Select Page

Το ροκφόρ

Το ροκφόρ

Πάλι Τετάρτη, του Οκτώβρη αυτή τη φορά, κι έπεσε σύρμα ν’ ανταμώσουμε στο στέκι του Μικελάτζελος. Έτσι την έκανα ξανά για Φαληράκι, να χαζέψω και την πετρελαιοκηλίδα του Σαρωνικού, που μας προέκυψε από το δεξαμενόπλοιο Αγία Ζώνη ΙΙ. Μεγάλη η χάρη της. Ένα φεγγάρι μετά, έσμιξα δέκα λεπτά αργοπορημένος με την παλιοπαρέα που ήταν ήδη εκεί. O καρντάσης ο Σταύρος, ο Σάκης ο εργολάβος, ο Φίλιππας ο ταξιτζής κι ο Ρένος ο στοιχηματζής. Απαρτία πλήρης. Ο Μικελάτζελος μάς ανακοίνωσε ότι το τσίπουρο τερμάτισε, λόγω αυξημένης ζήτησης κι αφού μας προμήθευσε με μπίρες και με κάτι μπαγιάτικα ξηρά καρπά, αναχώρησε να ετοιμάσει τα αναγκαία συνοδευτικά. Στο ημερήσιο πρόγραμμα αυτή τη φορά ήταν οι επισκέψεις του Ρένου και της γυναίκας του σε οικογενειακό σύμβουλο.

-Και τι κάνει ο σύμβουλος γάμου, Ρένο; Σας λέει πώς να το κάνετε καλύτερα; ρώτησε ο Σάκης

-Υποτίθεται ότι θα μας βοηθήσει ν’  αποκαταστήσουμε την επικοινωνία μας, εγώ κι η Βιργινία.

-Γιατί δεν επικοινωνείτε;  απόρησε ο Σταύρος.

-Τη συναισθηματική μας επικοινωνία, διευκρίνισε ο Ρένος.

-Α…Και τι είναι, ρε παιδιά, αυτός ο σύμβουλος; Τεχνικός του ΟΤΕ;  ξαναρώτησε ο Σταύρος.

-Κόψε τις βλακείες, ρε Σταύρο. Μιλάμε σοβαρά τώρα. Ψυχολόγος είναι. Προσφέρει ψυχολογική υποστήριξη στα ζευγάρια που έχει γίνει η σχέση τους κουλουβάχατα, τον αποπήρε ο Σάκης.

-Δεν φταίει η σχέση, Ρένο. Εσύ φταις που τρέχεις πίσω από κάθε κινούμενο ή ακίνητο θηλυκό και τον χώνεις σ’ όποια τρύπα βρεις, σχολίασα. Ευτυχώς που οι μπίρες έχουν στενό στόμιο.

Ξεσπάσαμε σε γέλια. Στραβοκατάπιε ο Φίλιππας κι ένα φουντούκι τού κόλλησε στο λαιμό. Το πρόσωπό του πήρε να μπλαβίζει όταν ο Σταύρος του σβούριξε μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα και τον έστειλε στο λούνα - παρκ. Ο Φίλιππας πετάχτηκε όρθιος και γύριζε γύρω – γύρω σαν ακέφαλο κοτόπουλο. Μέχρι να συνέλθει ο παθών προλάβαμε ν’ αρπάξουμε κι εμείς λίγα ξηροκάρπια.

-Στην πλάτη κτυπάμε, ρε Σταύρο, σε τέτοιες περιπτώσεις, όχι στη μούρη, γκρίνιαξε ο Φίλιππας.

-Και ποια η διαφορά; Το ρημάδι το φουντούκι βγήκε, δεν βγήκε; απάντησε ατάραχος ο Σταύρος.

-Και ποιος είχε αυτή τη φαεινή ιδέα με τον σύμβουλο, Ρένο;  γύρισε τη συζήτηση ο Σάκης.

-Η Βιργινία. Μια φίλη της, της έδωσε ένα όνομα μιας τύπισσας που έκανε προσφορές και…

-Κάνουν εκπτώσεις και οι γιατροί; Αν είναι να πάω κι εγώ, πέταξε το αστειάκι ο Μικελάτζελος, ενώ σέρβιρε τα τηγανιτά λουκάνικα και το τυρί σαγανάκι.

