Ξύπνησε πρωί-πρωί για να καθαρίσει το σπίτι. Επιτέλους έφυγε. Πήρε τα πάντα μαζί του, εκτός από το απαίσιο άρωμά του. Όλη μέρα τρίβει, πλένει, ψεκάζει. Βράδιασε, και δε λέει με τίποτα να υποχωρήσει. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι έχει εισχωρήσει μέσα της. Όλα τα μέλη του σώματός της, ποτισμένα απ’ άκρη σε άκρη. Ήθελε τόσο ν’ απελευθερωθεί απ’ αυτόν και να που τώρα τον κουβαλάει πάνω της. Μήπως ήταν λίγο παραπάνω υπερβολική; Τι έκανε κι αυτός πια; Ξενοκοιτούσε πού και πού. Αμ, γιατί αυτή ήταν καλύτερη; Δεν ήταν λίγες οι φορές που σκεφτόταν τον πρώην της και άλλες τόσες που προσποιούνταν. Τελικά, αν έπρεπε να φύγει κάποιος, μάλλον θα ήταν αυτή. Το άρωμά του δεν έφυγε ποτέ από μέσα της. Παρέμεινε για να της θυμίζει τον άδικο χωρισμό τους. Και να που ένα ωραίο πρωί, χτυπά το κουδούνι. Το σπίτι γεμίζει ευωδιές από το άρωμά του. Είναι υπέροχο, σαγηνευτικό. Δε μπορεί να ζήσει χωρίς αυτό. Είναι δέσμιά του. Το άρωμά του διαρκεί μέχρι και σήμερα.

_

γράφει η Βάσω Καρλή

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!