Select Page

Στο κατάστρωμα

Στο κατάστρωμα

Ο Πέτρος καθόταν στο κατάστρωμα, αγναντεύοντας το γαλήνιο και απέραντο πέλαγος. Κόντευε πλέον μεσημέρι και η ψύχρα τού πρωινού είχε υποχωρήσει κάπως. Μικρά κύματα χτυπούσαν ανεπαίσθητα το σκαρί τού ολοκαίνουργιου πλοίου, γλείφοντας το σημείο εκείνο στην αριστερή πλευρά, όπου δέσποζε με κεφαλαία γράμματα το όνομά του: «Νέα Ιδέα». Έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα τσιγάρο και το άναψε. Ο συνεχής θορυβώδης συνωστισμός τον είχε μπουχτίσει κι έτσι είπε να βγει για λίγο έξω να ξεσκάσει. Το πλήθος εδώ και κάτι μήνες συνέρρεε ανεξέλεγκτα παντού στο εσωτερικό τού καραβιού. Εντάξει, το ομολογούσε και ‘κείνον τον συνεπήρε, έστω και πρόσκαιρα, αυτή η διάχυτη ανάταση και αισιοδοξία που επικρατούσε εκεί μέσα· γι’ αυτό άλλωστε αποφάσισε να επιβιβαστεί μαζί με όλους τους υπόλοιπους της γενιάς του. Τώρα όμως, βλέποντας τα επιπόλαια γλέντια τής μάζας στο σαλόνι, τα απαράδεχτα, πατείς με πατώ σε, γεύματα στο εστιατόριο, τις ατελείωτες ουρές για μια θέση εργασίας στο γκισέ τής υποδοχής, την τυφλή εμπιστοσύνη όλων που άγγιζε τα όρια της θρησκευτικής ευλάβειας απέναντι στον καπετάνιο και τα ανώτερα μέλη τού πληρώματος, ένιωθε ένα μούδιασμα που τον έκανε να ατονεί και να αναρωτιέται, μήπως τελικά έσφαλε με την επιλογή του να συμμετάσχει στο ταξίδι.

Περισσότερο τον ενοχλούσε και τον γέμιζε καχυποψία το γεγονός ότι κανείς δεν τον συμβουλεύτηκε όσον αφορά την πορεία που θα ακολουθούσαν, παρά τις κραυγαλέες υποσχέσεις των διαφημιστών για το αντίθετο. Όχι, όχι, ήταν αδικαιολόγητος, δεν ήταν δα και κανένα παιδαρέλι για να χάφτει αμάσητο ό,τι του σερβίριζαν· έλα όμως που καμιά φορά πιστεύουμε κάποια πράγματα, επειδή το θέλουμε και όχι επειδή αυτά είναι πιστευτά. Στο κάτω κάτω, αφού δεν είχαν σκοπό να του ζητήσουν την άδεια για το οτιδήποτε, ας τον ενημέρωναν τουλάχιστον σχετικά με τη ρότα, να ξέρει κι αυτός τι του γίνεται. Αλλά όχι, ούτε καν αυτό δεν μπήκαν στον κόπο να κάνουν οι αχρείοι, που κυβερνούσαν εδώ και λίγο καιρό τη μοίρα του. Ε αυτό ήταν απ’ τα άγραφα! Έπρεπε δηλαδή να υποστεί σαν άβουλο ον τα τερτίπια όσων ναυπήγησαν το καράβι στα καλά καθούμενα και κατόπιν φόρτωσαν μέσα, σχεδόν με το ζόρι, τον όχλο που, μαραμένος απ’ την ακινησία, ξεροστάλιαζε στο λιμάνι, ανήμπορος, εκείνη την εποχή; Μα πόσο ανόητος στάθηκε, πώς τον τούμπαραν έτσι, πάλι; Κοίταξε τη θάλασσα που έπαλλε εκτοξεύοντας χρυσαφένιες λάμψεις και νόμισε για μια στιγμή πως αφουγκράστηκε κάποιο αόριστο κάλεσμα. Αναρίγησε. Δεν υπήρχε τάχα άλλος τρόπος για να ταξιδέψει;

