλα γεμάτα κάλους και νεύρα, δέρμα και κόκαλα, αργασμένα από την αλμύρα και τον αέρα, είχαν γίνει ένα με την πέτρα του. Φοβήθηκε κι έστριψε να φύγει, μα ένας μαγνήτης τον τράβηξε και τον άφησε κολλημένο πάνω του. Νικητήριο το αγκάλιασμα, απόρροια μιας σχέσης σφυρηλατημένης από αγωνίες και μύχιους φόβους, τους έδενε με μια ήρεμη δύναμη που σάλευε ανάμεσά τους, σαν το κυματάκι που γλιστρούσε λυτρωτικά στα πόδια τους. Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Όρθιος και υπερήφανος είχε σφαλίσει τα βλέφαρα και λιαζόταν κάτω από τον ήλιο, που όσο δυνάμωνε τον τροφοδοτούσε με φως.

Δεν άντεξε, απόκαμε. Με την πλάτη γυρισμένη στον τοίχο, σύρθηκε προς τα κάτω και ξάπλωσε στη βάση του. Δεν του έκανε καρδιά να πάει σπίτι και να τον αφήσει. Μαζί πέρασαν την αδυσώπητη νύχτα, μαζί του ήθελε να μοιραστεί και την ηλιόλουστη μέρα. Έμεινε δίπλα στον φίλο του, τον σύντροφό του, να κάνουν μαζί τον απολογισμό της βραδιάς και να κρυφακούνε παρέα τα επόμενα σχέδια της θάλασσας, που τα σιγομουρμούριζε μέσα στη ζάλη της.

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Μ’ αρέσει να φτιάχνω πρωινό για τα παιδιά μου. Έρχονται στο σπίτια πια μόνο τις Κυριακές. Δουλειά, σπουδές, τρεχάματα, που να προλάβουν και αυτά. Τηγανίζω 2 αυγά και βράζω άλλα δύο δίπλα. Έτσι ήταν πάντα οι γιοι μου, ο ένας μέρα, ο...

Η απεργία

Η απεργία

Ο προϊστάμενος βγήκε απ’ το υπερυψωμένο γραφείο του διευθυντή, ακούμπησε στα κάγκελα και κοίταξε τους εργάτες που ήταν μαζεμένοι από κάτω. Όλα τα κεφάλια στράφηκαν στο μέρος του. -Ο κύριος Ηρακλής θέλει να κουβεντιάσει με την αντιπροσωπεία σας, είπε. Τέσσερις εργάτες...

Μια Φιλία

Μια Φιλία

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Υπάρχει άραγε φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα; Αυτό ίσως είναι το πιο αμφιλεγόμενο και σίγουρα ακόμη αναπάντητο ερώτημα της ιστορίας του ανθρώπου. Πιο εύκολα τετραγωνίζεται ο κύκλος. Οι απόψεις χωρίζονται σε ομάδες σαν το...

Συνάντηση στην πολυκατοικία

Συνάντηση στην πολυκατοικία

Η Ρίτα, φοιτήτρια στην Αρχιτεκτονική, στην επαρχιακή πόλη, χαιρόταν το επιτέλους κατάδικό της δωμάτιο, μια γκαρσονιέρα στο ισόγειο κεντρικής πολυκατοικίας. Έξι τα ξημερώματα ανυπόμονη για τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών και για τη μέρα που ερχόταν. Ανακουφισμένη...

Θέα Θάλασσα

Θέα Θάλασσα

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”   Καστέλα 1948 Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη...

Διαβάστε κι αυτά

Θέα Θάλασσα

Θέα Θάλασσα

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”   Καστέλα 1948 Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη...

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

-Όχι ρε πούστη χάρε, δε θα το πάρεις το παιδί! Φώναζε και έβριζε με πάθος καθώς έκανε ανάνηψη στο 12χρονο αγόρι, που είχε φύγει στη μέση του χειρουργείου. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει το πρόσωπό του, μα το βλέμμα του, γεμάτο πείσμα κοιτούσε κατάματα τον χάροντα, που έστεκε...

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Ο πίνακας μιας μέρας σου. Πλάσε χαρά, πλάσε ζωή, αξίες και ομορφιά η αύρα σου θ’ αγγίξει ανθρώπους πιο βαθιά ωραία συναισθήματα στη σύνθεση μιας μέρας πομπός ελπίδας, άνοιξης, στο φάσμα μιας εσπέρας. Το κάδρο των αισθήσεων γέμιζε με αγάπη μια θάλασσα χαμόγελα στου ουρανού τον χάρτη.

6 σχόλια

6 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    ΈΝΑΣ φάρος καθαρή λογοτεχνία και ορολογία ανθρώπου που όχι μόνο τα βουνά γνωρίζει μα και τις θάλασσες. ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΟΥΛΕΛΆΚΙ

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Λένα μου σε ευχαριστώ πολύ! Αγαπώ και τις θάλασσες και τους φάρους!

      Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    Πολύ με άγγιξε η ιστορία σου Χριστίνα….ανυπομονώ για τη συνέχεια. Καλή σου μέρα!!

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Σε ευχαριστώ πολύ Άννα μου! Καλή σου μέρα!

      Απάντηση
  3. Απόστολος Παλιεράκης

    Τι όμορφη γραφή, τι όμορφη ιστορία! Περιμένω το δεύτερο μέρος.

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Σας ευχαριστώ πολύ κ. Απόστολε! Ελπίζω να σας αρέσει και το δεύτερο μέρος.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου