Τι κοιτάτε; Ε, τι; Δεν έχετε ξαναδεί γυναίκα να καθαρίζει τους αρμούς στο σπίτι της με οδοντόβουρτσα; Πού είναι το περίεργο; Εσάς οι αρμοί σας είναι καθαροί; Και το σπίτι σας γυαλίζει; Είστε βέβαιοι γι’ αυτό;

Ε, αφού το λέτε θα είναι.

Εμένα όμως εδώ έχει κολλήσει μια βρώμα που δε φεύγει με τίποτα. Είναι εδώ απ’ όπου περνάμε συνέχεια. Αυτά τα μέρη είναι πιο βρώμικα. Και να πει κανείς ότι δεν καθαρίζω. Ουφ, κάθε μέρα σφουγγαρίζω. Έλα όμως που μερικοί λεκέδες επιμένουν. Όταν θα έχω τελειώσει όλο το σπίτι, ξέρω ότι θα το κοιτάξω ανακουφισμένη. Δεν είναι εύκολο να ζεις σε βρώμικο σπίτι. Μετά σου φταίνε όλα. Σου φταίει το σπίτι και ο άντρας σου, η μοναξιά σου κι αυτό γιατί δεν μπορείς να κάτσεις στον καναπέ να χαλαρώσεις. Σκέφτεσαι τους βρώμικους αρμούς. Το σπίτι μας δεν πρέπει να το εγκαταλείπουμε, επιμένω σε αυτό. Είναι ένα θηρίο, που βρυχάται, που ζητά φροντίδα για να μη ματαιωθεί, θέλει να πέφτουμε με ευλάβεια στα προβλήματά του. Γι’ αυτό κι εγώ κάνω τους αρμούς.

Το σπίτι δεν έχει στόμα. Αλλά δεν υποδέχεται κανέναν όταν είναι σε αυτήν την κατάσταση. Παραμένει ερμητικά κλειστό. Έτσι μένει μόνο. Γεμάτο με έπιπλα, άλλα καινούρια και άλλα παλιά, άλλα μοντέρνα και άλλα κλασικά. Πιάνει σκόνη κι αν έρθει και κανένας θρασύς ακάλεστος, γράφει στη σκόνη του συνθήματα.

Μερικοί άνθρωποι δεν χαμπαριάζουν. Τι είναι του άλλου το σπίτι ρε, να γράψεις συνθήματα;

Γι’ αυτό ξεκίνησα από τους αρμούς. Γιατί το σπίτι αν είχε φωνή, θα φώναζε πως θέλει φροντίδα και αγάπη. Αλλά φωνή δεν έχει. Έχει όμως αφτιά. Χαχαχα. Ναι, αυτό το αστείο που λέει πως οι τοίχοι έχουν αφτιά.

Έχει αφτιά και δε λέει τίποτα. Μερικές φορές νομίζω ότι μου μοιάζει. Αλλά πραγματικά εδώ οι αρμοί δεν καθαρίζουν. Είναι βρώμικοι. Να αλλάξω το νερό με τη σόδα και το ξύδι, έχει γίνει μαύρο, έχει ζήσει κι αν έχει ζήσει αυτό το πάτωμα. Το πρωτοκαθάρισα όταν πήραμε το σπίτι. Πλακάκι προς πλακάκι. Δεν με πολύ ένοιαζε τότε. Άλλα η μαμά μου έλεγε ότι πρέπει να είναι καθαρό, γιατί μια φορά το κάνεις το σπίτι σου καλά… όταν παντρεύεσαι.

Μετά, το πάτωμα μεγάλωσε δυο παιδιά. Και πάλι έπρεπε να γυαλίζει. Τα παιδιά παίζανε στο πάτωμα.

Μετά, να κάτι χαρές, να κάτι λύπες. Το πάτωμα ήξερε από το βήμα μου, τι περνάω. Στο θυμό μου κοπανάω τα πόδια μου και στην αγωνία μου πάω πάνω κάτω. Και αποδέκτης όλων αυτών; Το πάτωμα. Για αυτό πρέπει να είναι καθαρό. Εμ, καταλαβαίνει, με ακούει. Το είπα και πριν.

Όταν μαλώνουμε με τον άλλον άσχημα, εγώ κοιμάμαι στο πάτωμα. Νιώθω ότι το πάτωμα είναι η προέκταση της γης και θέλω να γειωθώ για να πάρω δύναμη. Το έχω πλύνει εγώ με δάκρυα αυτό το πάτωμα πολλές φορές. Έχω ξαπλώσει μια φορά ανάσκελα και το έχω αγκαλιάσει. Με το μάγουλο κολλημένο κάτω. Είμαστε ένα του φώναζα. Τα δάκρυα νερό και το μαλλί σφουγγαρίστρα.

