Select Page

Το προσφυγάκι

Το προσφυγάκι

Ο Σάο, είναι  ένας δεκαπεντάχρονος πρόσφυγας από τη Συρία.  Ξύπνησε στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Όταν άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε. Κοίταξε ξανά και ξανά. Φως, χρώματα, αντικείμενα, όλα όσα είχε φανταστεί, τώρα υπήρχαν μπροστά του ως εικόνες που μπορούσε να δει. Ο Σάο είχε γεννηθεί τυφλός και τώρα ξαφνικά μπορούσε να δει. «Μήπως πέθανα και τώρα πια μπορώ να δω;». Στο δωμάτιο αν και υπήρχε  ακόμα ένα παιδί που ήταν επίσης προσφυγάκι, επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Καθώς η ώρα περνούσε, ο Σάο σχεδόν πείστηκε ότι  είναι νεκρός. Το φως δεν έρχεται στα μάτια από τη μια στιγμή στην άλλη και στον κόσμο δεν υπάρχει πρόσωπο που θα μπορούσε να πληρώσει μια τόσο δαπανηρή επέμβαση αποκατάστασης όρασης. «Είμαι νεκρός» σκεφτόταν και ταξίδευε στη ζωή του πριν ξεκινήσει ο πόλεμος στη χώρα του. Θυμόταν τις μέρες του στο σχολείο, τότε που έπαιζε με τους φίλους του και έκανε σχέδια για τις σπουδές του και το επάγγελμά του. Θυμήθηκε ακόμα τη μέρα που ξεκίνησε η καταστροφή της χώρας του. Ήταν μεσάνυχτα κι εκείνος έκανε ακόμα τις εργασίες του για το σχολείο. Ξαφνικά, άκουσε τους κατοίκους του χωριού του να φωνάζουν και τις καμπάνες να χτυπούν ως συναγερμό εκκένωσης της περιοχής. Το χωριό του ήταν το πρώτο κομμάτι της Συρίας που δέχθηκε επίθεση κι έτσι κανείς δεν είχε ενημερωθεί για πιθανότητα πολέμου από κάποιον άλλο λαό. Ακόμα, θυμήθηκε με λεπτομέρεια τους ήχους και τις φωνές που ακούγονταν μέσα από το δικό του σπίτι, τη στιγμή που οι εχθροί το διέρρηξαν και σκότωσαν τα τέσσερα αδέρφια του και τους γονείς του. Αυτός κατάφερε να σωθεί, παίρνοντας γρήγορα όσα πράγματα υπήρχαν γύρω του και πηδώντας από το παράθυρο του δωματίου του ξέφυγε. Ο Σάο ένιωθε μέσα του μεγάλη λύπη, θυμό και αδικία, γιατί η έναρξη αυτού του πολέμου στη χώρα του στέρησε πολλά δικαιώματα, αλλά και τις ζωές πολλών ανθρώπων που προσπάθησαν πολεμώντας να σώσουν και να απελευθερώσουν τη χώρα τους. Σκέφτηκε επίσης πως αυτός ο πόλεμος στέρησε σε όλα παιδιά τα παιδικά τους  χρόνια αφού έπρεπε πολλά από αυτά είτε να πάρουν μέρος στον πόλεμο, είτε να επιβιώσουν μόνα τους αφού οι οικογένεια τους είχε χαθεί. Τη συγκεκριμένη περίπτωση αντιμετώπιζε και ο Σάο.

«Τουλάχιστον δεν πεθάναμε» είπε το παιδί που βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον Σάο. Εκείνος τον κοίταξε ταραγμένος.

