Παιδιά ήμασταν…
Φωνάζαμε πίσω απ’ το σχολικό.
Η εξάτμιση άφηνε τόσες σκιές στις ζωγραφιές,
στα κλαδιά των δέντρων δειλινά.

Τρεμοπαίζανε οι φωνές μας στο γαϊτανάκι των ονείρων.
Έπειτα φλερτάραμε με αηδόνια ξεγνοιασιάς.
Των γέλιων την ολόμαυρη ράχη.
Τραμπαλίζαμε τις ιδέες στον κύκλο του τροχού
κι ύστερα χαιρετούσαμε τις φωτιές
που κρεμόντουσαν απ’ τα πουλιά.

Φτυάρι τσουγκράνα, τα μόνα μας όπλα.
Σκαλίζαμε τον κήπο του απείρου
κι έπειτα βλασταίναμε τον ήλιο στην καρδιά μας.
Αγαλματάκια ευκίνητα μέρα και νύχτα,
στο ατελείωτο ξανθό ηλιοτρόπιο.
Ακίνητα τώρα με κοιτούν.
Αμάλγαμα λευκό της ειμαρμένης σιγαλιάς.

Λογικά άλογα ταράζω
σε μια φιγούρα κοσμική.
Στις καλαμιές είναι ακόμα τα παιχνίδια μας.
Σωρός μεγάλος τα καφάσια.
Τρέξε να σε πιάσω εαυτέ.
Να τα φυλάξω, εγώ σε κυνηγώ.

Πώς να σηκωθώ την ώρα…
που κοιμούνται οι συνειδήσεις;
Οι δικές μας;
Χαμηλές οι τιμές, ευκαιρίες πολλές,
σ’ ένα ακροατήριο υπνωτισμένο.
Άριστα κουρδισμένο.

Θα προσευχηθώ να αναπνέω και αύριο
σ’ αυτό το χωράφι με τις μαργαρίτες.
Θυμάσαι; Κάποτε παίζαμε όλα τα παιδιά.
Κι όμως, ήμασταν τόσο μεγάλοι!
Κρυβόμασταν, για να γλιτώσουμε την αλήθεια μας.
Τώρα, κρυβόμαστε για να παραδώσουμε το ψέμα μας.
Είμαστε τόσο μικροί!

_

γράφει η Ελένη Ιωαννάτου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!