Δεν ήταν η πρώτη του φορά σε πλοίο, όχι, είχε ξοδέψει αρκετά χρόνια από τη νεότητά του σ’ ένα παλιό πελώριο επιβατηγό, που θα προσέγγιζε, δήθεν, μια άλλη γη τής επαγγελίας. Θυμήθηκε το διάστημα πριν αποχωρήσει, τότε που η κατάσταση είχε γίνει πραγματικά ανυπόφορη μέσα σε κείνο το καράβι. Μια περιρρέουσα αίσθηση παρακμής διαπότιζε τα πάντα· οι λαμαρίνες έτριζαν διαρκώς, τα μαγειρεία βρωμούσαν σαπίλα, το πλήρωμα ήταν γηραλέο και ανίκανο να αντιμετωπίσει ακόμα και το παραμικρό πρόβλημα. Ένα βράδυ, θαρρείς από ένστικτο, έκανε μια βόλτα στο αμπάρι, παρακάμπτοντας τη ρητή απαγόρευση του καπετάνιου. Εκεί που βάδιζε περίσκεπτος, άκουσε ένα ισχνό κελάρυσμα. Ο ήχος τον οδήγησε στη γωνία, όπου, εμβρόντητος, είδε νερά να μπάζουν από μια τρύπα. Δεν ήταν μεγάλη η εισροή, αλλά, όπως και να το κάνεις, δε γινόταν να αγνοήσει κάτι τέτοιο· το συμβάν αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι! Το άλλο πρωί μάζεψε όσους περισσότερους συνταξιδιώτες του μπορούσε στην τραπεζαρία και τους διηγήθηκε χαρτί και καλαμάρι όσα αντίκρισε με τα ίδια του τα μάτια. Τα βλέμματά τους ήταν όλο δυσπιστία· πώς να υπερέβαινε τούτο τον τοίχο που ύψωναν μπροστά του; Άρχισε να αραδιάζει ένα σωρό ενδείξεις που συνηγορούσαν εναντίον τής αξιοπιστίας τού πλοίου. Επικαλέστηκε την εμπειρία τής μακρόχρονης παραμονής του για να τους πείσει, αλλά σχεδόν κανείς δε συμμερίστηκε τις ανησυχίες του. Και φυσικά κανείς δε συμφώνησε με τις προτροπές του να εγκαταλείψουν το καράβι, πράγμα που, βέβαια, δεν του προξένησε και ιδιαίτερη έκπληξη, μιας και οι λιγοστοί άνθρωποι που επέμεναν να χρησιμοποιούν ακόμα το συγκεκριμένο πλεούμενο ήταν στην πλειοψηφία τους ηλικιωμένοι και δε διέθεταν το κουράγιο, ούτε και την θέληση για να αναζητήσουν κάτι διαφορετικό. Τον αποκάλεσαν υπερβολικό, φοβητσιάρη, ξεμυαλισμένο, μερικοί υπονόησαν πως ήταν κατάσκοπος από άλλο πλοίο, ενώ κάποιοι άλλοι τόλμησαν μάλιστα να ξεστομίσουν και τη λέξη “προδότης”. “Δε πα να πνιγούν όλοι τους!”, συλλογίστηκε τότε ο Πέτρος και μάζεψε τις αποσκευές του. Στον πρώτο σταθμό επιβιβάστηκε στο «Νέα Ιδέα», που ετοιμαζόταν να σαλπάρει, διατυμπανίζοντας απ’ τα μεγάφωνα τις ολόφρεσκες ελπίδες τού κόσμου.

Μια ελαφριά πίεση στην πλάτη τον έβγαλε ξαφνικά απ’ τον λαβύρινθο των λογισμών του. Στο σημείο όπου ακουμπούσε και φούμαρε ρεμβάζοντας, υπήρχε μια μικρή πόρτα που δεν την είχε προσέξει και κάποιος τώρα την έσπρωχνε για να την ανοίξει. Έκανε στην άκρη κι ένας κοντός νεαρός, με ολόσωμη φόρμα διάστικτη από μουτζούρες, πρόβαλε δειλά.

- Ωπ, με συγχωρείς φίλε, απολογήθηκε ο βραχύσωμος άνδρας.

-Δεν πειράζει, απάντησε εκείνος και τον περιεργάστηκε. Δουλεύεις εδώ; ρώτησε μετά.

-Ναι, αποκρίθηκε ο άλλος. Μπας και σου περισσεύει ένα τσιγάρο; πρόσθεσε δισταχτικά.

-Βεβαίως, ο Πέτρος έτεινε το πακέτο στη μεριά του.

Ο νεαρός άδραξε ένα τσιγάρο βιαστικά και το σφήνωσε στα χείλη του με έκδηλη λαχτάρα.

-Σε ενοχλεί να το καπνίσω εδώ;

-Όχι, καθόλου.

-Με λένε Κυριάκο, είπε ο νέος με μισόκλειστα βλέφαρα από την ικανοποίηση, καθώς ένα πηχτό ντουμάνι κύκλωνε το μούτρο του.

-Εγώ είμαι ο Πέτρος, έσφιξαν τα χέρια.