«Εγώ έφυγα από τη χώρα κολυμπώντας γιατί δεν πρόλαβα καμμία βάρκα. Κολυμπούσα από ξέρα σε ξέρα μέχρι που με βρήκε ένα μεγάλο καράβι και με έφερε εδώ. Ήταν βέβαια αρκετά δύσκολο να κινηθώ στη θάλασσα μόνο με τα χέρια, αφού εδώ και δύο χρόνια έχω μείνει ανάπηρος από τη μέση και κάτω, λόγω μιας έκρηξης που έγινε κοντά στο σπίτι μου στη Συρία και τραυματίστηκα, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα άτομα της οικογένειας μου που σκοτώθηκαν. Εσύ πώς ήρθες εδώ?»

«Εγώ δεν ξέρω…  Γεννήθηκα τυφλός, όμως τώρα μπορώ να δω κι έτσι πίστεψα πως είμαι νεκρός» του είπε ο Σάο.

«Δεν είσαι! Είμαστε σε ένα νοσοκομείο της Ρωσίας. Εμένα γιατροί μου έδωσαν καινούριο αναπηρικό καροτσάκι, όταν κάποιοι συγγενείς μου που ζουν εδώ κάλυψαν όλα τα έξοδα. Εσύ αφού δεν ξέρεις πώς βρέθηκες εδώ ποιος πιστεύεις ότι σε βοήθησε και σου κάλυψε τα έξοδα για τα μάτια σου;» ρώτησε τον Σάο.

«Δεν ξέρω. Δεν έχω κανένα γνωστό που ζει στη Ρωσία.  Εγώ την τελευταία φορά κοιμήθηκα σε μια βάρκα με την οποία ταξίδευα και ξύπνησα εδώ» απάντησε.

«Θέλεις να μου πεις την ιστορία σου;» ρώτησε τον Σάο γεμάτος ενδιαφέρον και απορία να ακούσει και να μάθει πώς επιβίωσε ολομόναχος πάνω σε μια φουσκωτή βάρκα.

Ο Σάο του κούνησε το κεφάλι και ξεκίνησε να διηγείται στο προσφυγάκι το μεγάλο του ταξίδι :

“Το βράδυ που ξεκίνησε ο πόλεμος, βρισκόμουν μόνος στο δωμάτιό μου, τελειώνοντας τις σχολικές μου εργασίες. Καθόμουν στο πάτωμα, δίπλα στο μεγάλο παράθυρο το οποίο είχα ανοίξει για να μπαίνει λίγη δροσιά, αφού το τζάκι είχε ξεχαστεί αναμμένο και ο χώρος ήταν υπερβολικά ζεστός. Είχα σχεδόν κοιμηθεί πάνω από το βιβλίο μου από τη στιγμή που ήταν πολύ αργά τα μεσάνυχτα. Μετά από αρκετή ώρα, ακούστηκαν οι πρώτες φωνές από τα γύρω σπίτια, αφού και οι πρώτες απειλές ξεκίνησαν. Οι εχθροί ήταν σιωπηλοί κατά τις διαρρήξεις τους, έχοντας σκοπό να μην ξεσηκώσουν τους κατοίκους προκειμένου να σκοτώσουν όσους περισσότερους μπορούν. Δυστυχώς, δεν μπορούσα να δω και να καταλάβω αν κάποιος ήταν και στο δικό μου σπίτι ώστε να προειδοποιήσω όσους βρίσκονταν μέσα. Είχα ταραχθεί και καθώς  προσπαθούσα να σκεφτώ τι πρέπει να κάνω, άκουσα φωνές από το δίπλα δωμάτιο όπου κοιμόνταν οι γονείς με τα αδέρφια μου. Τότε κατάλαβα πως είχα αργήσει να κάνω οτιδήποτε. Θέλοντας να γλιτώσω τουλάχιστον τον εαυτό μου, πήρα ό,τι πρόλαβα να αγγίξω από τα πράγματα που βρίσκονταν γύρω μου και βγήκα από το παράθυρο κουβαλώντας μαζί μου και τις ενοχές που ένιωθα μέσα μου, λόγω του ότι δεν βοήθησα την οικογένειά μου, ενώ ήξερα πως όλοι τους κινδύνευαν.