-Να πας Μικελάτζελο, για να μάθεις, είπα.

-Σαν τι να μάθω, δηλαδή;

-Σαν τι; Σαν γιατί κάνεις κατάληψη μ’ αυθαίρετο καφενείο σε δημόσια παράλια, σαν γιατί πουλάς “Τανίκα Άφρικα ίνσταντ κόφι’’ τέσσερα ευρώ, σαν γιατί δεν κόβεις αποδείξεις και κλέβεις ξεδιάντροπα το δημόσιο και σαν γιατί αποστάζεις παράνομο τσίπουρο στο υπόγειο του σπιτιού σου. Θα ν’ ανατινάξεις την πολυκατοικία σου στον αέρα κάποια των ημερών, εξήγησα.

-Αν δεν σας αρέσει το τσίπουρο, γιατί είστε “πού σας χάνουν που σας βρίσκουν” όλη την ώρα εδώ;

-Ήρθαμε τουρ να χαζέψουμε την πετρελαιοκηλίδα και περιμένουμε τον Κουρουμπλή να μας ξεναγήσει, τον διαφώτισα.

-Με ειρωνεύεστε, αλλά εγώ αύριο το κλείνω. Εδώ και ένα μήνα δεν έχει καθόλου δουλειά, είπε με παράπονο ο Μικελάτζελος.

-Κι αυτοί όλοι που λιάζονται και κάνουν και μπάνιο, τι είναι, ρε Μικελάτζελος;

-Αυτοί; Χαμηλοσυνταξιούχα χούφταλα, που τους πονάν οι αρθρώσεις απ’ τα ρευματικά κι επειδή δεν έχουν κάποιον στο τσαρδί τους να τους κάνει εντριβές με πετρέλαιο, αριβάρουν εδώ και βουτάν στα μαζούτ, εξήγησε χολωμένος και κίνησε να φέρει και τα υπόλοιπα.

Τότε ήταν που έσκασε πάνω στο τραπέζι το μπαλάκι και γίναμε όλοι “γης μαδιάμ’’.

-Ας το διάβολο, ρε τζαμπατζήδες κολόγεροι, μπατιροχούφταλα του κερατά που με το να πόδι στον τάφο, μου θέλετε και ρακέτες, έγινε έξαλλος ο Μικελάτζελος.

Μας πήρε πέντε λεπτά να συνεφέρουμε το τοπίο και, ενώ ανοίγαμε τις νεόφερτες μπίρες, ο Σάκης επέμενε στο βιολί του.

-Δε μου λες, Ρένο, πόσες φορές πήγατε στον σύμβουλο;

-Μέχρι τώρα δυο. Αλλά θα ξαναπάμε.

-Και τι χρεώνει αν επιτρέπεται;

-Πενήντα τη φορά, αλλά για δέκα συνεδρίες τριάντα.

-Έχω την αμυδρή υποψία, για να μην πω ότι είμαι σίγουρος, ότι εσύ πας γιατί έχεις κιαλάρει τη γιατρίνα. Είναι καλή; τον κάρφωσε με νόημα ο Φίλιππας.

-Γύρω στα σαράντα, καλό πρόσωπο…Α, και φοράει ψηλά τακούνια.

-Ό,τι πρέπει, δηλαδή. Και όρθια πώς είναι; συνέχισε ο Φίλιππας.

-Όρθια; Γιατί; Εδώ πασχίζουμε να τις ξαπλώσουμε κι εσύ τη θέλεις όρθια;  έκανε ένσταση ο Σταύρος

-Σκάσε, ρε Σταύρο. Για να έχει πανοραμική του κώλου. Ξέρεις πόσες γυναίκες φοράνε ψηλά τακούνια για να μη σέρνεται ο κώλος τους στο πάτωμα; πετάχτηκε ο Σάκης.

-Δίνουν συμβουλές και για το φύλο; ρώτησε ο Φίλιππας.

-Ποιον φίλο;, απόρησε ο Σταύρος.

-Όχι φίλο, ρε Σταύρο. Φύλο.

