Select Page

Το πριν και το τώρα

Το πριν και το τώρα

Όταν με πιάνει η νοσταλγία για τα χρόνια τα παλιά, για τα χρόνια της νιότης, ο γεροπεθερός μου απορεί και λέει: «Καλά, ας ήξερα τι είναι αυτό που σου άρεσε από τα τότε! Για να τα πάρουμε ένα ένα και από την αρχή:
Εσύ βέβαια, σαν μικρή που ήσουν, δε συμμετείχες στις δουλειές του σπιτιού, τη λάτρα του, όπως τη λένε. Αν ζούσε η συγχωρεμένη η γιαγιά σου, να την ρωτούσες, πού σας μπανιάριζε σαν ήσασταν μικρά. Θέλεις να σου το πω; Να το πω. Στη σκάφη. Εκεί που πλένανε οι νοικοκυρές τα ρούχα τού σπιτιού, πάνω στο πλυσταριό. Μπανιέρα; Άγνωστη λέξη για τα περισσότερα νοικοκυριά. Σιγά σιγά έσκαγε μύτη η ντουζιέρα και όποιος είχε μια τέτοια στο σπίτι του είχε να το καυχιέται.
Σκάφη που λες, νύφη μου. Και τα χέρια των γυναικών, από το πλύνε πλύνε, αλλοιωμένα. Να οι ποτάσες, οι αλισίβες, τα λουλάκια για τον καλύτερο καθαρισμό των ασπρορούχων και των σεντονιών. Πλυντήριο; Terra ignota. Όταν αυτό πρωτομπήκε στα σπίτια, δικαίως, θεωρήθηκε η εφεύρεση του αιώνα, που σήμανε και τη λήξη του πιο σκληρού επαγγέλματος, αυτού της «πλύστρας». Για ρώτησε καμιά από δαύτες, αν ζει, πόσο νοσταλγεί τα χρόνια τα περασμένα. Εφιάλτες θα την ζώνουν, σαν τα θυμάται, είτε ξυπνητή είτε κοιμισμένη.
Για ρώτησε τη μάνα σου, αν θυμάται το μαγείρεμα στη φουφού (πολύ αργότερα ήρθε η πολυτέλεια της γκαζιέρας και της βενζίνας). Ρώτησέ την για την θέρμανση του σπιτιού εκείνους τους σκληρούς χειμώνες, που το μαγκάλι ήταν το κύριο εφόδιο κατά του κρύου και της παγωνιάς. Να βάζεις το δαδί να καίει ανάμεσα στα καλά στεγνωμένα κάρβουνα έξω στο μπαλκόνι ή την αυλή και όταν άναβαν για τα καλά και εξέλειπε ο κίνδυνος αναθυμιάσεως, ο οποίος και δεν εξέλειπε ποτέ εντελώς, να μπαίνουν στη πρωτόγονη αυτή θερμάστρα, το μαγκάλι, που ζέσταινε υποτυπωδώς το δωμάτιο. Η μόνη όμορφη ανάμνηση και από δαύτο ήταν τα κάστανα που βάζαμε και ψήνονταν στη θράκα και μοσχοβόλαγε ο τόπος και τα ρούχα μας! Και η γιαγιά, επηρεασμένη από την ατμόσφαιρα αλλά και κυρίως για να ευχαριστήσει τα εγγόνια, άρχιζε τα παραμύθια. Κάστανα και παραμύθια, αυτό ναι, ωραία ανάμνηση, δε λέω. Έκανε τον Ζαχαρία Παπαντωνίου να γράψει το όμορφο ποίημά του:
Τι καλή η γιαγιά στ’ αλήθεια
Ξέρει τόσα παραμύθια
Η καλή γιαγιά.
Χθες το βράδυ είπε πάλι
Πλάι στο μικρό μαγκάλι
Για τα δυο τραγιά.