Καθώς έτρεχα χωρίς να έχω ιδέα για το πού πάω, κάποιος με τράβηξε από το πόδι και ξεκίνησε να με χτυπάει. Έτσι, κατάλαβα πως ήμουν κι εγώ πια θύμα του πολέμου και πως δεν κατάφερα να ξεφύγω. Ένιωθα το σώμα μου όλο να πονάει και πολλά σημεία του όπως το κεφάλι μου, να αιμορραγούν, αφού αυτός που με είχε αναλάβει με χτυπούσε ασταμάτητα με μαστίγιο που εμείς χρησιμοποιούσαμε για τα άλογα. Εκείνη τη στιγμή εκτός από τον πόνο που ένιωθα, ευχαριστούσα επίσης για πρώτη φορά  τον Θεό, που δεν μου είχε δώσει όραση κι έτσι δεν μπορούσα να δω την κατάσταση του σώματός μου, αλλά και εκείνη που επικρατούσε τριγύρω, διότι μπορούσα να αισθανθώ και να καταλάβω πως σίγουρα θα ήταν φρικιαστική. Αφού με βασάνισε όσο πίστευε ότι ήταν αρκετά, με κράτησε από το λαιμό και με πέταξε κάπου όπου μπορούσα να νιώσω πως υπήρχαν ακόμα πολλά άτομα, είτε μικρά σε ηλικία, είτε μεγάλα. Καθώς η ώρα περνούσε μέσα σε αυτό το  “πράγμα” που ήμουν, ένιωθα ακόμα περισσότερους ανθρώπους να πέφτουν από πάνω μου, κάτι που έκανε ακόμα χειρότερο τον πόνο των τραυμάτων μου.

Είχαν περάσει περίπου πέντε ώρες από τότε που βρέθηκα σε αυτό το σημείο όπου ακούγονταν φωνές και κλάματα συνεχώς. Ίσως να ήμουν ο μόνος που δεν ξεσπούσε, ή ίσως και ένας από τους πολλούς, αφού με δυσκολία μπορούσα να πάρω ανάσα λόγω του ότι είχα καταπλακωθεί από ένα μεγάλο σωρό βασανισμένων κατοίκων όπως ήμουν κι εγώ. Το έδαφος ξεκίνησε να τραντάζεται και τότε όλο και περισσότερες φωνές ακούγονταν. Πίστεψα πως ο Θεός ήθελε να μας σώσει δημιουργώντας ένα σεισμό ώστε σκοτωθούν οι εχθροί που άδικα μας επιτέθηκαν σκοτώνοντας και βασανίζοντας όλους όσους έβρισκαν μπροστά τους. Όμως όλοι άρχισαν να φωνάζουν, να παραπονιούνται και συνάμα ν’ αναρωτιούνται για το πού μας μεταφέρουν· τότε όλες μου οι ελπίδες για τον αφανισμό των εχθρών που ανέφερα πριν χάθηκαν. Κατάλαβα πως βρισκόμουν από την αρχή σε ένα φορτηγό το οποίο ξεκίνησε να μεταφέρει τα πρώτα θύματα του πολέμου σε ένα μυστήριο μέρος που ακόμα κανείς δεν ήξερε, αλλά και που δεν είχε την περιέργεια να μάθει. Σε όλη τη διαδρομή, ένιωθα το κεφάλι μου να χτυπιέται σε  ένα σίδερο αιχμηρό και σκουριασμένο, που ήταν κολλημένο πάνω στην καρότσα του φορτηγού που βρισκόμουν, το οποίο ήταν κάτι που έκανε ακόμα πιο δύσκολη την κατάστασή μου. Το μεγάλο μήκος της διαδρομής, με βοηθούσε μόνο στο να καταλάβω που βρίσκεται το καθένα από τα τραύματα μου επάνω στο σώμα μου. Μπορούσα έντονα να νιώσω πόνο στο κεφάλι, στο μέτωπο, στους ώμους μου, στην πλάτη και σε ολόκληρα τα πόδια μου. Δεν παραπονιόμουν όμως γιατί ήξερα πως υπάρχουν άλλοι με πολύ χειρότερη κατάσταση από τη δική μου, που ίσως να ήταν και ετοιμοθάνατοι. Βρισκόμασταν μέρες μέσα σε αυτό το όχημα. Δεν μπόρεσα όμως να μετρήσω πόσες. Είχα ξεκινήσει να τις υπολογίζω από την αρχή, αφού ήταν το μόνο που μπορούσα να ασχοληθώ από τη στιγμή που δεν με ένοιαζε πια ο πόνος γιατί τον είχα συνηθίσει. Όμως μετά από τρεις ημέρες όπου σταμάτησα να μετράω, το μόνο που με απασχολούσε ήταν η πείνα. Δεν μας είχαν δώσει ούτε νερό, αλλά ούτε και τροφή. Οι περισσότεροι μπορεί να είχαν πεθάνει, όπως ένα παιδί που γνώρισα. Ήταν δίπλα μου και μιλούσαμε κάθε μέρα κάνοντας υποθέσεις για το τι μπορεί να μας συμβεί στο μέλλον. Προσπαθούσαμε να κάνουμε μόνο αισιόδοξες σκέψεις και φτιάχναμε ιστορίες με πολλές αποδράσεις μας από τους εχθρούς. Δεν προλάβαμε δυστυχώς να τις ολοκληρώσουμε διότι εκείνος έχασε τη ζωή του πριν προλάβει να βιώσει και τα βασανιστήρια που ακολούθησαν στις φυλακές που οδηγηθήκαμε.