-Λοιπόν Πέτρο, ξανάπε ο νέος έπειτα από λίγο, ποια θέση κατέχεις; πλέον κάπνιζε πιο αργά από πριν, αλλά με αμείωτη ευχαρίστηση.

-Είμαι ένας απλός επιβάτης.

-Πώς; Ανακινήθηκε ταραγμένος. Προς το παρόν ασφαλώς, πρόσθεσε έπειτα, γιατί σίγουρα κάτι θα προτίθεσαι να κάνεις, έτσι δεν είναι; Για όλους υπάρχει δουλειά! Άσε να μαντέψω, χάιδεψε το σαγόνι του, χμ, όπως σε βλέπω μ’ αυτή την περιποιημένη αμφίεση, μάλλον για παραγγελιοδόχος ή για ασυρματιστής μού κάνεις! Έπεσα μέσα;

-Όχι, κούνησε το κεφάλι, δε θέλω να κάνω τίποτα, προτιμώ να είμαι επιβάτης.

Ο Κυριάκος γούρλωσε τα μάτια πάνω του.

-Μα πως είναι δυνατόν, οι πάντες περιφρονούν τους επιβάτες και, μεταξύ μας, δεν έχουν και άδικο! Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να περιφέρονται ανώφελα και να παρατηρούν. Κατά τη γνώμη μου είναι περιττό βάρος. Άσε που, πολλές φορές, αμφιβάλλουν κιόλας και σου δίνουν την εντύπωση πως επιθυμούν να δραπετεύσουν. Έσκυψε στο αυτί του και ψιθύρισε: Όταν φτάσουμε στον ωκεανό και ξεκαθαρίσουν τα πράγματα με την ιδιότητα του καθενός, όσοι επιλέξουν να είναι επιβάτες και να μην υπηρετούν, θα μεταφερθούν στις στενές κουκέτες που δεν έχουν παράθυρο και μυρίζουν άσχημα. Γι’ αυτό, αν θες, άκουσέ με -  η φωνή του δυνάμωσε - ψάξε καλύτερα να βρεις το πόστο που σου ταιριάζει και ζήτησε να σε τοποθετήσουν εκεί. Φαίνεσαι καλό παιδί και είναι κρίμα να χαραμιστείς.

Ο Πέτρος στάθηκε για λίγο στοχαστικός και ύστερα ρώτησε:

-Εσένα ποια είναι η δουλειά σου;

-Είμαι μηχανικός. Έχεις πάει στο μηχανοστάσιο;

-Όχι, δεν έτυχε.

-Να πας, δεν ξέρεις τι χάνεις. Θα αντικρίσεις ένα εκθαμβωτικό θέαμα! Χιλιάδες μηχανικοί εργαζόμαστε νυχθημερόν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Μέσα στις αδρές φωταψίες από τις πορτοκαλί λάμπες, στοιχισμένοι με απόλυτη συμμετρία, εκτελούμε τα καθήκοντά μας. Ένας εκκωφαντικός μεταλλικός ήχος σού προκαλεί δέος, ενώ σε ζώνουν μετέωρα σύννεφα ατμού. Κανείς δεν γυρεύει την ανάπαυση, γιατί κανείς δε θέλει να χαλάσει αυτή την τέλεια συγχορδία, που χαρίζει στο πλοίο μας τα φτερά του! Ένα δάκρυ μούσκεψε τα τσίνορά του. Είμαστε ένας πραγματικός στρατός, συμπλήρωσε φανερά συγκινημένος.

-Ώστε έτσι. Και τι ήταν αυτό που σε ώθησε να μπαρκάρεις;

-Η φιλοδοξία, τι άλλο; Ξέρεις τι είναι να είσαι μέρος από κάτι σημαντικό και ιδίως να είσαι και σημαντικό μέρος αυτού του σημαντικού; Αν εξακολουθήσω να μοχθώ με τον ίδιο ρυθμό, είναι πολύ πιθανό σε μερικά χρόνια να καταφέρω να γίνω αρχιμηχανικός· όλοι σέβονται τους αρχιμηχανικούς. Εξάλλου γιατί να απογοητεύομαι, μικρός είμαι ακόμα, κανείς δεν γνωρίζει μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο καθένας· ατένισε τον ουρανό σαν να ονειροπολούσε.

-Εγώ απ’ την άλλη, σκέφτομαι να φύγω. Ο Πέτρος διέκοψε απότομα το λήθαργο του συνομιλητή του μ’ αυτή την αναπάντεχη και ανήκουστη δήλωση.

