Select Page

Το αίμα

Το αίμα

Ο κυρ Μελέτης ήταν θυρωρός στη διπλανή με την δική μας πολυκατοικία. Τρελαινόμουν, μα την αλήθεια, να κάθομαι μαζί του στο θυρωρείο και να ακούω να μου διηγείται ιστορίες που τις έζησε εκεί μέσα στη μεγάλη Κυψέλη ανθρώπων που, ναι μεν γνωρίζονταν, αλλά και που ουδέποτε μεταλλάχθηκε η γνωριμία τους σε κάτι πιο ζεστό, πιο ανθρώπινο. Ψυχροί ξένοι που τους χώριζε ένας μονότουβλος τοίχος.
Ιστορίες που λέτε για να γράψεις βιβλίο και υποψιάζομαι ότι και από του ίδιου το μυαλό είχε περάσει κάτι τέτοιο και έβλεπε στο πρόσωπό μου εκείνον που θα υλοποιούσε το απωθημένο του ίσως. Σαν να μου έλεγε: Βάζω εγώ τις ιδέες, βάλε εσύ την πένα σου και αρχινάμε το ταξίδι, όπως θα έλεγε η γιαγιά. Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δως της κλώτσο να γυρίσει παραμύθι ν’ αρχινήσει, λοιπόν:
«Ανέβαινα που λες τις σκάλες να μαζέψω τις σακούλες των σκουπιδιών των ενοίκων, δουλειά κουραστική και άχαρη. Θα μου πεις υπάρχει και δουλειά χαριτωμένη; Της αλλάζεις λιγάκι τον τόνο και παίρνει τη σωστή της έννοια η λέξη, επιπλέον και μοσχομυριστή.
Έξι η ώρα το πρωί και μόλις είχε αρχίσει να αχνοφέγγει. Πρώιμο φθινόπωρο και όμως έκανε ένα κρύο σχεδόν χειμωνιάτικο, που δεν το ’κανα καθόλου κέφι. Είχα λοιπόν τις μουργέλες μου και έτσι βαρύθυμος, σέρνοντας τα πόδια μου, φτάνω και στον 4ο όροφο στο διαμέρισμα του κυρ γιατρού μας, του Δημητριάδη. Και μένω κάγκελο. Χριστέ μου και όλοι σου οι Απόστολοι, τι στην ευχή ήταν τούτο; Ένα κόκκινο ρυάκι αίματος είχε κυλίσει κάτω από την πόρτα του γιατρού και είχε σταματήσει ένα με ενάμισι μέτρο μακριά της. Έμεινα να το κοιτάζω αποσβολωμένος και ενώ είχα κλειδιά και το ελεύθερο να μπω στο ιατρείο να δω ποιον σφάξανε κει μέσα, το ’βαλα στα πόδια έντρομος.
Κατέβηκα τρία τρία τα σκαλιά και με την ψυχή στο στόμα δίχως να ξυπνήσω και κανέναν, φτάνω στο δωμάτιό μου, ρίχνω πάνω μου τη βαριά μου ζακέτα μην ψοφήσω και από το κρύο και τρέχοντας του σκοτωμού φτάνω στο Αστυνομικό Τμήμα της γειτονιάς μου που ευτυχώς ήταν κοντά.
Παρ’ όλο που ήταν τόσο πρωί, το Τμήμα γεμάτο κόσμο. Κάτι θα είχε γίνει που δε μ’ ένοιαζε κιόλας και άλλοι μιλούσαν δυνατά και άλλοι δεν έβγαζαν άχνα σαν να μην ήθελαν με τη λαλιά τους να επιβαρύνουν περισσότερο τη θέση τους. Εγώ, σε σχέση με αυτούς σε μια μέση κατάσταση. Βρίσκω κάποιον γνωστό μου μπάτσο με πολιτική περιβολή και του ζητώ να με οδηγήσει όχι στον αξιωματικό υπηρεσίας αλλά κατ’ ευθείαν στον Αρχηγό του, γιατί είχα κάτι πολύ σοβαρό να καταγγείλω.
“Σιγά ρε συ Μελέτη πώς κάνεις έτσι; Μπας και σκότωσες ρε κανέναν και θέλεις να απολογηθείς; Και τι εμφάνιση είναι τούτη η δική σου; Αξύριστος,
άπλυτος, ελεεινός… Τι εντύπωση θα κάνεις στον μεγάλο ρε συ;”
“Μπάτσε κόφτο. Μη με καθυστερείς και το θέμα δε χωρά αστεία. Θα βρεις το μπελά σου. Το καλό που σου θέλω.”
