Select Page

Το πέτρινο σπίτι – Α’ μέρος

Το πέτρινο σπίτι – Α’ μέρος

Πριν λίγο καιρό μετακόμισε σε μια καινούρια σχετικά συνοικία μια οικογένεια, οι γονείς με ένα κοριτσάκι επτά ετών που την έλεγαν Ιωάννα. Είχαν αγοράσει ένα μεγάλο σπίτι με μια μεγάλη αυλή κι ένα πολύ μεγάλο  κήπο.

Ο κήπος ήταν γεμάτος από πολύχρωμα λουλούδια και δέντρα που στα κλαδιά τους λογής λογής πουλάκια τιτίβιζαν και κελαηδούσαν αδιάκοπα.

Στον δρόμο αυτόν όλα τα σπίτια ήταν καινούρια εκτός από ένα παλιό πέτρινο που ήταν μάλιστα απέναντι από το σπίτι της μικρής Ιωάννας. Πίσω από το σπίτι αυτό υπήρχε ένας μεγάλος λόφος με κατακόρυφες πλαγιές και μεγάλα βράχια που δεν μπορούσες να τον πλησιάσεις και να ανέβεις στην κορυφή του.

Για το σπίτι αυτό λέγανε πολλά οι γείτονες πως ήταν στοιχειωμένο, πως κατοικούσε μια αόρατη γιαγιά, αόρατη γιατί δεν έβγαινε την ημέρα παρά μόνο τη νύχτα. Σπάνια την έβλεπε κάποιος και πάντοτε βιαστικά να περνά γρήγορα από τα πιο σκοτεινά σημεία, τόσο που κανείς δεν είχε δει ποτέ το πρόσωπό της. Πολλοί την έλεγαν μάγισσα.

Η Ιωάννα είχε ακούσει πολλές ιστορίες από την παρέα της πως η μάγισσα αόρατη γιαγιά θα μπορούσε να τους φάει και πως όποιος μπει στο σπίτι της δε θα ξαναγυρίσει ποτέ. Έτσι λοιπόν τα μικρά παιδάκια δεν το πλησίαζαν. Οι γονείς τους μάλιστα τα λέγανε να μην παίζουν κοντά στο σπίτι της αόρατης γιαγιάς. Όταν οι φίλες της την επισκέπτονταν να παίξουν στον όμορφο κήπο της, πολύ πριν νυχτώσει έφευγαν γιατί φοβόταν το σπίτι και την αόρατη γιαγιά. Στη γειτονιά αυτή ζούσαν αρκετές οικογένειες. Είχε πλούσιους και φτωχούς ανθρώπους. Αλλά οι άνθρωποι μεταξύ τους δεν ήταν αδιάφοροι. Νοιαζόταν ο ένας για τον άλλον. Λέγανε  μάλιστα πως οι οικογένειες που ήταν φτωχές πολύ τακτικά έβρισκαν έξω από την πόρτα του σπιτιού τους διάφορα δεματάκια με τρόφιμα. Γάλα, τυρί, αυγά, λαχανικά, κρέας, όσπρια και αρκετές φορές και φακέλους με χρήματα.

Όλα ήταν όμορφα σε αυτή τη γειτονιά εκτός από το παλιό πέτρινο  σπίτι με την αόρατη γιαγιά. Αλλά αυτή τη γιαγιά ποτέ δεν την είχε δει η Ιωάννα και τα άλλα παιδάκια. Η μικρή ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον μπαμπά της για την αόρατη γιαγιά, γι αυτά που άκουγε να λένε, αν είναι αλήθεια. Φυσικά ο πατέρας της που ήταν ένας μορφωμένος άνθρωπος της έλεγε πως αυτά που λέγονται είναι αστεία. Δεν υπάρχουν μάγισσες ούτε στοιχειωμένα σπίτια. Μάλλον καμιά βασανισμένη γριούλα θα είναι  που από τα βάσανά της έγινε παράξενη και δε βγαίνει από το σπίτι της και δεν έχει επαφές με άλλους ανθρώπους και πως δεν πρέπει να φοβάται τη γιαγιά και το σπίτι της και ότι το μόνο που πρέπει να προσέχει ήταν τα φίδια που ίσως υπάρχουν στον χορταριασμένο κήπο της.

Αυτό το απόγευμα οι φίλοι της Ιωάννας δεν ήρθαν να παίξουν στο δικό της κήπο, γιατί άκουσαν από τους γονείς τους ότι κάποιος είδε την αόρατη γιαγιά να τριγυρνάει στο σκοτεινό δρόμο. Έτσι συγκεντρώθηκαν σε άλλου παιδιού το σπίτι. Τα παιδιά άρχισαν να λένε διάφορες ιστορίες γύρω από την αόρατη γιαγιά και το στοιχειωμένο σπίτι, γι αυτά που είχαν ακούσει και αυτά που φαντάζονταν. Μόνο η μικρή Ιωάννα έλεγε και ξανάλεγε πως ο μπαμπάς της δεν πίστευε όσα λέει ο  κόσμος και πως δεν υπάρχουν μάγισσες. «Καλά» της είπε μια φίλη της «αν εσύ δε φοβάσαι πήγαινε στο στοιχειωμένο σπίτι της αόρατης γιαγιάς και θα δεις». Η ώρα πέρασε και τα παιδιά σιγά σιγά ξεκίνησαν για τα σπίτια τους. Γύρισε και η Ιωάννα στο δικό της.