Όταν φτάσαμε, μας υποδέχτηκαν άνθρωποι που είχαν κι εκείνοι άσχημη συμπεριφορά προς εμάς. Αυτό ήταν το πρώτο γεγονός που ακύρωνε την ιστορία που είχαμε σκεφτεί με το παιδί από το φορτηγό. Έτσι, ξεκίνησαν να χάνονται και οι ελπίδες μου για επιβίωση μέσα σε αυτό το μέρος. Ξεκίνησαν να ξεχωρίζουν τα πτώματα από τους ζωντανούς και από όσα κατάλαβα δεν είχαν μείνει πολλά άτομα, καθώς δεν ακούγονταν πια πολλές φωνές. Οι εχθροί μιλούσαν άλλη γλώσσα, κάτι το οποίο ήταν και θετικό για εμάς τα θύματα, από την άποψη πως δεν καταλαβαίναμε τι πρόκειται να μας κάνουν κι έτσι δεν απελπιζόμασταν ακόμα περισσότερο, αλλά ήταν και αρνητικό γιατί αν ξέραμε τι μας περιμένει, θα μπορούσαμε να βρούμε έναν τρόπο να φύγουμε. Από τους ήχους που ακούγονταν μπόρεσα να καταλάβω που κατέληγαν τα άψυχα σώματα. Ακουγόταν ένας ήχος παρόμοιος με αυτόν που ακούγεται όταν ανάβει ένα σπίρτο. Τους νεκρούς τους έκαιγαν. Δεν ανυπομονούσα ιδιαίτερα να μάθω τι θα έκαναν με εμάς.