- Κατάλαβα. Όπως λέμε “μετά των άλλων φίλων’’

- Σκατά κατάλαβες. Όπως λέμε “το άλλο φύλον’’, χωρίς το μετά, διευκρίνισε ο Σάκης.

-Τώρα αυτό πώς μας προέκυψε; Σκοπεύεις ν’ αλλαξοφυλίσεις;  ρώτησα.

-Όχι, βέβαια. Αλλά καταλαβαίνεις. Γνωρίζεις κάποια γκόμενα και δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει, εξηγήθηκε ο Φίλιππας.

-Αν εννοείς τον νόμο, λες μαλακίες. Αυτές, οι τρανς, από πάντα ντύνονται σαν γυναίκες. Δεν το κάνουν επειδή τους υποχρεώνει ο νόμος. Αυτός ρυθμίζει νομικά προβλήματα, είπα εγώ.

-Νομικά;

-Ναι, ρε. Ας πούμε ότι στ’ αεροδρόμιο σκάει μύτη στον έλεγχο μια δίμετρη γκόμενα. Κοιτάει ο κοντρολέρ το διαβατήριο και διαβάζει: Μήτσος Ψηλολέλεκας. Δεν θα πάθει τραλαλά; Ένα τέτοιο να σου συμβεί τέλειωσες. Είσαι ντάλε - κουάλε για βαριά συμβουλευτική, ανέφερε παράδειγμα ο Σάκης.

-Α, τώρα κατάλαβα τι κάνει ο σύμβουλος, πέταξε ο Σταύρος. Κι αν η ψηλή σκάσει μύτη κάπου αλλού;

-Σταύρο, σοβαρέψου. Κόψε τις παρλαπίπες. Εδώ επιψηλαφίζουμε νευραλγικά κοινωνικά ζητήματα κι εσύ μακράν νυχτώνεις, νευρίασε ο Σάκης.

-Πειράζει που μ’ απασχολεί η αλλαγή φύλου; επέμεινε με παράπονο χαμηλόφωνα ο Σταύρος.

Κι ενώ εμείς πίναμε ο Φίλιππας εξολόθρευε ένα - ένα τα μεζέδια. Ευτυχώς που ο Μικελάτζελος θα έκλεινε το μαγαζί και μας ξεφορτωνόταν τα στοκ.

-Ρε, Μικελάτζελος. Βαλε ρε και λίγη μουσική. Τέλειωσε και το τσίπουρο κι είμαστε σαν σε πένθος, δε βλέπεις; φώναξε ο Ρένος.

Άνοιξε το ραδιόφωνο ο Μικελάτζελος και μπήκε φουριόζος ο Πορτοκάλογλου με το:

“Μην ακούς τι λέω! Τράβα με κι ας κλαίω”

-Τι ειν’ αυτό, ρε Μικελάτζελος;  ρώτησε ο Σταύρος.

-Η τραβιάτα είναι, τον ειρωνεύτηκε ο Σάκης. Τι φαντάστηκες ότι μπορεί να είναι;

Μας πήραν ξανά τα γέλια και δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε. Γελούσε ακόμα κι ο Σταύρος εξ’ αντανακλάσεως κι ας μην είχε καταλάβει. Ο μόνος που δεν γελούσε ήταν ο Φίλιππας που σαβούριαζε τα πιάτα σαν να μην είχε φάει ποτέ. Μας πήρε ώρα να συνέλθουμε κι όταν τελικά ξανάρθαμε στα ίσα μας, είπε ο Σάκης.

-Πες κάτι κι εσύ, ρε Φίλιππα, που όλο τρως.

-Σαν τι δηλαδή;  μίλησε ο Φίλιππας με το στόμα γεμάτο.

-Κάτι ενδιαφέρον και σχετικό με τα τεκταινόμενα. Η κουβέντα μας είναι ρεφενέ.

Ο Φίλιππας κατάπιε τη μπουκιά του, σκούπισε το στόμα του με μια χαρτοπετσέτα, έξυσε το κεφάλι του, πήρε το σοβαρό του κι άρχισε.