-Να φύγεις; Και πού να πας δηλαδή, απόρησε εκείνος. Σε κανένα απ’ αυτά τα πανάρχαια σαπιοκάραβα που, με την πρώτη τρικυμία, θα βουλιάξουν; Πφφ, έκανε έναν απαξιωτικό μορφασμό.

-Όχι, όχι, δε με κατάλαβες· έχω απηυδήσει με όλα αυτά τα δρομολόγια στο πουθενά. Θέλω να κολυμπήσω.

-Πρέπει να είσαι τρελός!

-Άκουσα πως κάποιοι απ’ αυτούς που είχαν τα κότσια να κολυμπήσουν, τελικά ανακάλυψαν ένα δικό τους νησί. Πήραν τούτο το φοβερό ρίσκο, μα δικαιώθηκαν. Το φαντάζεσαι; Ένα ολόκληρο νησί να σου ανήκει!

-Όχι, δεν το φαντάζομαι καθόλου. Ποιος τις λέει αυτές τις αηδίες; Αν πέσεις στη θάλασσα, είτε θα πνιγείς, είτε θα σε φάνε οι καρχαρίες, είτε θα πεθάνεις από τα κρυοπαγήματα. Έχεις υπόψη σου ποια είναι η θερμοκρασία τού νερού σ’ αυτά τα μέρη; Ούτε δυο λεπτά δεν αντέχει ένας συνηθισμένος άνθρωπος.

-Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που δεν είναι σαν τους άλλους και έχουν πολύ πιο γερά πνευμόνια.

-Πώς είναι δυνατόν να ξέρεις αν είσαι ένας απ’ αυτούς;

-Όσοι έχουν γερά πνευμόνια διακατέχονται από μια ακατάπαυστη ανησυχία, κάτι σαν μυρμήγκιασμα στο στομάχι.

-Εντάξει, αυτό είναι γνωστό, πόσοι και πόσοι όμως την έχουν πατήσει στο παρελθόν, νομίζοντας πως διέκριναν στο κορμί τους τα σημάδια κάποιας υποτιθέμενης υπεροχής, ενώ στην πραγματικότητα ήταν όλα μια απλή αυταπάτη!

Ο Πέτρος χαμήλωσε το κεφάλι και μουρμούρισε:

-Η αλήθεια είναι πως μόνο κολυμπώντας μπορείς να διαπιστώσεις την αυθεντικότητα των σημάτων που σου στέλνει το σώμα σου.

-Τα βλέπεις; Το λες και συ ο ίδιος, ποτέ δε θα είσαι βέβαιος για το αν έπραξες σωστά, παρά μονάχα όταν θα είναι ήδη πολύ αργά για να αλλάξεις γνώμη. Αξίζει, άραγε, να παίξεις τη ζωή σου κορώνα γράμματα για ένα νησί;

-Θεωρώ πως ναι. Η φωνή τού Πέτρου ήχησε άκαμπτη και μπάσα.

-Όχι φίλε μου, δεν αξίζει καθόλου. Εγώ προτιμώ τη σταθερότητα και την ασφάλεια του πλοίου, όσο γι’ αυτά τα μυρμηγκιάσματα και τις ανησυχίες που λες, είναι καλύτερα να παίρνεις ένα χάπι για τη ναυτία, όποτε σε πιάνουν και να ηρεμείς. Μη θαρρείς πως μόνο εσύ έχεις τέτοια συμπτώματα, όχι, όχι, σε όλους μας συμβαίνει που και που. Προσωπικά, με τα φάρμακα ξεπερνάω αυτούς τους ιλίγγους, όπως και ο περισσότερος κόσμος, άλλωστε. Δεν είναι δα και τίποτα το σπουδαίο και θα δεις, από ένα σημείο και μετά, δε θα σου χρειάζονται καν τα χάπια· είναι κοινό μυστικό πως κάποτε ο οργανισμός θεραπεύεται μόνιμα.

-Μα δε θέλω να “θεραπευτώ”, αλλά να “αρρωστήσω” πιο πολύ! φώναξε με αγανάκτηση ο Πέτρος και τέντωσε τα χέρια. Πήγε δυο τρεις φορές πέρα δώθε ξεφυσώντας και κατόπιν είπε σοβαρά: Όπως αντιλαμβάνεσαι Κυριάκο, είμαστε δυο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι. Εγώ θα λυτρωθώ κατακτώντας το νησί μου με κάθε τίμημα, ενώ εσύ ολοκληρώνεσαι ακολουθώντας έναν από τους προορισμούς που σου προσφέρθηκαν, μαζί με όλους εκείνους που έκαναν την ίδια εκλογή με σένα.