Δυστυχώς, είχε έρθει η ώρα που το κάψιμο των πτωμάτων είχε τελειώσει και έπρεπε να αναλάβουν εμάς. Κανείς δεν μιλούσε και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βαριά βήματα του εχθρού. Είχε μείνει μόνο ένας που πίστευε πως μόνος του μπορούσε να ελέγξει όσους έμειναν. Μας τραβούσε με τα χέρια του βάζοντάς μας σε μια σειρά. Μετά, μας έσπρωχνε και μας χτυπούσε έναν -έναν με μαστίγιο, όμως εγώ είχα συνηθίσει το πόνο όπως και πολλοί άλλοι που δεν έβγαζαν φωνή είτε επειδή δεν τους ένοιαζε το τι θα απογίνουν, είτε επειδή φοβόντουσαν να κάνουν οποιαδήποτε κίνηση. Μας έβαλαν σε κελιά πολύ μικρά και στο καθένα κλείδωναν είκοσι άτομα. Στα πατώματα υπήρχαν σκόρπιες βελόνες. Κάθε μέρα μας έδιναν μια κουταλιά λάδι και μία κουταλιά νερό. Μας έκαναν πολλά βασανιστήρια όπως ο ξυλοδαρμός, ή το πνίξιμο στο καυτό νερό. Στις φυλακές αυτές, έμεινα περίπου για τέσσερεις μήνες.

Μια μέρα έδιωξαν αυτούς που θεωρούσαν άχρηστους στο να πολεμήσουν υποστηρίζοντας τον δικό τους λαό. Πραγματικά, ήταν η πρώτη φορά που χάρηκα επειδή κάποιος με θεωρούσε άχρηστο.

Μας πέταξαν σε μια στεριά όπου μπορούσα να ακούσω τα κύματα. Μόνο τρία παιδιά είχαν αφήσει να φύγουν. Οι υπόλοιποι δυστυχώς, συνέχισαν τη ζωή τους μέσα στις φυλακές. Δεν ήξερα που βρισκόμουν και δεν πρόλαβα να ρωτήσω τα άλλα δύο προσφυγάκια, αφού μόλις τους δόθηκε η ευκαιρία έτρεξαν μακριά από αυτή την περιοχή χωρίς να πουν τίποτα για το που πάνε. Εγώ ήμουν ακόμα στην παραλία και προσπαθούσα ακολουθώντας τον ήχο των κυμάτων να καταλάβω πού ξεκινάει η θάλασσα. Ύστερα από αρκετή ώρα το πόδι μου επιτέλους βούτηξε μέσα στο κρύο νερό, αλλά ταυτόχρονα άγγιξε και κάτι μεγάλο που επέπλεε. Τέντωσα το χέρι μου να το αγγίξω και όταν αντιλήφθηκα τι είναι ένιωσα μέσα μου μια μεγάλη ανακούφιση. Ήταν μια φουσκωτή βάρκα που μέσα της είχε μια φρατζόλα ψωμί και ένα μεγάλο κομμάτι κάρβουνο. Σαν κάποιος να τα είχε αφήσει ξέροντας τι χρειάζομαι, αλλά και ότι θα βρεθώ εδώ. Πήδηξα αμέσως μέσα και ξεκίνησα να ψάχνω το πού βρίσκεται η μηχανή για να κινηθεί η βάρκα. Έπιασα ένα σκοινί, το τράβηξα και άρχισε το θαλάσσιο ταξίδι μου.

Καθώς η βάρκα έπλεε, πήρα τη φρατζόλα και μετά από πολύ καιρό έφαγα ξανά κάτι που το στομάχι μου είχε επιθυμήσει, αλλά και είχε ξεχάσει ως γεύση. Έτρωγα μανιακά ένα - ένα κομμάτι ώσπου σκέφτηκα πως πρέπει να κρατήσω λίγο από τη στιγμή που δε γνώριζα πόσες μέρες θα περνούσα ακόμα μέσα στη φουσκωτή βάρκα. Η ώρα μου περνούσε ήσυχα, χωρίς ευτυχώς κανένα ταρακούνημα. Ήταν πια αργά και ήρθε η στιγμή που θα περνούσα το πρώτο μου βράδυ μέσα στη θάλασσα, σε άγνωστο ωκεανό και με άγνωστο προορισμό.