-Αυτή την εποχή, διαβάζω ένα βιβλίο...

-Διαβάζεις και βιβλία; Πότε, ρε Φίλιππα, τα διαβάζεις; τον πρόγγιξε ο Ρένος

-Στην πιάτσα… Καθόμαστε με τις ώρες. Αφού έχει αναδουλειά. Επαναλαμβάνω. Διαβάζω ένα βιβλίο ενός Χαράμι που λέει ότι: ο Χόμο Σάπιενς επικράτησε των άλλων ανθρωπιδών, Χόμο Νεάτερνταλ. Χόμο Ερέχθους, Χόμο Χάμπιλις κλπ.

-Ποιοι είναι όλοι αυτοί, ρε; Γκέι είναι; απόρησε ο Σταύρος

-Θα μ’ αφήσετε να ολοκληρώσω ή όχι;

-Μια ερώτηση έκανα. Ορίστε, ολοκλήρωσε!

-Λέει λοιπόν, ότι ο Χόμο Σάπιενς επικράτησε των άλλων ανθρωπίδων, όχι γιατί είχε μεγαλύτερο εγκέφαλο αλλά γιατί επινόησε το φαντασιακό, τη μυθοπλασία.

-Τουτέστιν;

-Τους θεσμούς, όπως, ας πούμε, τις θρησκείες και κατ' εξοχήν το χρήμα.

-Μαλακίες λέει αυτός ο Χαράμι. Είναι το χρήμα μυθοπλασία; Τι μας τσαμπουνάς; Και τα πιστεύεις αυτά, ρε Φίλιππα; Χαράμι πάει το διάβασμα, τον διέκοψε ο Σάκης.

-Συγνώμη αλλά τι σχέση έχουν οι τρανς με το χρήμα;  ρώτησε δειλά ο Σταύρος

-Εσύ τι λες; Δεν έχουν; Για κάνε μια βόλτα στη Συγγρού,  πρότεινε ο Μικελάτζελος.

-Εγώ πιστεύω ότι οι τρανς είναι ένα λάθος, είπε ο Ρένος.

-Ο άνθρωπος είναι ένα λάθος, διόρθωσε ο Σάκης.

-Δηλαδή αμφισβητείς το “αλάνθαστο’’ του Θεού; ρώτησε ο Ρένος.

-Αυτό δεν μας λέει ο Φίλιππας; Ότι ο άνθρωπος επινόησε τον Θεό κι όχι το αντίθετο, που δήθεν έφτιαξε τον άνθρωπο κατ’ ομοίωση κι ο άνθρωπος κατά συνέπεια ό,τι φτιάχνει είναι κατ΄ ομοίωση δική του δηλαδή μια σκέτη καταστροφή. Απορώ πώς μπορεί κανείς να πιστεύει ότι θα του επισκευάσει τα θέματά του ένας τυχαίος σύμβουλος, ψυχολόγος, όπως θέλεις πες το.

-Εκτός αν είναι γκομενάρα, πέταξε ο Σταύρος, που είχε και τις αναλαμπές του, και χάθηκε πάσα σοβαρότης.

Ξεσπάσαμε στα γέλια. Οι μπίρες έκαναν αθόρυβα τη δολιοφθορά τους. Στο ραδιόφωνο ο Πορτοκάλογλου τραγούδαγε το:

Κλείνω κι έρχομαι - έρχομαι, φτάνω”.

-Μικελάτζελος τη λυπητερή, παρήγγειλε ο Ρένος.

-Εκατόν είκοσι στρογγυλά, απάντησε αυτός.

-Τι λες, ρε Μικελάτζελο; Είπαμε να πληρώσουμε το λογαριασμό όχι να σε αποζημιώσουμε για την πετρελαιοκηλίδα, διαμαρτυρήθηκε ο Ρένος.

-Εκατόν είκοσι και λίγα λέω. Ήπιατε από πέντε μπίρες ο καθένας, επί τέσσερις νοματαίοι, επί τέσσερα ευρώ, μας κάνουν εκατό και είκοσι χαριστικά για τα μεζέδια.