Φαίνεται ότι κάτι στο βλέμμα μου το εξέλαβε στις σωστές του διαστάσεις και σιγομουρμουρίζοντας ή και ψιλοβρίζοντας το πιο πιθανόν, με οδήγησε στα ενδότερα του Τμήματος εκεί που ποτέ πριν δεν έτυχε να ξαναβρεθώ για τον χι, ψι, ή ωμέγα λόγο.
Ο Αρχηγός μιλούσε στο τηλέφωνο και μας έγνεψε να περιμένουμε λιγάκι. Εγώ εντωμεταξύ ασφυκτιούσα, ενώ ο Αρχηγός χαριεντιζόταν με την ή τον συνομιλητή του. Έτσι είναι αυτά. Ποιος είναι αυτός που πηγαίνει στο Τμήμα για καλό για να έχει και κέφι; Ενώ ο Αρχηγός τι ανάγκη είχε; Μου ερχόταν μια παρόρμηση να βάλω τις φωνές γιατί και η υπομονή έχει κάποια όρια. Κάποια στιγμή, αποφάσισε να τερματίσει την πάρλα και μέσα μου ευχήθηκα να μην τον ξανακαλέσει κανείς. Και, ω της ανακούφισης, τον βλέπω να κατεβάζει το ακουστικό από τη συσκευή και να το αφήνει κάτω.
“Σ’ ακούω φίλε, τι τρέχει;”
“Αρχηγέ μου” είπα τραυλίζοντας “εκείνο που τρέχει είναι φονικό στην πολυκατοικία μου, τι φονικό, μάλλον σφαγή να πω καλύτερα! Για το ποιος ο νεκρός ή οι νεκροί δεν το γνωρίζω. Το αίμα δε είχε ονοματεπώνυμο καθώς κυλούσε.”
“Τι λες βρε άνθρωπε; Για πάρ’ το δεξιόστροφα και καθαρά από την αρχή.
Όργανον πες να μας φέρουν δυο καφέδες και νερά. Και σβέλτα”, είπε στον γνωστό μου μπάτσο ο οποίος μού έριξε ένα βλέμμα που σε ελεύθερη μετάφραση σήμαινε: “να τα μας τώρα εξυπηρετούμε και τον κυρ Μελέτη τον θυρωρό…”
“Σε ακούω λοιπόν φίλε μου” μου είπε ο Αρχηγός μειλίχια.
Τρέμοντας, του εξιστόρησα τα όσα αντίκρισαν τα ματάκια μου εκείνο το απαίσιο φθινοπωριάτικο πρωινό, με το μυαλό μου να φέρνει και βόλτα στις σακούλες που έμεναν τόσην ώρα εκτεθειμένες, σκορπώντας το μεθυστικό τους άρωμα σε όλο το κτίριο, ενώ το απορριμματοφόρο θα είχε ήδη περάσει.
“Ναι ε; Είσαι σίγουρος μάστορα; Ήταν όντως αίμα;”
“Σαν τι άλλο να ήταν αφεντικό; Πάντως για νεράκι του Θεού δεν το έκοψα” του απάντησα θαρρετά.
“Καλώς, καλώς” είπε και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του ξεχνώντας και τους καφέδες με τα νερά.
“Πάμε” είπε ξερά.
Σκέφτηκα: “Μωρέ μπράβο! Για να έρχεται μαζί μου κοτζάμ αρχηγός θα κατάλαβε τη σοβαρότητα του θέματος” συμπλήρωσα τη σκέψη μου.
“Αστυφύλαξ, έλα μαζί μας και πες στον Παναγιώτη να ειδοποιήσει και τον κ. Εισαγγελέα να έρθει τάχιστα στην διεύθυνση… Πού ακριβώς κύριε;”
“Ασκληπίωνος 32, Αρχηγέ.”
“Το άκουσες όργανο; Άντε και σβέλτα.”
