Εκείνος μόλις έχει αποχωριστεί τη συμβία του, μετά από ένα δυστύχημα. Γεροδεμένος, ηλιοκαμένος και αγωνιστής μια ζωή.
Εκείνη ζει με τον καλό της, που τον αγαπά και τον φροντίζει, όπως κι εκείνος άλλωστε. Γκριζομάλλα, καλοστεκούμενη, που δεν έχει, όμως, καλές σχέσεις με τον καθρέφτη της από τότε που ήταν νέα.
Και οι δύο έχουν περάσει τον μισό αιώνα ο καθένας και προχωρούν με πείσμα για να τον ολοκληρώσουν. Πώς και πού βρέθηκαν, ούτε οι ίδιοι θυμούνται. Θυμούνται, όμως, πολύ έντονα, αυτό που ένιωσαν και οι δύο, μόλις συναντήθηκαν τα βλέμματά τους κι ας ήταν ένας σωρός από κόσμο. Πετάρισαν οι καρδιές τους, σαν να ήταν σχολιαρόπαιδα, σαν να γνωρίζονταν από χρόνια και συναντήθηκαν ξανά, σαν να είχαν αφήσει κάτι στη μέση και θα το έπιαναν απ’ την αρχή, σαν να αγαπήθηκαν στην εφηβεία τους και τώρα ξαναζωντάνεψε αυτό που είχαν καλά θαμμένο. Δεν ξέρουν ούτε οι ίδιοι, όπως κανείς τους δεν γνωρίζει το όνομα του άλλου.
Πώς βρέθηκε να τους χωρίζει μια πόρτα κι εκείνη να στέκει απέξω ώρες ατελείωτες… Δεν σκεφτόταν τίποτα. Σαν να είχε αδειάσει το μυαλό της, το είναι της. Μόνο στα χέρια της κρατούσε τα κλειδιά της και θυμόταν την αγκαλιά του. Αλήθεια, πώς βρέθηκε στην αγκαλιά του πριν από κάποιες ώρες; Κι ένιωσε τόσο όμορφα. Σαν να ήταν η μήτρα που την φιλοξενούσε και πάλι. Κι εκείνος, στο αγκάλιασμα αυτό, ένιωσε τόσο δυνατός, σαν να έκλεινε τον κόσμο ολάκερο στο στέρνο του και να το σφράγιζε με τα δυνατά του μπράτσα.
Τώρα εκείνος βρίσκεται απομονωμένος σ’ ένα χώρο, δεν ξέρει, δεν θυμάται γιατί… Αμυδρά θυμάται να γίνεται μια φασαρία, να την παίρνουν από την αγκαλιά του και να τον μπουντρουμιάζουν εδώ μέσα. Κι εκείνη απέξω, ακίνητη, άδεια, σαν να είχε χάσει και την τελευταία ικμάδα της ζωής της. Το μόνο που κουνάει, είναι τα κλειδιά στα χέρια της με ανεξήγητη ηρεμία.
Πόσες ώρες έχουν περάσει, κανείς τους δεν ξέρει. Είναι οι δυο τους, χωρίς να υπάρχει ψυχή γύρω τους, χωρίς να υπάρχει κι ο παραμικρός ήχος. Και τους χωρίζει μια πόρτα και ίσως κάποιος νόμος. Εκείνος πηγαινοέρχεται στον δικό του στενόχωρο χώρο και πότε-πότε κολλάει το αυτί του στην πόρτα, μήπως και αφουγκραστεί κάποιο θόρυβο, κάποιον ήχο, με την ελπίδα πως θα σταματήσει τούτο το μαρτύριο της απόλυτης σιωπής και απομόνωσης. Πιστεύει πως είναι κλειδωμένος και νιώθει σαν το λιοντάρι στο κλουβί. Προσπαθεί να θυμηθεί τι έχει συμβεί, το λόγο που βρέθηκε πίσω από την πόρτα, μα δεν μπορεί. Η τελευταία του εικόνα είναι εκείνης, που την παίρνουν με βία από την αγκαλιά του.
Είναι και οι δύο ολομόναχοι σ’ αυτό το κτίριο-χώρο, που μοιάζει να είναι και πελώριο. Δεν υπάρχει κανείς άλλος. Σαν να βρίσκονται μόνοι τους σ’ ολόκληρο πλανήτη. Έχουν χάσει χρόνο, χώρο και τόπο. Το μόνο που ξέρουν, είναι αυτή η πόρτα. Το μόνο που θυμούνται έντονα, είναι η αγκαλιά τους. Κανείς τους δε γνωρίζει αν από την άλλη μεριά βρίσκεται κάποιος άλλος. Ούτε εκείνη ξέρει πού οδηγεί αυτή η πόρτα, μήτε εκείνος. Η τελευταία της εικόνα είναι να τον τραβολογούν με βία και να κλείνουν τούτη την πόρτα πίσω του κι ύστερα, τίποτα. Το απόλυτο τίποτα. Χάθηκαν όλοι ως δια μαγείας.
Παίζει νευρικά τώρα με τα κλειδιά της και βρίσκεται σχεδόν κολλημένη στην πόρτα κι αυτά από λάθος χτυπούν πάνω στην πόρτα. Ακούει εκείνος το θόρυβο. Εκείνη τρομάζει και γυρίζει την πλάτη της ν’ απομακρυνθεί, μήπως και του κάνει κακό. Κατεβάζει εκείνος το πόμολο και η πόρτα ανοίγει. Δεν είναι κλειδωμένος. Και η πρώτη εικόνα που αντικρίζει, είναι εκείνη.
-Εσύ εδώ; Είσαι πολλή ώρα; και την κλείνει στην αγκαλιά του.
-Λεπτό δεν έφυγα από δω. Πώς θα μπορούσα, άλλωστε; και παραδίνεται στο αγκάλιασμά του.
Εκείνος αρχίζει να τη φιλά στα μαλλιά, στα μάτια και καταλήγει στα χείλη. Αφήνονται, παραδίνονται σ’ ένα φιλί που από τη μια τους κόβει την ανάσα κι από την άλλη, σαν να αφήνει ο καθένας τους την τελευταία του πνοή στον άλλον…
-Καταραμένο ξυπνητήρι… Ήταν ανάγκη να χτυπήσεις;

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!