-Ποια μεζέδια, Μικελάτζελος; Τα λουκάνικα και το τυρί της συμφοράς; Αν δεν τα σέρβιρες, θα τα πέταγες στη χωματερή. Άσε που τα χλαπάκιασε όλα ο Φίλιππας. Ρε συ Φίλιππα, καλύτερα είναι κανείς να σε ντύνει παρά να σε ταΐζει…

-Τα λουκάνικα είναι επώνυμα, το τυρί διάσημο και τα αυγά από κότες με βασιλική καταγωγή. Τι συζητάμε τώρα; Αύριο το κλείνω.

Πληρώσαμε. Τι να κάνουμε; Το κλείνει ο Μικελάτζελος και κλείνει κι η σεζόν.

Πήραμε την ανηφόρα μετά παιάνων φιλοσοφημένων…

…βαρέθηκα τα λόγια

και φεύγω πρώτα εγώ

Δε μένω πια εδώ

σ’ έναν κόσμο γκρεμισμένο,

Δε μένω πια εδώ

κι ούτε ξέρω πού πηγαίνω..’’

-Μάγκες, για να ‘μαι ειλικρινής, ούτε εγώ εμπιστεύομαι τους ψυχολόγους, αν και δεν είναι πολίτικλι κορέκτ να γενικεύουμε, δήλωσα με το στόμφο της σούρας, μόλις στριμωχτήκαμε στο ταξί του Σταύρου για το ντελίβερι της επιστροφής. Η ζωή μου ΄μαθε ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός προσομοιάζει με το ροκφόρ. Δώστε βάση. Όταν δημιουργείται αρχικά ένα κεφάλι ροκφόρ, είναι ολόλευκο, μέσα κι έξω. Ο τυροκόμος το τρυπάει παντού, με μακριές, ατσάλινες βελόνες, κι έτσι αρχίζει να εμφανίζεται η μούχλα. Αυτό δεν είναι απαραίτητα βλαβερό. Από τις τρύπες περνάει οξυγόνο στο εσωτερικό των κεφαλιών, γιατί το  οξυγόνο είναι το κλειδί της επιβίωσης της μπλε μούχλας. Άπαξ και παρεισφρήσει στο τυρί, η μούχλα πολλαπλασιάζεται από το κέντρο προς τα έξω, ωριμάζοντας το τυρί, καθώς οδεύει ακάθεκτο προς τη φλούδα. Αυτό είναι το μυστικό. Τα ροκφόρ ωριμάζουν με τη δράση της μούχλας.

Κι ενώ όλοι ξέμειναν σιωπηλοί προσπαθώντας να πιάσουν το ευρύτερο νόημα, εγώ συνέχεια.

-Έτσι είναι κι ο άνθρωπος. Γεννιέται αγνός κι αμόλυντος. Όσο μεγαλώνει πέφτει πάνω σε εμπειρίες κι οι εμπειρίες μας, κυρίως οι δυσάρεστες, ανοίγουν πληγές στον ψυχικό μας κόσμο που μολύνονται από αρνητικά συναισθήματα. Αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Είναι στοιχείο ωρίμανσης κι αν το αποδεχτούμε, αν το κατανοήσουμε, αποκτάμε καλύτερη σχέση με την πραγματικότητα, με τους άλλους και με τον εαυτό μας.

-Μπράβο, ρε Λέων. Πάντα μιλάς τελευταίος και βάζεις τα πράγματα στη σωστή τους θέση, αναφώνησε ενθουσιασμένος ο Φίλιππας.

-Μεταξύ μας… Αυτό είναι δικό σου ή κάπου το διάβασες; ρώτησε δύσπιστα ο Σάκης.

-Αυτό που μας ξεφούρνισε τώρα ο Λέων είναι μια μυθοπλασία. Αυτό εννοεί κι ο Χαράμι, συμπλήρωσε δικαιωμένος ο Φίλιππας.

-Ναι, αλλά εσύ δεν μας είπες πώς γίνεται το ροκφόρ; τον αποστόμωσε ο Σταύρος.

-Σταύρο, σκάσε… φώναξαν εν χορώ όλοι μαζί.

_

γράφει ο  Νίκος Γιαννόπουλος 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Ερωτηματολόγιο 2018

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!