Select Page

Τα της αϋπνίας

Τα της αϋπνίας


3:10 π.μ.
Το στομάχι μου, το άδειο, διαμαρτύρεται. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι, τραβώντας μία από εδώ και μία από ‘κει τα σκεπάσματα. Δε μου κολλάει ύπνος και απορώ γιατί. Φαίνεται είναι γραφτό μου απόψε να μην κοιμηθώ, παρά μόνο να σκέφτομαι και να φέρνω στον νου μου εικόνες.
Θυμάμαι μία τυρόπιτα που έψησα βράδυ αργά, κάποια καλοκαιρινή νύχτα, και πήγα να τη μοιραστώ με φίλους που χρειάζονταν μια ανθρώπινη παρουσία. Έτσι, για παρηγοριά κάποιας απώλειας.
Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα κάτι που έφτιαξα και το έστειλα να το μοιραστούν κάποια παιδιά που προσπαθούσαν να επουλώσουν τις πληγές τους μόνα, μακριά από τη θαλπωρή του σπιτικού τους.
Θυμάμαι κάτι μεσημέρια που σηκωνόμουν από το οικογενειακό τραπέζι γιατί μια φίλη με χρειαζόταν περισσότερο.
Θυμάμαι πως στο άκουσμα μιας δυσάρεστης είδησης ράγιζε η καρδιά μου και προσπαθούσα να βρω τρόπο να πάρω λίγο από το βάρος των άλλων στις πλάτες μου. Όσο μπορούσα.
Θυμάμαι πως στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους πρόσθετα αγάπη και αφαιρούσα συμφέρον. Πρόσθετα συμπόνοια και συμπάθεια και αφαιρούσα εμπάθεια και πονηριά.
Θυμάμαι πως στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους έβαζα ψυχή πάνω απ’ όλα και μετά τα υλικά και φθαρτά.
Και να ‘μαι, εδώ, με το θορυβώδες στομάχι μου, ξημερώματα Σαββάτου, να προσπαθώ να θυμηθώ πόσο καιρό έχω ν’ ακούσω τις φωνές κάποιων. Να προσπαθώ να θυμηθώ τα πρόσωπα οικείων ανθρώπων, που άρχισαν να ξεθωριάζουν και ν’ απομακρύνονται, και νοιώθω σαν να βρίσκομαι στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου, με το κεφάλι κολλημένο στο πίσω τζάμι, να παρακολουθώ τα δέντρα που φεύγουν προς την αντίθετη κατεύθυνση και κάπου στο βάθος να στενεύει ο δρόμος και να ενώνονται. Σαν να είχαν κοινή αφετηρία, σαν να ήταν ένα στην αρχή, που σκίστηκε στα δύο και πήρε το καθένα τον δικό του δρόμο. Και η γραμμή των δέντρων, όλο και μεγαλώνει, και η απόσταση από την μία μεριά στην άλλη μεγαλώνει κι αυτή. Τώρα, όμως, είμαι σίγουρη. Δεν πρόκειται ποτέ να ενωθούν.

4:10 π.μ.
Γαλήνεψε λιγάκι ο νους, το στομάχι, όμως, θέλει άλλου είδους τροφή για να γαληνέψει. Αυτό όμως μπορεί να περιμένει ακόμα, μέχρι να ξημερώσει, όχι πολύ. Σε λίγο ξημερώνει μια καινούρια μέρα και με το πρόσωπο κολλημένο στο μπροστινό τζάμι θα παρακολουθώ τα δέντρα που θα έρχονται προς εμένα. Γιατί, έτσι είναι η ζωή. Πάντα πάει μπροστά χωρίς να σταματήσει το αέναο ταξίδι της.

_

γράφει η Λένα Ζαΐμη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Βασίλειος Μαντικός

Γεννήθηκε ως άλλος φόρος «Ρωμαϊκός» -κι ανδρώθηκε- στο νησί του Ήλιου, μιαν αρχή της Ινδίκτου. Ζει και εργάζεται στη γενέτειρά του. Σπούδασε και σπουδάχτηκε στη Μεγαλόνησο. Με θέα το Αιγαίο και παρέα μια ρακή σταμάτησε να ελπίζει, να φοβάται και πρωτοένιωσε τη «λεφτεριά» φερόμενος ως Πολιτικός Μηχανικός.

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!