Και φύγαμε του σκοτωμού. Και όπως φεύγαμε πήρε το μάτι μου τον
γνωστό μου μπάτσο κρατώντας έναν δίσκο με τους καφέδες να μας κοιτάζει κατάπληκτος και καθένας μπορεί να φανταστεί τα καντήλια που θα κατέβαζε από μέσα του. Μα σιγά, και ποιος νοιαζόταν γι’ αυτό; Μη και δεν είχαμε σοβαρότερα πράγματα να απασχολούν το ενδιαφέρον μας από τις συμπεριφορές των ανθρώπων;
Ήδη θα πρέπει να είχαμε αργήσει πάρα πολύ. Ο σφαγιασμένος είτε βαριά τραυματισμένος είτε εντελώς(!) πεθαμένος, ήταν η πρώτη μας προτεραιότητα.
Δεν περιμέναμε καν το ασσανσέρ. Πέντε πέντε τα ανεβαίναμε τα σκαλιά και ο Αστυνόμος ήταν και μιας κάποιας ηλικίας ο άνθρωπος.
Φθάσαμε στον 4ο και ήμασταν εξουθενωμένοι.
“Εδώ Αρχηγέ” του είπα.
“Εδώ, πού εδώ;”
“Εδώ… Μα…”
“Τι θα πει «Εδώ… Μα…»; Για εξήγησέ μου άνθρωπέ μου γιατί εδώ που μου δείχνεις δε βλέπω όχι αίμα, μα μήδε ίχνος σκόνης.”
“Αρχηγέ μόλις είπες τη μαγική λέξη. Σκόνη. Γιατί τάχα μου να μην έχει ίχνος σκόνης μόνον εδώ απ’ έξω; Απλό, απλούστατο. Γιατί την καθάρισαν και μάλιστα με χλωρίνη, δεν σου μυρίζει; Πρέπει να μπούμε μέσα.”
“Δε θα ’σαι με τα καλά σου. Αυτό λέγεται παραβίαση οικογενειακού ασύλου. Θα περιμένουμε τον κ. Εισαγγελέα και βλέπουμε… Εν τω μεταξύ, στάσου να χτυπήσουμε την πόρτα.”
Χτυπάμε το κουδούνι, περιμένουμε λίγο, χτυπάμε πιο έντονα ξανά και ξανά αλλά από μέσα δεν ακούγεται καμία κίνηση και απόκριση.
“Ωραία. Και πώς έφυγε το αίμα; Μόνο του;” επέμεινα και ο αστυνόμος μoύ έριξε μια ματιά αποδοκιμασίας και μομφής.
“Εμένα να μη με λένε Μελέτη με τ’ όνομα, αν απ’ ό,τι σου είπα ήταν έστω και κάτι τι το υπερβολικό. Και μη με κοιτάζεις έτσι γιατί στο τέλος τον ξυρίζουν τον γαμπρό. Θα το δεις ότι τίποτα απ’ ό,τι σου είπα είχε ίχνος υπερβολής, άνοιξε την πόρτα κυρ Αστυνόμε μου για τω Θεώ.”
“Άνθρωπέ μου παρανομία εγώ δεν κάνω, μακάρι να είναι καμιά 10ριά οι σφαγμένοι κει μέσα. Μα για πες μου κάτι. Αποκλείεται το ό,τι είπες πως είδες να ήταν κάτι σαν όνειρο, σαν αποκύημα της φαντασίας σου που συνεχίστηκε ενώ ήσουν μισοξύπνιος όπως μου είπες; Συμβαίνει κάτι τέτοιο πολλές φορές Κι αν έχουν δει τα μάτια μου.”
"Α για να σου πω Αρχηγέ μου, αρκετά. Από αυτή τη στιγμή εγώ σταματώ να μιλώ μη βρω και τον μπελά μου από πάνω, στο τέλος τέλος. Αν και για να σου πω τι πιστεύω; Εσύ είσαι που θα τον βρεις τον μπελά που αφήνεις τόσην ώρα αβοήθητο κάποιον Χριστιανό ή Μωαμεθανό τι σημασία έχει; (είδες ο Μελέτης;) Τα γαλόνια σου τα βλέπω να παθαίνουν δύο πράγματα, είτε να μειώνονται σε αριθμό, είτε να μη βλέπουν καινούργιο γαλόνι να τους κάνει παρέα στους αιώνες των αιώνων, αμήν.”
“Τι λες ρε φίλε. Κι εγώ τώρα κατασυγκινήθηκα. Για να ξαναχτυπήσουμε.” “Αστυνομία” φωνάζει ο Αρχηγός.
