Στο πάρκο μια χαρτοπετσέτα πετά. Από παγκάκι σε παγκάκι. Δεν είναι μια σπάνια χαρτοπετσέτα. Ούτε καν πολυτελείας. Είναι από εκείνες τις φτηνές. Μικρή τετράγωνη με ανάγλυφο σχέδιο. Πετά. Χαμηλά. Ψηλά. Ξανά.

Η Μαρία μαθαίνει να φτιάχνει καράβια. Χαρτοπετσέτα τη χαρτοπετσέτα. Ο παππούς της ο Αντρέας της δείχνει ξανά και ξανά. Με υπομονή. Χαρτοπετσέτα και αγάπη. Χέρι τρυφερό. Διπλώνει ξεδιπλώνει.

Η Μαρία δε θέλει να μάθει ποτέ. Θέλει να της φτιάχνει καράβια ο παππούς. Καράβια με ονόματα που θα διαλέξουν μαζί. Να τη χωράνε, να τον χωράνε. Να ταξιδεύουν μαζί.

-Όταν μεγαλώσω παππού θα σε παντρευτώ!
-Και στη γιαγιά σου τι θα πούμε;
-Θα της πούμε ότι σε αγαπώ περισσότερο.

Στο πάρκο μια χαρτοπετσέτα πετά. Η γυναίκα στο παγκάκι, το κορίτσι που πετά. Ο παππούς σε ένα καράβι ταξιδεύει κι εκείνη πίσω προσμένει τον ναυτικό της. Διπλώνει χαρτοπετσέτες. Έφυγε τρέχοντας από την ταβέρνα. Στην τσέπη περισσεύαν χαρτοπετσέτες. Κλέφτρα και πάλι. Εκεί στο παγκάκι με τα χαραγμένα αρχικά. «Μ+Α για πάντα». Διπλώνει φάλτσα καράβια και τα σκίζει. Ποτέ και για πάντα. Μια απιστία του χρόνου που έχει μισήσει.

-Εσύ θα λες ταξίδι κι εγώ θα στο φτιάχνω
-Ταξίδι!
-Κιόλας;
-Ναι…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!