Την ιστορία που πρόκειται να σας αφηγηθώ, δεν την έχω πει σε πολλούς, μιας και φοβάμαι ότι θα με περάσουν για τρελό ή ψεύτη. Όλα όσα θα σας εξιστορήσω παρακάτω είναι αναμφισβήτητα αληθινά, γι' αυτό θα σας παρακαλούσα να μην παρασυρθείτε από άλλες παρόμοιες ιστορίες, γιατί καμία σχέση δεν έχει με αυτές.

Στο μπαρ που σύχναζα, το αγαπημένο μου ποτό ήταν το ρούμι. Η παρέα μου έπινε το ίδιο ποτό και πολλές φορές παραπονιόμασταν στο αφεντικό του μπαρ γιατί δεν μας σέρβιρε κάτι το ξεχωριστό και αρκούμασταν στις συνηθισμένες μάρκες. Επιπλέον, η παρέα μου δίψαγε για καινούργιες εμπειρίες.  

Εντέλει, έπειτα από μεγάλη πίεση δέχτηκε να μας σερβίρει από ένα μπουκάλι ρούμι το οποίο ήταν τόσο παλιό που κανένας ειδικός δεν μπόρεσε να ανακαλύψει πότε, πού και από ποιόν φτιάχτηκε.

Αφού μας το σέρβιρε, όλη  η παρέα φανερά ικανοποιημένη άρχισε να πίνει, συγχαίροντας τον μπάρμαν γι' αυτή την γενναιοδωρία του. Αυτό όμως δεν κράτησε για πολύ, αφού στο τέλος της νύχτας, και αφού αδειάσαμε τα ποτήρια μας, ο καθένας από την παρέα μου βρέθηκε σε μια παλιά εποχή, γύρω στα χίλια επτακόσια δώδεκα, που υποψιάζομαι ότι ήταν η εποχή που παρασκευάστηκε το ρούμι που ήπιαμε την προηγούμενη νύχτα.   

Το πιο δαιμόνιο όμως ήταν, ότι ο καθένας μας βρέθηκε θανάσιμος εχθρός του άλλου και αναγκασμένος να βάλει τέλος στη ζωή των πρώην επιστήθιων φίλων του για να επιζήσει.

Από την παρέα εκείνη, μόνο εγώ επέζησα, αφού - καλώς ή κακώς - κατάφερα να εξοντώσω όλους όσους είχαν πιει από εκείνο το καταραμένο μπουκάλι ρούμι και γι' αυτό ήμουν σε θέση να σας αφηγηθώ αυτή την τελείως αληθινή αλλά και συνάμα τόσο παράξενη ιστορία.

_

γράφει ο Αδαμάντιος Τσακαλούδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!