Ανάμεσα στο πλήθος σε είδα να στέκεις ψευδαίσθηση. Το ρολόι απέναντί μου σκάλωσε τους δείχτες του. Το ήξερα πως ήταν στημένο όλο το σκηνικό μα προτίμησα να μείνω αφελής και αθώα. Σε πλησίαζα σπρώχνοντας τις ακίνητες φιγούρες ανθρώπων γύρω μου. Στρίμωχνα το σώμα μου ανάμεσα στις πολύταϊσμένες ουρές από κουστουμαρισμένους στη στάση των λεωφορείων και στα καφέ. Το βλέμμα σου πάνω μου φώτιζε όλη μου τη διαδρομή με ένα φως που δεν είχα ποτέ μου ξαναδεί. Σαν ανατολή. Ο ήλιος ανέβαινε ανάμεσά μας. Η μέρα σηκωνόταν μπροστά μας. Με ένα καινούριο όνομα. Αυτή που γεννιέται ανάμεσα σε ένα Σάββατο και σε μια Κυριακή. Μια ενδιάμεση μέρα. Ο κόσμος γύρω μας έχανε τα χρώματά του. Σε κάθε μου βήμα σαν Μίδας διαφορετικός έκανα ασπρόμαυρο ό,τι έπιανα. Κι όσο φεύγαν τα χρώματα, τόσο πέφτανε πάνω σου. Από τι χρώμα είσαι; Πιάνω να το σκεφτώ λίγο καλύτερα σαν σε πλησιάζω μα κανένα χρώμα από την παλέτα δεν απαντά με ολότητα. Μου γελάς και σκοντάφτω και γελάς περισσότερο. Όλα είναι τόσο αφηρημένα σαν ζωγραφιά. Σε ένα κάδρο περπατώ φιγούρα επαναστατική προσπαθώντας να αλλάξω τη θέση μου ενάντια στο ζωγράφο που με έφτιαξε μακριά σου. Κάθε βήμα μου γέρνει την κορνίζα. Κάθε κίνησή μου κουνά την πρόκα στον τοίχο. Κάπου στη μέση ο κόσμος γύρω μου κατηφορίζει. Κρατήσου, σου λέω ψιθυριστά. Μια σειρά από ίδια κοπή ανθρώπους πέφτει από το κάδρο στο πάτωμα σαν άμμος από κλεψύδρα που έκανε τρύπα. Κι ύστερα σαν περπατώ αρχίζω να γέρνω κι εγώ πάνω σου κι εσύ προς τα πίσω με τα χέρια σου ανοιχτά. Κάνω να απλώσω τα δικά μου στο παρά πέντε μας βήμα, μα ένα πολύχρωμο όνειρο με ξυπνά στο κρεβάτι. Αδικία…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!