Και, ω του θαύματος, μισανοίγει η πόρτα του γιατρού ενώ άρχισαν να ανοίγουν και άλλες πόρτες διαμερισμάτων. Εμ, τόση κουβέντα και μάλιστα έντονη, τέτοιαν ώρα πρωινιάτικα, δε θα άνοιγαν να δουν τι συμβαίνει;
Εμφανίζεται που λες ένας τύπος που πρώτη μου φορά τον έβλεπα, με κάτι πελώριες μουστάκες. Καμία ομοιότητα δεν είχε με τον γιατρό Δημητριάδη.
“Αστυνομία κύριος. Μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά στα πέριξ;”
“Ματιά να ρίξετε, μα μία μόνο; Ματιές να λες. Αλλά γιατί περικαλώ αν επιτρέπεται;”
“Έχουμε μία καταγγελία και…”
“Για τι πράγμα;”
“Για σφαγή”
“Για τι πράγμα; Κυρ Αστυνόμε με το συμπάθιο αλλά πρέπει να ρωτήσω τον γιατρό, ιατρείο του είναι και ό,τι πει εκείνος θα κάνω. Έχεις γραπτή άδεια από τον Εισαγγελέα; Στη δούλεψη του γιατρού είμαι όχι της Αστυνομίας και παίρνω προσταγές από κείνον και μόνο. Μα χαρτί ζητώ και χαρτί δεν ορώ. Πηγαίνετε στο καλό λοιπόν και όταν φέρετε μαζί σας τον κηδεμόνα σας τα ξαναλέμε.” (είδες ο μουστάκιας;)
Ο Αστυνόμος έκανε προς εμένα μία κίνηση με το χέρι του στη νοηματική που σε ελεύθερη μετάφραση σήμαινε: “Τα ’δες που σου τα ’λεγα; Απλά μαθηματικά. Τα ξέρει ως και ο μάγκας όχι όμως κι εσύ. Όπερ έδει δείξαι λοιπόν, για τον βαθμό του IQ σου.”
Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά και φτάνει ο Εισαγγελέας με έναν αστυφύλακα.
Χτυπάμε την πόρτα ξανά.
“Ποίος περικαλώ;” ακούγεται καταφανώς ειρωνική η φωνή του μουστάκια.
“Άνοιξε. Ήρθε ο κηδεμόνας” του απαντάει ο Αρχηγός.
“Ω, μα τότε αλλάζει” λέει εκείνος και ανοίγει ορθάνοικτα την πόρτα επιτέλους.
Το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε όλη η παρέα ήταν κάτι τεράστιες ταβανόβουρτσες παχιές σαν τα μουστάκια του τύπακα. Μια αμυδρή εικόνα άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό όχι μόνον των οργάνων της Τάξης αλλά και στο δικό μου.
“Τι γίνεται εδώ μέσα;” ρωτάει ο Αρχηγός.
“Σαν τι να γίνεται; Δε βλέπεις; Ο κακός χαμός. Σφαγμένοι στα πατώματα των δωματίων και αίματα παντού. Εσείς δεν τα βλέπετε γιατί φρόντισα και τα καθάρισα. Είχα προνοήσει και έφερα μαζί μου τρία μπιτόνια νέφτι. Είναι το μόνο υγρό που ξεπλένει το συγκεκριμένο αίμα. Ολόκληρο δίκιλο κουτί χύθηκε στο πάτωμα και απλώθηκε στο χολ, μέχρι έξω από την πόρτα βγήκε. Και να σκεφτεί κανείς ότι ακόμα δεν άρχισα να βάφω καλά καλά. Μεγάλη γκαντεμιά.”
Κανείς από την παρέα δεν σχολίασε τα λόγια του, πόσο μάλλον εγώ.
Χαιρέτησαν όλοι ευγενικά και έφυγαν.
Έμεινα μόνος μου, ντροπιασμένος, αλλά κατά βάθος χαρούμενος που δεν έτρεξε αίμα αλλά καραμπογιά που θα ξεγελούσε σε χρώμα και τον τοματοπελτέ.
Πώς και δεν την προτιμούσαν οι σκηνοθέτες σε κάτι έργα θρίλερ; Ίσως γιατί ήταν κομματάκι δυσκολότερο να καθαριστεί…»

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Αθηνά Μαραβέγια

    Γειά σου, Μούλιου, γειά σου Λένα μου με τα ωραία και ευρηματικά, αλλά και τόσο ζωντανά γραμμένα γραπτά σου!!!!!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!