Την υπόλοιπη μέρα την πέρασε με την αγαπημένη της μαμά με δημιουργικές δραστηριότητες, όπως περιποίηση κήπου, φύτεμα λουλουδιών και πότισμα.  Πέρασε τόσο όμορφα που δεν κατάλαβε πως νύχτωσε. Ήρθε και ο μπαμπάς της, μίλησαν για διάφορα πράγματα και μετά το δείπνο πήγε στο δωμάτιό της, για να κοιμηθεί. Αλλά δεν την έπαιρνε ο ύπνος. Σκεφτόταν την αόρατη γιαγιά και αυτά που της είπαν οι φίλοι της. «Αν μπορείς, πήγαινε στο στοιχειωμένο σπίτι και θα δεις».

«Πρέπει να πάω να δω» έλεγε μέσα της. Αλλά πάλι αν οι ιστορίες ήταν αληθινές! «Όχι»μονολογούσε. «Ο μπαμπάς λέει πως είναι ψέματα. Θα πάω αύριο στο παλιό σπίτι», αυτά σκεφτόταν και την πήρε ο ύπνος.

Την επόμενη μέρα η Ιωάννα ξύπνησε, πλύθηκε και πήρε το πρωινό της με τους γονείς της. Κατέβηκε στον κήπο τους. Σήμερα δεν ήθελε να παίξει όπως άλλες φορές. Μόνο κοιτούσε απέναντι στο πέτρινο σπίτι. Τελικά φαινόταν τρομακτικό με τον μεγάλο απότομο λόφο πίσω του, τόσο που ήταν λίγο αβέβαιη αν θα έπρεπε να πάει. Έπειτα  πήγε στην αποθήκη με τα εργαλεία του πατέρα της, έψαξε, βρήκε και πήρε έναν μεγάλο φακό. Τώρα θα μπορούσε να εξερευνήσει καλύτερα το σκοτεινό σπίτι.