Και τα κάστανά μας τρίζαν
Μες στη στάχτη και μυρίζαν
Νύσταξε η γιαγιά.
Κοιμηθήκαμε οι δυο μας
Κι είδαμε και στο όνειρό μας
Για τα δυο τραγιά…

Κάπως έτσι ήταν το ποίημα και δεν υπήρχε παιδί που να μη τα ξέρει τα ποιήματα του Παπαντωνίου. Αυτά, μάλιστα, από τις ωραιότερες αναμνήσεις μικρών και μεγάλων.
Το μαγκάλι, που λες. Όμως για να πας από το ένα δωμάτιο στο άλλο ήταν ένα ταξίδι προβληματικό, σαν από ένα ταξίδι από μια αφρικάνικη χώρα σε μια άλλη  του Βόρειου πόλου να πούμε, χωρίς μια ενδιάμεση ζώνη προσαρμογής! Δεν ήταν δυνατόν να υπάρχουν μαγκάλια σε κάθε δωμάτιο, βλέπεις. Τι είπες; Καλοριφέρ; Χα χα χα… Τελείως άγνωστη λέξη, εδώ ως και οι σόμπες, αυτές του πετρελαίου, ήρθαν πολύ αργότερα. Κι ακόμη πιο αργά, οι ηλεκτρικές, που ζέσταναν τα κοκαλάκια των ανθρώπων μεν, αλλά και πλούτισαν τη ΔΕΗ με τους παχυλούς λογαριασμούς ρεύματος. Ας είναι…
Τα χρόνια τα παλιά και τα χρόνια τα παλιά, σου λέει ο άλλος! Έτσι όπως φιλτράρονται από το φίλτρο της χρονικής απόστασης, που κρατά  τα ωραία και πετάει  τα πολλά και άσχημα…
Έπαιξε και το ρόλο της η μουσική, που αυτές τις φιλτραρισμένες ομορφάδες τις πολλαπλασίασε, τις μεγέθυνε και τις έκανε νοσταλγικές, ρομαντικές και θείες, ουφ!
Μη σου πω τι γινόταν τα καλοκαίρια με τους καύσωνες με τις στάμνες στο απόγειο της δόξας τους. Τυλιγμένες με μια βρεγμένη πετσέτα για να κρατιέται το νεράκι όσο πιο δροσερό γινόταν και κατέληγε να πίνεις ένα χλιαρό υγρό κατάλληλο μόνο για ξύρισμα!
Δώρο Θεού όταν άρχισε η κατάργηση του φαναριού και έκανε την εμφάνισή του το ψυγείο τού πάγου. Τι ήταν το φανάρι, ρωτάς; Να σου πω. Σκέψου κάτι σαν κλουβί, που με μια τροχαλία το ανέβαζες ψηλά προς το ταβάνι τής κουζίνας για πιο πολύ αέρα και προφύλασσε τα φαγητά από έντομα και ρύπους ιπτάμενους, αλλά και επίγειους… μπρ μπρ μπρ.
Ο παγοπώλης. Τον θυμάσαι, δεν μπορεί. Στις μεγάλες ζέστες, όταν του έπεφτε πολλή δουλειά, στεκόσουν στην ουρά για να πάρεις ένα κομμάτι πάγου, να το βάλεις στο ξύλινο ψυγείο να δροσίσει το νερό στο τσίγκινο δοχείο του. Πρόοδος! Πολιτισμός! Πρωτόγονα πράγματα, που όμως έσωζαν ζωές, γιατί στο μέτρο του δυνατού κρατούσαν αναλλοίωτες τις τροφές και αποφεύγονταν οι δηλητηριάσεις.
Δύσκολα χρόνια, νύφη μου, πολύ δύσκολα. Το μόνο ότι ατένιζες το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία και προσμονή για κάτι καλύτερο και καλύτερο…
Και μίλησα για τις τεχνητές δυσκολίες ενός σπιτιού. Μην αρχίσω και μιλώ για τις κοινωνικές, για τους πολέμους, που δεν ήξερες την επόμενη ημέρα αν ζεις εσύ και τα παιδιά σου. Μη μιλήσω για τους εμφυλίους, που σκότωνε ο Κάιν τον Άβελ και τούμπαλιν.
Γι’ αυτό, ας μην ακούω, να χαρείς, να υμνείς τα χρόνια τα παλιά και τα χρόνια τα παλιά και πράσινα άλογα. Τα παλιά, απλά, παίρνουν και πατινάρονται από την πατίνα του χρόνου και τη χρυσόσκονη του παραμυθιού και της μουσικής, ξεχνιούνται οι ελλείψεις, οι ατέλειες, οι πρωτογονισμοί και όλα τα κουλά και μένουν κανά δυο ωραίες εικόνες, που πάντα  θα υπάρχουν,  μεγαλοποιούνται και γίνονται μύθοι, ακόμη και θρύλοι.
Για ρώτησε τη συμπεθέρα, τη μάνα σου, πόσα πουκάμισα του μακαρίτη τού άντρα της έχει κάψει με το καρβουνοσίδερο, αλλιώς «βαποράκι». Ρώτησε καμιά παλιά μοδίστρα για τον εφιάλτη,  που αισθανόταν να επικρέμεται της κεφαλής της, μην και πεταχτεί καμιά σπίθα και κάψει το μεταξωτό ύφασμα της πελάτισσας και τότε, αντί να εισπράξει  μεροκάματο,  θα πλήρωνε τρία τέσσερα από δαύτα για να αποσβέσει τη ζημιά. «Tσ τσ τσ», θα σου πει». Να πάνε και να μη γυρίσουν τα χρόνια εκείνα.
Εγώ ένα σου λέω.
Αν δε μας είχε τώρα προκύψει η κρίση, θα ζούσαμε έναν ανάλογο χρυσούν αιώνα του Περικλή. Με την τρομακτική εξέλιξη τής τεχνολογίας, με την πρόοδο την πνευματική  του ανθρώπου, με τις ανέσεις του, την εξέλιξή του σε όλους τους τομείς. Αλλά έτσι  είναι η φτιάξη μας. Τίποτα του παρόντος δεν μας αρέσει και λατρεύουμε το παρελθόν. Πόσο μάλλον, όταν σ’ αυτό το παρόν το στομάχι είναι άδειο, καλή ώρα. Τότε είναι που τα πάντα μοιάζουν άσχημα και ανατρέχουμε στο αποκούμπι των παλιών ωραίων Αλκυονίδων ημερών…».
Να πω ότι δεν προβληματίζομαι από τα λόγια του γέροντα; Θα πω ψέματα. Σαν να ’χει κάποιο δίκιο.

