Η Αρετή κατεβαίνει τα σκαλιά. Ένα ένα. Αργά. Κοιτάζει δυο φορές πίσω της. Η πόρτα ξύλινη. Η πόρτα κλειστή. Μηχανικά βάζει το χέρι στην τσέπη του παλτού. Δε βρίσκει το κλειδί. Σα να το ξέχασε πάλι. Στη γειτόνισσα βλέπει πάλι να χτυπά την πόρτα. «Πάλι ξέχασες κορίτσι μου; Αχ αυτό το μυαλουδάκι σου πού να χωρέσει», της λέει και κουνά λυπημένα το κεφάλι. Μα τώρα η τσέπη είναι άδεια δίχως να ζητά συντροφιά. Μια παλάμη μόνο την τραβά. Στα δάχτυλα κρατά το μυστικό. Ένα ένα τα σκαλιά το κατεβάζει από το χέρι. «Έλα καλό μου. Κατεβαίνουμε» του ψιθυρίζει. Κι εκείνο την κοιτά παράξενα. «Πού πάμε;» της λέει. «Εδώ δεν ξέρω. Εκεί δεν περπατώ». «Έλα καλό μου, μη ρωτάς. Τα δάχτυλά μου πιάσε. Δάχτυλο το δάχτυλο. Σκαλί το σκαλί. Κοίτα το χώμα. Ανθίζει». «Πούντα τα λουλούδια;», της λέει. «Τίποτα δε βλέπω. Ψέματα!» και κλαίει. Κλαίει για το αδειανό χώμα. Κλαίει για τη σκάλα. Για την πόρτα την κλειστή. Για την άδεια την τσέπη. Ένα δάκρυ που δεν κυλά. Το φορά. Στο μικρό του παλτό. Τρύπια παπούτσια στο κρύο σκαλί στο μαρμάρινο το τινάζουν πάνω της. «Κρυώνω Αρετή. Κι εσύ με πας στα κρύα». «Κρατήσου», του λέει. «Έξω έχει έναν ήλιο. Ξέρει το όνομά σου. Σα θα σε φωνάξει θα ζεσταθείς». Το μυστικό την κοιτά βουρκωμένο. «Σε ποιον ήλιο να πιστέψω Αρετή; Εγώ από φεγγάρι γεννήθηκα». Κλείνει τα μάτια της. Το χώμα γεύεται της Αρετής το νερό. Σύννεφα τα μάτια της. Ουρανός η καρδιά της. Η πόρτα κλειστή. Ξανακοιτά. Την είδε να σφαλίζει. Να γκρεμίζει. Πάνω στο τραπέζι το κλειδί. Δίπλα από το βάζο με τις μαργαρίτες. Μία μία τις μάδησε. Το πάτωμα πέταλα από ναι και όχι. Ποιος κέρδισε τελικά. Ένα ένα. Αργά. Το τραβά. «Θα φύγουμε σου είπα»  και εκείνο λυγά.  Στα σκαλιά. Το μαζεύει. Δυο χέρια φωλιά…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!