Χωρίς να το καταλάβω η νύχτα είχε περάσει και όταν ξύπνησα βρισκόμουν ακόμα στη βάρκα που επέπλεε ήρεμα. Τότε ένιωσα το πρώτο κούνημα. Ήταν αρκετά έντονο, όμως δεν μπήκε ούτε σταγόνα μέσα στο φουσκωτό. Άκουσα μουρμουρητά  κάτω από το νερό που με περιτριγύριζαν και φοβήθηκα νομίζοντας πως είναι κάποιο άγριο ζώο. Μετά από πολύ κρυφτό το ένιωσα να πηδάει από πάνω μου και από τη φωνή του μπόρεσα να καταλάβω πως ευτυχώς ήταν ένα δελφίνι. Μπήκε μέσα στη βάρκα και ήρθε δίπλα μου. Με το στόμα του, μου άφησε στα πόδια μία κοφτερή πέτρα και το κάρβουνο. Εγώ, αφού τα εντόπισα με τα χέρια μου, τα έπιασα και το δελφίνι με το ράμφος του άρχισε να μου τα κουνάει το ένα μπροστά και το άλλο πίσω. Με τις κινήσεις αυτές αναλήφθηκα πως ήθελε να τα τρίψω μεταξύ τους για να δημιουργηθεί σκόνη. Απόρησα με τη θέλησή του αλλά συνέχισα να τρίβω μέχρι να τελειώσει ολόκληρο το κάρβουνο. Το δελφίνι, μου έδωσε τη σακούλα που είχε μέσα το ψωμί για να βάλω τη σκόνη από την οποία κράτησε λίγη κολλώντας την στο βρεγμένο του πτερύγιο. Μετά, την τίναξε στο δικό μου χέρι και με έσπρωξε προς την άκρη της βάρκας από όπου έπεσε ξανά μέσα στο νερό. Τράβηξε με το στόμα του το σχοινί για να ξεκινήσει να κινείται ξανά η βάρκα, όμως εκείνο έμενε πίσω φωνάζοντας. Πίστεψα πως  ό,τι μου έλεγε να κάνω τόση ώρα ήταν απλά ένα χάσιμο χρόνου κι εκείνο ήθελε απλά να παίξει μαζί μου. Έτσι, πέταξα τη σκόνη που είχε αφήσει στα χέρια μου και πήγα πάλι να καθίσω. Το δελφίνι όμως ξανά άρχισε να ακολουθεί τη βάρκα. Κατάλαβα πως ήθελε να με κάνει να καταλάβω ότι είχε τη διάθεση να με βοηθήσει να βρω στεριά, αλλά το μόνο που χρειαζόταν ήταν να του πετάω σκόνη κάρβουνου ώστε να μπορεί να ξέρει τον δρόμο που είχε ακολουθήσει η βάρκα σε περίπτωση που χαθούμε. Εκείνο, πήγε να κολυμπήσει στο μπροστινό μέρος της βάρκας τραβώντας την από ένα δεμένο σχοινί που υπήρχε και με την ώθηση της μηχανής μπορούσε εύκολα να με κατευθύνει. Όταν χρειαζόταν διάλειμμα, με προειδοποιούσε φωνάζοντας κι έτσι ήξερα πως σε λίγη ώρα έπρεπε να ρίξω σκόνη για να μπορέσει να με εντοπίσει και να συνεχίσουμε το ταξίδι μας.

Πέρασα αρκετές μέρες μέσα στο φουσκωτό και το δελφίνι με είχε βοηθήσει στο να ξεχάσω όσα είχα περάσει. Σκεφτόμουν μόνο πως είχα καταφέρει να επιβιώσω και να ξεφύγω, αλλά και πως πιθανότατα θα έβρισκα κάποιο μέρος να ζήσω μακριά από τον πόλεμο και τους θανάτους.

