Select Page

Το στίγμα του φθινοπώρου

Το στίγμα του φθινοπώρου

“Ο μόνος δρόμος είναι μια νέα αρχή...”, σκέφτηκε ο Μανώλης κοιτάζοντας τον πρώτο ήλιο του Φθινοπώρου ν' ανατέλλει από το παράθυρο του σπιτιού του στο ακριτικό Καστελλόριζο. “Θα το κάνω για μένα, κι ας είναι το τέλος της διαδρομής. Όσο πικρό και δύσκολο κι αν είναι για μένα θα γίνει η αρχή για μια νέα ζωή, θα φύγω απ' το νησί”, μονολόγησε κι ευθύς στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του περασμένου καλοκαιριού που τον είχε σημαδέψει όσο κανένα άλλο. Δεν έπρεπε ωστόσο να μείνει κολλημένος στο καλοκαίρι που σαν μάγισσα τον τραβάει με τα θέλγητρα της και να λησμονήσει το στόχο του.

Ο ίσκιος του Φθινοπώρου, που καλύπτει με τα κιτρινοκόκκινα φύλλα του κάθε καινούρια αρχή, για τον Μανώλη θα γινόταν ο οδηγός για το ταξίδι της ζωής του, που απλωνόταν μπροστά του σαν ένας απέραντος ωκεανός, αλλά και σαν ένα ψηλό και απόκρημνο βουνό. Τι κι αν φθινοπώριασε, στην καρδιά του τ' όνειρο ακόμα φώλιαζε να ζήσει ελεύθερος και να γίνει καλός άνθρωπος. Μια τόσο απλή σκέψη, μα τόσο δύσκολη και επίπονη στους δύσκολους αυτούς καιρούς. Το Φθινόπωρο θα γινόταν η άνοιξη της ψυχής του, το εφαλτήριο για τον επαναπροσδιορισμό των στόχων του.

Αποφάσισε τότε να κάνει μια βόλτα για να αποχαιρετίσει όσα αγάπησε. Το ελαφρύ φθινοπωρινό αεράκι του Αιγαίου χτυπούσε το πρόσωπο του σαν μια υπενθύμιση αφύπνισης και επαγρύπνησης, ενώ στο μυαλό του πια υπήρχε μόνο η γριά γιαγιά του, που τον είχε μεγαλώσει, αφού οι γονείς του είχαν σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ένα Νοέμβρη, πριν δεκαπέντε χρόνια, όταν ήταν μόλις τεσσάρων ετών. Θυμόταν μόνο το γοερό του κλάμα γι' αυτόν τον τόσο απρόσμενο και μόνιμο αποχαιρετισμό.  Η παιδική του ψυχή είχε συνδέσει τους ήχους και τ' αρώματα του Φθινοπώρου  με το θάνατο και δεν έπαψε ποτέ να κατηγορεί το Φθινόπωρο και τη βροχή γι' αυτή την απώλεια, όσα χρόνια κι αν πέρασαν. Γι' αυτό και πλέον αποφάσισε πως η κατάλληλη εποχή για την αλλαγή που τόσο ονειρευόταν είναι το Φθινόπωρο, για ν' απαλλαγεί απ' τα φαντάσματα του παρελθόντος.

 

Καθώς τριγύριζε βυθισμένος στις σκέψεις του στα σοκάκια της Χώρας, τα σύννεφα θολώσανε και  αισθάνθηκε ένα ρίγος να τον διαπερνά. Δεν προερχόταν από τις νότες ρομαντισμού του Φθινοπώρου, ούτε από τη γλυκιά μελαγχολία της εποχής, αλλά από την ψυχή του. Αισθάνθηκε σαν ένα κομμάτι της να αποκολλάται για πάντα, χωρίς όμως να ξέρει το γιατί. Αμέσως ο νους του πήγε στο κακό.

“Μακάρι να είναι καλά η γιαγιά Ελένη”, σκέφτηκε και πήρε με γρήγορα βήματα το δρόμο για το σπίτι. Μόλις έφτασε στην αυλή η καρδιά του πάγωσε.

Μπήκε στο σπίτι και βρήκε τη γιαγιά πεσμένη στο πάτωμα. Δεν ήθελε  να πιστέψει πως αυτό που ζούσε ήταν αλήθεια. Ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί. Το Φθινόπωρο τον πλήγωνε για ακόμα μία φορά, σαν άγγελος του θανάτου, του είχε στερήσει ό,τι είχε αγαπήσει! Κλαίγοντας βγήκε στην αυλή και φώναξε: “Θα φύγω από εδώ... όσο και αν με πονάει το Φθινόπωρο, μου δίνει την ευκαιρία να αναγεννηθώ!”

 

_

γράφει ο Αλέξανδρος Πήχας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!