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

8 Σχόλια

  1. Ελένη Ιωαννάτου

    Λένα υπέροχη η ιστορία σου!!! Μπράβο!!
    Ένιωσα σαν να είχα ανέβει στην πίσω θέση του ποδηλάτου σου και με έκανες μια βόλτα μέσα στις γειτονιές της παλιάς Αθήνας, στις αυλές, τα οικόπεδα και στις αλάνες. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό!!
    Εχεις δίκιο Λένα, υπάρχει πάντα μια νοσταλγία για το παρελθόν και τότε ίσως νοσταλγούσαν το δικό τους παρελθόν. Τι να πεις… Κάθε εποχή έχει τα θετικά κι αρνητικά της.

    Απάντηση
  2. Λ'ΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Ελένη πολύ μού άρεσε η ποδηλατάδα μας, τόσο που λέω να την επαναλάβουμε με την πρώτη ευκαιρία…
    Ευχαριστώ και καλή Σαρακοστή

    Απάντηση
  3. Χριστινα Σουλελε

    Παντα το παρελθον το βλεπουμε νοσταλγικα, ισως γιατι μας θυμιζουν τα νεανικα νας χρονια. Μενουμε ατα ομορφα και ξεχναμε τα δυσκολα. Κι εκεινες οι ςποχες που περιγραφεις Λενα τοσο ομορφα, ηταν πολυ δυσκολες. Καλη Σαρακοστη!

    Απάντηση
  4. Λ'ΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Τι έγινες Σουλελάκι μου;;;; τι μαύρη πέτρα έριξες πίσω σου; Ανιαρό κατάντησε πια το fb χωρίς εσένα και χωρίς πολλές άλλες αγαπημένες ”φίλες” Τι πάθατε μωρέ;;;
    Χαιρομαι που σού άρεσε το κείμενό μου .
    Καλή Σαρακοστή και φιλιά

    Απάντηση
  5. Αθηνά Μαραβέγια

    Πόσο δίκιο έχει ο γέροντας πεθερός σου!!!!!!!!
    Και πόσο ωραία, όμως, μας ταξίδεψες, Λένα μου, σε κείνα τα χρόνια, με την όμορφη πένα σου!!!!!!!!!!
    Να είσαι καλά!!!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  6. Βάσω Καρλή

    Όλα τα δίκια έχει ο γεροπεθερός. Απίθανη η αναδρομή στο παρελθόν. Ωραίο θέμα. Μπράβο σου, Λένα!!! Καλή Σαρακοστή.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!