Αγαπημένη μου Μαρία,

Τα μάτια μου είναι θολά και το χέρι μου τρέμει· ελπίζω να μπορείς να διαβάσεις τα άχαρα γράμματά μου. Είμαι αδύναμος και κουρασμένος. Με το ζόρι σηκώθηκα από το κρεβάτι, κι ας έλεγε ο γιατρός να μην το κάνω. Έπρεπε. Ήθελα να σου γράψω.
Έχω ήδη τρεις μέρες εδώ μέσα, όπως ξέρεις, και κάθε μέρα ξημερώνει και πιο δύσκολη. Όταν ανοίγω τα μάτια μου το πρωί, εκπλήσσομαι που είμαι ακόμη ζωντανός. Δε θα βγάλω τη βδομάδα, είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Δεν με πειράζει όμως. Έζησα πολύ. Έζησα καλά. Έζησα μαζί σου και αυτό μου φτάνει.
58 χρόνια γάμου και κοινής ζωής. Ποιος να μας το ’λεγε τότε, ότι θα αγαπιόμασταν μέχρι και σήμερα τόσο πολύ. Ζήσαμε χαρές και λύπες, γέλια και κλάματα, χαμόγελα και δυσκολίες. Και τα περάσαμε όλα μαζί. Πάντα με φρόντιζες όσο μπορούσες. Πάντα προσπαθούσα να στέκομαι στο πλάι σου. Πάντα μ’ αγαπούσες. Πάντα σ’ αγαπούσα.
Όταν θα φύγω, μην κλάψεις. Δε θέλω να στεναχωριέσαι. Πονάω όταν σκέφτομαι πως θα πονέσεις. Μα, κρυφά, χαίρομαι λιγάκι που θα φύγω πριν από σένα. Δε θα το άντεχα να σε δω να πεθαίνεις. Δε θα άντεχα τέτοια ζωή.
Μην κλάψεις. Κι αν σου έρθει, κοίτα γύρω σου. Κοίτα τι καταφέραμε! Υπέροχα παιδιά, υπέροχα εγγόνια. Μια κοινωνία ολόκληρη! Πες τους ότι ήμουν πάντα περήφανος γι’ αυτούς, για τον καθένα ξεχωριστά. Θέλω να το ξέρουν. Ίσως να μην τους το είπα αρκετές φορές.
Ίσως να μην είπα και σε σένα αρκετές φορές το «σ’ αγαπώ». Και το μετανιώνω τώρα, τώρα που ξέρω πως δεν έχω χρόνο να αναπληρώσω τις χαμένες ευκαιρίες. Γι’ αυτό στο γράφω εδώ, για να το διαβάσεις μονάχη σου πολλές φορές, για να είναι σα να στο λέω εγώ, για να μη νιώθεις μόνη.
Σ’ αγαπώ.
Σ’ ευχαριστώ για την υπέροχη ζωή.

Με αγάπη,
Πέτρος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!