Πήρε κουράγιο. «Θα πάω» είπε και προχώρησε προς το πέτρινο σπίτι. Πέρασε τον δρόμο και έφτασε στην πόρτα του κήπου που ήταν γεμάτος άγρια χόρτα. Ίσα ίσα ένα μικρό μονοπάτι οδηγούσε στην πίσω μεριά του σπιτιού, όπου υπήρχε μια πόρτα.  Στάθηκε για λίγο για να πάρει κουράγιο. Φοβόταν. Μα πάλι πρέπει να το κάνει. Χτύπησε δυο τρεις φορές και φώναξε με τρεμάμενη φωνή. «Είναι κανείς εδώ, είναι κανείς;». Δεν πήρε απάντηση κι έκανε να φύγει. Αλλά μετάνιωσε. «Όχι» σκέφτηκε κι έπιασε το παλιό χερούλι της πόρτας και το έσπρωξε. Η πόρτα άνοιξε τρίζοντας, πέρασε μέσα και στάθηκε. Πρόσεξε πως δεν υπήρχε αρκετό φως,  διότι τα παντζούρια ήταν κλειστά. Άνοιξε τον φακό και φώτισε τον χώρο. Παρατηρούσε τα πάντα προσεκτικά. Προχώρησε λίγο και μετά φώναξε πάλι: «Είναι κανείς εδώ;», αλλά δεν πήρε απάντηση. Συγκεντρώθηκε μήπως ακούσει κάποιο θόρυβο αλλά τίποτα. Αφού βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχε κανείς, άρχισε να παρατηρεί τον χώρο. Τα πάντα  ήταν  παραδομένα στη σκόνη και στο χρόνο. «Μπα δε μένει κανείς εδώ» σκέφτηκε και πήγε  προς την πόρτα ενός άλλου δωματίου. Άνοιξε και φώναξε. Πάλι τίποτα. Δεν πήρε απάντηση. Είδε, όμως, πως αυτό το δωμάτιο ήταν μεγαλύτερο χωρίς έπιπλα. Ήταν άδειο. Είχε μόνο ένα μεγάλο τζάκι. «Μα πού είναι η αόρατη γιαγιά;» σκέφτηκε και ο φόβος την κυρίεψε.  Κάποια στιγμή το φως έπεσε στο πάτωμα. Είχε πολύ σκόνη παντού, μα σε ένα σημείο είδε πολλές πατημασιές που πήγαιναν προς το  τζάκι.  Ακολούθησε τα ίχνη που σταματούσαν μπροστά στο τζάκι.  Προσπάθησε να σκεφτεί πού μπορεί να πηγαίνουν τα ίχνη και γιατί σταματούν εδώ. Έσκυψε κι έφεξε μέσα στο τζάκι. Δεν έβλεπε τίποτα.  Προβληματισμένη όπως ήταν, γύρισε να βγει από το δωμάτιο, μα κάνοντας δυο βήματα σκόνταψε σε ένα σημείο όπου υπήρχε ένας μεταλλικός κρίκος βιδωμένος σε ένα ξύλινο καπάκι. Σκέφτηκε πως αυτό το ξύλινο καπάκι ήταν η είσοδος στο υπόγειο. Φοβόταν πολύ, μα εδώ που έφτασε δε θα έκανε πίσω. Είχε μεγάλη περιέργεια. Βάζει, λοιπόν, το χέρι της στον κρίκο και με όλη τη δύναμή της τραβάει και σηκώνει το ξύλινο καπάκι. Αμέσως αισθάνεται ένα δροσερό αεράκι να έρχεται από την καταπακτή. Φέγγει με τον φακό και βλέπει μια ξύλινη ράμπα. Χωρίς καθόλου να το σκεφτεί, κατέβηκε και βρέθηκε σε μια χωμάτινη στοά που καταλάβαινε πως πήγαινε προς την πλευρά του βουνού. Προχώρησε αρκετά, κρατώντας αναμμένο τον φακό. Κάποια στιγμή βγήκε από τη στοά σε ένα ξέφωτο. Μπροστά της απλωνόταν ένα ηλιόλουστο λιβάδι όπου έβοσκαν διάφορα ζώα, προβατάκια, κατσικάκια, αγελάδες και κοτούλες. Πιο πέρα υπήρχε ένα ξύλινο  μικρό σπίτι. «Μα πού είναι αυτό το μέρος;» αναρωτήθηκε. «Εδώ πρέπει να είναι το βουνό, ο λόφος». Προχώρησε προς το σπίτι. Το σπίτι ήταν ανοιχτό. Κοντοστάθηκε στην εξώπορτα και κοίταξε μέσα. Ήταν ένα σπίτι καθαρό και φωτεινό με μεγάλα ράφια που επάνω τους είχαν γυάλινα μεγάλα βάζα γεμάτα διάφορα τρόφιμα, φασόλια, φακές, τυρί, γάλα, φρούτα. Είχε όλα τα καλά.

Άρχισε να φωνάζει αν είναι κανείς εκεί. Δεν πήρε απάντηση. Βγήκε έξω από το σπίτι και προχώρησε προς την πίσω πλευρά του σπιτιού όπου υπήρχε ένα περιβόλι, με ένα πηγάδι στην άκρη.  Βλέπει μια μαυροφορεμένη γιαγιά να γυρίζει το μαγκάνι για να βγάλει νερό.

Η Ιωάννα σκέφτηκε πως πρέπει να είναι η αόρατη γιαγιά. Πήγε προς το μέρος της. Η γιαγιά ήταν απορροφημένη και καθώς το μαγκάνι έκανε θόρυβο, δεν κατάλαβε την παρουσία της.  Φτάνοντας κοντά, πρόσεξε πως η γιαγιά φορούσε στο κεφάλι της ένα μαύρο μαντήλι. «Γεια σας» φώναξε δυνατά. Η γιαγιά τρόμαξε τόσο που της έφυγε το μαγκάνι με τον κουβά από τα χέρια της και άρχισε να πέφτει μέσα στο πηγάδι. 

[...]

 

_

γράφει ο Ιωάννης Μαρίνος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Άννα Μάλαμα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Παιδαγωγικά κι έκανα μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Εργάστηκα ως δασκάλα γενικής και ειδικής Αγωγής σε σχολεία του Έβρου, του Κιλκίς και της Θεσσαλονίκης. Όταν δε δουλεύω με τα παιδιά, μου αρέσει να διαβάζω όμορφα βιβλία. Πού και πού η πένα μου γαργαλάει το χέρι κι αραδιάζω στο χαρτί τις δικές μου ιστορίες.

2 Σχόλια

  1. Lina Koulakioti

    Καλογραμμένο και με ωραία μηνύματα! Από τα παραμύθια που αξίζει να διηγηθούμε στα παιδιά μας!

    Απάντηση
  2. Ιωαννης Σωτηριου

    Η παιδικη αθωοτητα της μικρης Ιωαννας ανταμωνειι την αγνη καρδια της γιαγιας, και ο συνδυασμος αυτος κατω απο την πενα του συγγραφεα προσφερουν αυτο το ομορφο και ευηχο παραμυθι

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Υποβολή συμμετοχής!

Αναζήτηση στη σελίδα

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Αρχείο

Είσοδος