Ο Κυριάκος σκυθρώπιασε.

-Θα ήσουν και συ ευτυχής και πλήρης εδώ, αν δεν ήσουν τόσο περήφανος και εγωμανής, είπε δεικτικά.

-Μη νομίζεις, προσπάθησα πολλές φορές να ταπεινώσω τον εαυτό μου και να νιώσω αυτάρκης, και σε τούτο το πλοίο και στο προηγούμενο που ήμουν. Πάντα όμως κάτι έλειπε, κάτι δεν πήγαινε καλά. Καμιά απ’ τις πατρίδες που πρότειναν στους πολλούς δεν έγινε δική μου, καταλαβαίνεις; Από δω και πέρα, όλες μου οι δυνάμεις θα επικεντρωθούν στο να βρω το νησί μου, χωρίς τη βοήθεια κανενός.

Ο Κυριάκος σηκώθηκε συνοφρυωμένος.

-Λυπάμαι, μετά τα όσα είπαμε δεν μπορώ να μείνω άλλο μαζί σου. Τα υψηλόβαθμα στελέχη μάς έχουν προειδοποιήσει για την κακή επιρροή που ασκούν στο πλήρωμα τύποι σαν εσένα. Πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγω να με δουν εδώ τριγύρω, θα είναι πολύ αρνητικό κάτι τέτοιο για την σταδιοδρομία μου! Άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε στα γρήγορα, τραβώντας ξοπίσω του το χερούλι.

Ο Πέτρος έκανε λίγα βήματα προς τα μπρος. Ο άνεμος τον ράπισε στο πρόσωπο και ο ήλιος τον στράβωσε. Γαντζώθηκε από τα κάγκελα και άρχισε να σκαρφαλώνει. Όταν καβάλησε το τελευταίο οριζόντιο σίδερο, κοίταξε ευθεία κάτω. Ένα απλό άλμα τον χώριζε από τον υδάτινο όγκο που σάλευε αργά, φεγγοβολώντας αλλοπρόσαλλα μέχρι τα βάθη τού ορίζοντα· έφτανε μονάχα να περάσει και το άλλο πόδι πάνω από το κιγκλίδωμα και δίχως να το πάρει είδηση, θα βρισκόταν στο νερό. Αίφνης, τον κυρίευσε πανίσχυρος τρόμος· τα γόνατά του λύγισαν, η ανάσα του κόπηκε, η συλλογιστική του κατέρρευσε μεμιάς. Μα ήταν τόσο δύσκολη λοιπόν αυτή η βουτιά; Τα είχε μελετήσει όλα στο νου του ξανά και ξανά μα, που να πάρει η ευχή, αυτόν τον απροσπέλαστο δισταγμό δεν τον πρόβλεψε. Η θαλπωρή τής καμπίνας του τώρα έμοιαζε με ιδανικό που του ξεγλιστρούσε μέσα απ’ τα χέρια. Μπροστά εκτεινόταν ένα αβέβαιο μέλλον και πίσω μια σίγουρη πορεία δίχως κλυδωνισμούς. Τι να έκανε; Μπροστά ή πίσω;

_

γράφει ο Βαγγέλης Κατσούπης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Βασίλειος Μαντικός

Γεννήθηκε ως άλλος φόρος «Ρωμαϊκός» -κι ανδρώθηκε- στο νησί του Ήλιου, μιαν αρχή της Ινδίκτου. Ζει και εργάζεται στη γενέτειρά του. Σπούδασε και σπουδάχτηκε στη Μεγαλόνησο. Με θέα το Αιγαίο και παρέα μια ρακή σταμάτησε να ελπίζει, να φοβάται και πρωτοένιωσε τη «λεφτεριά» φερόμενος ως Πολιτικός Μηχανικός.

2 Σχόλια

  1. Ελένη Ιωαννάτου

    Βαγγέλη χρόνια σου πολλά!!! Εύγε!!! Η ιστορία σου είναι εξαιρετική!!! Περιγράφει την ενύπνια κατάστασή μας, με ένα αλληγορικό περίβλημα.

    Απάντηση
    • Σκέψεις.....

      Μάλλον μπροστά…βούτηξε…μιας και η θαλπωρή της καμπίνας….δε τον γέμιζε….αλλά τον έπνιγε. Αναρωτιέμαι όμως εάν και το νησί θα τον γεμίσει. Οταν νιώθεις κενό, αναζητάς το χάος για να (ξανά)αυτοπροσδιοριστείς μέσα απο αυτο,ώστε να επέλθει η επιθυμητή αλλαγή, μιας και αυτή ειναι η μόνη σταθερά στη ζωή μας.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!