Το τελευταίο πράγμα που έκανα πάνω στη φουσκωτή βάρκα ήταν να ταΐσω το δελφίνι με λίγο ψωμί όπως συνήθιζα να κάνω κάθε βράδυ, και μετά κοιμήθηκα. Ξύπνησα εδώ όπου για πρώτη φορά μπόρεσα να δω με τα μάτια μου και πίστεψα πως τελικά δεν είχα καταφέρει να κάνω όσα είχα σχεδιάσει, μέχρι που μου είπες πως ακόμα ζούμε ,θα ζήσουμε και δεν κινδυνεύουμε πια. Τέλος».

Ο Σάο διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια τις εμπειρίες του και τις προσπάθειες επιβίωσής του, τις οποίες όμως το προσφυγάκι δεν πρόλαβε να ακούσει όλες. Είχε κρατήσει μυστικό το ότι η ζωή του ήταν ακόμα σε κίνδυνο, λόγω έλλειψης μεγάλης ποσότητας αίματος από τον οργανισμό του. Ο γιατρός που μπήκε στο δωμάτιο για να μεταφέρει το νεκρό παιδί είπε στον Σάο πως είχε ζητηθεί από πολλά άτομα να προσφέρουν αίμα, αλλά λόγω της καταγωγής του όλοι αρνήθηκαν την πρόταση. Ο Σάο τότε ένιωσε διαφορετικός και κατάλαβε τι σημαίνει ρατσισμός.

Ο γιατρός που είχε αναλάβει το προσφυγάκι, βρήκε δίπλα στο πτώμα του ένα σημείωμα με το οποίο παρακαλούσε τους συγγενείς του που θα τον αναλάμβαναν αν κατάφερνε να ζήσει, να υιοθετήσουν τον Σάο τον οποίο χαρακτήριζε ως ένα καλό και ήσυχο παιδί. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα στον Σάο μη θέλοντας να τον ξεσηκώσει σε περίπτωση που η οικογένεια αρνηθεί να τον αναλάβει.

Ξαφνικά ο Σάο ρώτησε “Ξέρετε ποιος με έφερε εδώ και ποιος κάλυψε τα έξοδα της επέμβασής μου;”

Ο γιατρός γνωρίζοντας όσα ρωτήθηκε απάντησε: “Σε βρήκαν κάποιοι περαστικοί μέσα μια μία βάρκα που επέπλεε στην ακτή μιας παραλίας. Μέσα της υπήρχαν πολλά μαργαριτάρια που η αξία τους κάλυπτε τα έξοδα κι έτσι αποφασίσαμε να σε βοηθήσουμε να δεις κάνοντας ανταλλαγή τα μαργαριτάρια που βρήκαμε δίπλα σου”.

Ο Σάο τότε θυμήθηκε το δελφίνι και σκέφτηκε πως αυτό τα μάζεψε και τα άφησε στη βάρκα έχοντας σκοπό να τον βοηθήσει, όπως και τελικά έγινε.

Ο γιατρός πήρε το νεκρό προσφυγάκι από το δωμάτιο και έφυγε. Ενημέρωσε τους συγγενείς του για την θλιβερή κατάληξη του παιδιού αλλά και για την επιθυμία του να υιοθετήσουν τον Σάο, την οποία δέχτηκαν χωρίς να το σκεφτούν. Επισκέφτηκαν σύντομα το νοσοκομείο από όπου παρέλαβαν τον Σάο και υπέγραψαν όσα χαρτιά ήταν απαραίτητα για να τον αναλάβουν. Ο ίδιος ο Σάο, λυπημένος για τον θάνατο του φίλου του, αλλά και χαρούμενος για τη νέα του ζωή, σκέφτηκε πως η ιστορία που είχαν δημιουργήσει με το παιδί στο φορτηγό δεν άρχισε όπως την είχαν σχεδιάσει, αλλά κατέληξε με το ίδιο τέλος. 

 

_

γράφει η Λίνα Μαστρομανώλη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!