Select Page

Τα στολίδια στο συρμάτινο δέντρο

Τα στολίδια στο συρμάτινο δέντρο

Κάτω από την παλιά γέφυρα οι άστεγοι της πόλης έχουν βρει έναν ίσκιο για τη μέρα κι ένα σκέπασμα για τη νύχτα. Εκεί κάτω, οι τόσο διαφορετικές ζωές τους ενώνονται σε μια τύχη, για όλους κοινή, που κάθε βράδυ κάνει αγώνα αντοχής μέχρι το ξημέρωμα.

Μερικές φορές, κάποιοι από τους μεγάλους, άλλες  πάλι τα  παιδιά, ανεβαίνουν στο επάνω της μέρος. Από κει ψηλά αγναντεύουν τα φώτα της πόλης, τα όχι και τόσο πέρα μακριά. Έχουν συνηθίσει κάθε τέτοιες μέρες τα φώτα να πληθαίνουν από τα χιλιάδες λαμπιόνια στους δρόμους, στις πλατείες, στα μπαλκόνια, ακόμα και στα σκυλόσπιτα των μεγάλων αυλών. Τους αρέσει η εικόνα. Πιο παλιά μπορεί και να ζήλευαν. Όχι πια. Έχουν συνηθίσει στη ζωή της γέφυρας, που κάποτε ένωνε ανθρώπους και πια είχε απομείνει αξιοθέατο για τους φοιτητές των αρχιτεκτονικών σχολών. Κατά κάποιο τρόπο η γέφυρα έμοιαζε με τη δική τους ζωή. Αρχοντιά, αφημένη στο περιθώριο.

«Μήπως να στολίσουμε κι εμείς ένα δέντρο;»
«Τι δέντρο; Χριστουγεννιάτικο κι έτσι;»
«Ναι»
«Πού; εδώ; Κάτω από τη γέφυρα;»
«Ναιιι, λέμεεε!»
«Δε μου λες… έτσι για να ξέρω, πότε έφαγες τελευταία φορά;»
«Χτες, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία, είμαι μια χαρά. Εκείνο που λέω είναι, γιατί να μη στήσουμε κι εμείς ένα δέντρο για τα Χριστούγεννα, να χαρούν λιγάκι και τα παιδιά, να ‘χουμε να κάνουμε και κάτι το διαφορετικό απ’ το να ψάχνουμε στους κάδους όλη μέρα»

Η συζήτηση των δύο κράτησε αρκετή ώρα. Άλλωστε είχαν πολύ χρόνο για να διαθέσουν και οι αναλύσεις για άλλα θέματα είχαν από καιρό φτάσει σε αδιέξοδο. Έτσι, συζήτησαν, ανέλυσαν την ιδέα, την τούμπαραν να τη δουν από την ανάποδη, την ξανάφεραν στα ίσια μέχρι που συμφώνησαν να το κάνουν… «αρκεί βέβαια να συμφωνήσουν και οι υπόλοιποι».

Οι πρώτοι που συμφώνησαν ήταν τα παιδιά. Στο άκουσμα της ιδέας τα μάτια τους έλαμψαν, πέταξαν σπίθες, καψάλισαν κομμάτι εκείνους, τους άλλους, τους πιο ψυχρούς, που δεν άντεξαν στη λάμψη. Προτίμησαν να συμφωνήσουν παρά να πνίξουν τον ενθουσιασμό που ξαφνικά πλημμύρισε το μέρος και για λίγο έδωσε ξανά ρόλο στην παλιά γέφυρα.

Η ιδέα ήταν απλή. Επειδή δέντρο δεν είχαν, ούτε και να κόψουν ήθελαν, ούτε και μπορούσαν, σκέφτηκαν πως είναι πιο εύκολο να κατασκευάσουν ένα με το συρμάτινο πλέγμα από τον παλιό και σχεδόν κατεστραμμένο φράχτη του διπλανού οικοπέδου.

«Δηλαδή, πως θα φτιάξουμε δέντρο με το συρματόπλεγμα;»
«Αααα, θα γίνει καταπληκτικό δέντρο. Αρκεί να το βγάλουμε από τους πασσάλους και να το καθαρίσουμε. Μετά, θα δεις πώς θα γίνει»

Έτσι κι έγινε. Δημιουργήθηκε μια ολόκληρη ομάδα εορταστικής εργασίας που δούλευε επί ώρες για να ξεμπλέξει το φράχτη, να μαζέψει το σύρμα σε μια κουλούρα χοντρή και βαριά. Όσο η ομάδα δούλευε, έπεσε η ιδέα να πουλήσουν όλο εκείνο το συρμάτινο πλεχτό στον παλιατζή. Στα σίγουρα με τα χρήματα θα έτρωγαν όλοι και μάλιστα καλά. Θα χόρταιναν για τουλάχιστον δύο μπορεί και τρεις ημέρες. Η ιδέα έπεσε και τελικά γκρεμοτσακίστηκε προτού προλάβει να συζητηθεί παραπάνω.