Να, εδώ είναι που δεν καθαρίζει με τίποτα. Μπορεί να φταίει που έχει κουραστεί το δεξί μου χέρι, ας το πάω λίγο με το αριστερό.

Ουάου… πίσω που καθάρισε, φαίνεται τόσο ωραίο, σαν καινούριο.

Είχε μπει την άλλη μέρα στο σπίτι και είχε πατήσει ακαθαρσίες στο δρόμο. Του είχα πει, σαν μπαίνεις στο σπίτι, να βγάζεις τα παπούτσια σου, έτσι ώστε αν έχεις πατήσει ακαθαρσίες να μην πάνε στο σπίτι. Δεν είναι καλό για εμάς, ούτε για τα παιδιά. Μου είπε ότι το σπίτι δεν είναι εκκλησία. Δεν είναι, αλήθεια; Τι είναι τότε δημόσιες τουαλέτες; Κάνει ο καθένας την ανάγκη του, χωρίς να φροντίζει για το χώρο;

Έφερε τις ακαθαρσίες απ’ έξω και γέμισε τα πλακάκια και τα χαλιά. Καθάριζα ώρες… μα δεν ξέρω αν καθαρίστηκε ποτέ το σπίτι στ’ αλήθεια. Ξύπναγα τις νύχτες και σκεφτόμουν πως μπορεί να μετέφερε κάτι κακό για τα παιδιά. Τα παιδιά μου… και μετά δεν με ξανάπαιρνε ο ύπνος. Του το είπα ρε γαμώτο, δεν πρέπει να κουβαλάμε τις ακαθαρσίες απ’ έξω, στο σπίτι.

Για αυτό καθαρίζω και τώρα τους αρμούς. Πολλές ακαθαρσίες. Το σπίτι είναι γεμάτο. Για αυτό και οι αρμοί είναι μαύροι. Τα κομμάτια μέσα μου τα έχω κολλήσει πολλές φορές. Με προσοχή. Αυτοί είναι οι αρμοί μέσα μου. Αν είναι καθαροί; Πού να ξέρω; Πάντως εδώ αυτός ο λεκές δεν καθαρίζει. Μάλλον πρέπει να φέρω κάποιο χημικό καθαριστικό. (Το φέρνει)

Δεν μου αρέσουν τα χημικά. Κατά βάθος μου αρέσει η οικολογία, αλλά όταν κάτι δεν καθαρίζει χρειάζεται κάτι πιο δραστικό. Μπα… ούτε και τώρα καθαρίζει. Επ, έχει σπάσει το πλακάκι εδώ. Σπάσιμο είναι τελικά, δε είναι λεκές. Πρέπει να είναι απ’ όταν έμαθα τα δυσάρεστα για τη θεία. Νομίζω, ότι μου έφυγε το πιάτο από το χέρι. Μάζευα τα σπασμένα κάτω και φοβόμουν ότι ποτέ δεν θα ενώνονταν τα σπασμένα μέσα μου. Όλοι ήταν μέσα, στις δουλειές τους, στα χόμπι τους και έπρεπε να καθαρίσω καλά, να μην πατήσει κανείς τα σπασμένα. Αναλογιζόμουνα, ότι έκλεισε ένας κύκλος ζωής, ότι η θεία πήρε τα παιδικά μου χρόνια και πενθούσα για κείνη και όλα εκείνα που φύγαν. Δεν έβλεπα καλά. Τα μάτια μου ήταν θολά και έτρεχαν. Ευτυχώς, το γυαλί το πάτησα εγώ. Από εκεί πρέπει να είναι το σημάδι στον αρμό.

Έχει κι άλλο ένα στην κουζίνα. Το έκανα μια μέρα που μου επιτέθηκε και είχα να αμυνθώ. Όχι… δεν πέταξα κάτι. Έπεσα κάτω με το μπρίκι στο χέρι. Όχι… δε με χτύπησε. Λεκτική ήταν η επίθεση. Αλλά με έριξε κάτω. Στο πάτωμα. Μου το είπε κιόλας. «Εσένα εκεί είναι η θέση σου».

Χαχαχα… εδώ είναι η θέση μου. Για αυτό θέλω να είναι καθαρό. Εδώ έστησα τα όνειρά μου, μεγάλωσα παιδιά, βρήκα ασφάλεια και παρηγοριά, θύμωσα, έκλαψα, θρήνησα. Πρέπει να είναι καθαρό. Γιατί κι αυτό δεν μιλά, αλλά ακούει πολλά και βρωμίζει. Και πρέπει να είναι καθαρό. Έρχονται και άλλα φοβάμαι. Πρέπει να είναι καθαρό, μήπως καθαρίσουν και τα άλλα, και κάτσω επιτέλους στον καναπέ χωρίς να σκέφτομαι ότι το πάτωμα είναι βρώμικο.

 

_

γράφει η Έφη Γεωργάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!