«Το δέντρο θα γίνει κανονικά. Το πολύ - πολύ να το πουλήσουμε μετά τις γιορτές και να κάνουμε μεταγιορτινό τσιμπούσι»

Όπως και να χει το πράγμα, το δέντρο άρχισε να στήνεται και η δουλειά δεν ήταν καθόλου εύκολη, καθώς γινόταν με γυμνά χέρια. Χρειάστηκε κόπος πολύς και κάμποσα γρατζουνισμένα χέρια, μα τελικά τα κατάφεραν. Κάτω από την αψίδα της παλιάς γέφυρας στήθηκε ένας μεγάλος, συρμάτινος κώνος, που αμέσως τράβηξε κοντά του όλη τη μικρή κοινωνία των αστέγων.

«Έτσι, όπως το βλέπω, δε μου μοιάζει και πολύ για δέντρο»
«Μπα, δεν συμφωνώ. Εγώ βλέπω ότι έχει κανονικότατα το χριστουγεννιάτικο σχήμα»
«Εμένα πιο πολύ μου μοιάζει με χωνί»
«Τότε είμαστε μια χαρά. Όλα τα χριστουγεννιάτικα δέντρα μοιάζουν με χωνί ή με ντουντούκα γυρισμένη ανάποδα»
«Καλά. Και πως θα το στολίσουμε;»
«Να μια καλή απορία, χρειαζόμαστε στολίδια. Παιδιά!!!» φώναξε. «Χρειαζόμαστε στολίδια, ακούω ιδέες».

Τα παιδιά δεν μίλησαν. Μόνο γεμάτα χαμόγελα έτρεξαν δεξιά κι αριστερά, άρχισαν να μαζεύουν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Μάζευαν αντικείμενα μικρά, μεγάλα, πράγματα που άλλοι τα νόμιζαν για σκουπίδια. Στα λαμπερά  τους μάτια η μαγεία ξεχείλιζε δημιουργία που σχημάτιζε όμορφα στολίδια φτιαγμένα από μπάλες αλουμινόχαρτου,  αγριολούλουδα, φωλιές πουλιών που ήδη είχαν φύγει για το νότο, κομμάτια από το κίτρινο δίχτυ της ξεχασμένης ψαρόβαρκας,  ένα καλώδιο με μια σειρά λάμπες απομεινάρι από κάποιο λούνα παρκ που είχε στηθεί όταν ακόμα η γέφυρα ήταν σε χρήση.

«Ηλεκτρισμό δεν έχουμε, τις λάμπες γιατί τις βάζετε; Άσε που, μετά από τόσα χρόνια, όλες στα σίγουρα θα είναι καμένες»
«Δεν πειράζει. Έχουν ωραία χρώματα»

Σε λίγες ώρες ο συρμάτινος κώνος στολίστηκε όμορφα, γέμισε εικόνες, αισθήματα, έγινε κι εκείνος ένα κομμάτι της κοινωνίας στη ξεχασμένη γέφυρα, έκανε όλους να νιώσουν σαν μια μεγάλη οικογένεια και μπορεί και να δάκρυζαν αν δεν ακουγόταν μια φωνή…

«Δεν μπορώ να βρω τον μικρό Μανώλη»
«Πού είναι ο μικρός Μανώλης;»
«Χάθηκε ο μικρός Μανώλης!»

Το δέντρο ξεχάστηκε μονομιάς. Η χαρά έγινε τρόμος. Η σκέψη πως κάτι μπορεί να έπαθε ο μικρούλης έδεσε κόμπο τα στομάχια των αντρών, έκοψε τα γόνατα όλων των γυναικών της παλιάς γέφυρας. Όλες τους ήταν μητέρες για το μικρό Μανώλη, που τον φρόντιζαν από τότε που δεν υπήρχε πια εκείνη.

Δύο από την παρέα έτρεξαν προς την όχθη του ποταμού. Έτρεξαν γεμάτοι αγωνία, ήξεραν πως το ποτάμι μπορεί να μην ήταν πολύ δυνατό αυτή την περίοδο, όμως για ένα παιδί είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Έτρεξαν με προσπάθεια διπλή… έτρεξαν για να προλάβουν… έτρεχαν και προσπαθούσαν να μην αφήσουν την κακή σκέψη να τρυπώσει στο μυαλό τους. Έτρεχαν μέχρι που εκεί, κοντά στην όχθη κάτι φάνηκε και τα πόδια τους δυνάμωσαν μέχρι να μπορέσουν να δουν.

«Νάτος… νάτος ο μικρούλης !!»
«Εδώ!! Εδώ είναι !! Εδώ είναι και παίζει !!» φώναξαν οι δύο βλέποντας το μικρό Μανώλη χωμένο στη λάσπη μέχρι τη μέση, να προσπαθεί τραβήξει από κει μέσα έναν παλιό ανεμιστήρα.
«Τι κάνεις εδώ Μανώλη;»
«Αστέρι» απάντησε ο μικρός. «Το δέντρο μας θέλει αστέρι» είπε κι έδειξε τα φτερά του ανεμιστήρα. Τα έδειξε και μετά άφησε τους μεγάλους να τα δουν όπως εκείνα καθρεφτίζονταν στα μάτια του. Τους κοίταξε κι εκείνοι είδαν. Εκεί μέσα, στις βιτρίνες της ψυχής του, είδαν ένα ολόλαμπρο αστέρι, λευκό, πανέμορφο, ένα αστέρι που κανένα στον κόσμο δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί του.

Ούτε για μια στιγμή οι άνθρωποι της γέφυρας δεν σκέφτηκαν πως εκείνο που έβαλαν ψηλά στο δέντρο τους ήταν τα φτερά ενός ανεμιστήρα. Ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκαν να βρουν μια γωνιά για να προφυλαχτούν από το κρύο, που όσο βράδιαζε γινόταν όλο και πιο τσουχτερό. Έμειναν όλοι εκεί, γύρω από το δικό τους δέντρο, που σιγά σιγά χανόταν στο σκοτεινό πέπλο που άπλωνε η νύχτα.

«Αχ πόσο θα ήθελα η μέρα να κρατούσε πιο πολύ» ακούστηκε μια φωνή, χωρίς να μπορεί κανείς να καταλάβει αν αυτή ήταν παιδιού ή ενήλικα, αγοριού ή κοριτσιού.
«Αχ πόσο θα ήθελα… » ακούστηκε ξανά κι όλοι συμπλήρωσαν από μέσα τους μια ευχή.
«Αχ πόσο θα ήθελα…» και όλοι συμπλήρωσαν με τη ψυχή τους κάτι.. κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί με λέξεις.
«Αχ πόσο θα ήθελα… » και το μικρό καράβι του ποταμού ακούστηκε να πλέει από κοντά, με το φως από το φάρο του να περιστρέφεται… να φωτίζει στο πέρασμά του· να πέφτει πότε πάνω τους και πότε στους γλόμπους που ήταν φτιαγμένοι από αλουμινόχαρτο, που κι εκείνοι με τη σειρά τους ακτινοβολούσαν· αναβόσβηναν από το κίτρινο φως του καραβιού.

Τότε το αεράκι φύσηξε ζεστό, σαν να ‘ταν καλοκαίρι.
Φύσηξε και έκανε τους ανθρώπους της γέφυρας να έρθουν πιο κοντά.
Φύσηξε και το αστέρι του δέντρου άρχισε να περιστρέφεται.
Φύσηξε και το αστέρι άρχισε να γυρνά στην αρχή αργά, να δημιουργεί το δικό του αεράκι, να χαϊδεύει όλα τα μάγουλα που έβρισκε το διάβα του.

Και καθώς γυρνούσε ο αέρας δυνάμωνε, γινόταν πιο ζεστός. Και όσο ο αέρας δυνάμωνε, το αστέρι γυρνούσε όλο και πιο γρήγορα… και το χάδι έγινε φιλί· έκανε τις παλιές λάμπες του λούνα παρκ να ανάψουν, να λάμψουν όπως τότε.

Γυρνούσε και το Χθες μπερδεύτηκε με το Τώρα, και οι επιβάτες από το καράβι βγήκαν στο κατάστρωμα ν’ ακούσουν τη μουσική που πλημμύρισε την ατμόσφαιρα. Έμειναν για λίγο στο κρύο να βλέπουν από μακριά τους ανθρώπους της γέφυρας σε ξέφρενο χορό.

Και το αστέρι περιστρεφόταν όλο και πιο γρήγορα και οι άνθρωποι της γέφυρας, όλοι τους, ένας προς έναν άρχισαν να βλέπουν την ευχή τους να γίνεται πραγματικότητα.

«Αχ πόσο θα ήθελα … » κι όλοι χαιρόντουσαν στο ζωντάνεμα εκείνων που τους έκαναν ευτυχισμένους και… όσο το άστρο δυνάμωνε ψηλά στο δέντρο, άλλο τόσο όλοι τους μπορούσαν να δουν ο ένας τις επιθυμίες του άλλου. Ντύθηκαν όλοι βασιλιάδες και βασίλισσες· πρίγκιπες και πριγκίπισσες· γελούσαν και γλεντούσαν μέχρι που από ψηλά φάνηκε μια μητέρα να κατεβαίνει, να παίρνει αγκαλιά και να δίνει ζωή στο «Αχ πόσο θα ήθελα..» του μικρού Μανώλη.

 «Αχ πόσο θα ήθελα να ήμουν κι εγώ εκεί μαζί τους», ακούστηκε μια φωνή από  το καράβι που ‘βλεπε τους ανθρώπους να γίνονται άστρα και τις ψυχές τους μία προς μία να γίνονται στολίδια λαμπερά στο συρμάτινο δέντρο.

 

_

γράφει ο Νεκτάριος Καλογήρου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος