τοβιβλίο.net

Select Page

Το τραγούδι του Χιλμπίλη, του Τζέιμς Ντέιβιντ Βανς

Το τραγούδι του Χιλμπίλη, του Τζέιμς Ντέιβιντ Βανς

«Το τραγούδι του Χιλμπίλη» είναι η προσωπική μαρτυρία ενός ανθρώπου που γεννήθηκε στις Μεσοδυτικές Πολιτείες της Αμερικής, σε μια περιοχή χαμηλού οικονομικού και εκπαιδευτικού δείκτη, και κατάφερε μετά από μια σειρά γεγονότων και προσωπικής οξυδέρκειας να ξεφύγει από την πεπατημένη των συμπολιτών του και να σπουδάσει Νομικά στο Γέιλ. Η εξιστόρηση της ζωής του δεν έχει τουπέ ούτε αέρα σνομπισμού, αντίθετα, παρατίθενται στον αναγνώστη όλα ανεξαιρέτως τα στραβά αλλά και τα καλά που βίωσε ο συγγραφέας σε μια οικογένεια με μια μάνα έγκυο πριν καν ξεκινήσει τις σπουδές της και αργότερα χρήστη ουσιών, με τον παππού και τη γιαγιά, παρ’ όλο το ιδιόρρυθμο και αντιπαιδαγωγικό στυλ ζωής τους, να έχουν στον νου τους κι αυτόν και την αδελφή του, με υποψήφιους πατριούς να εναλλάσσονται σχεδόν κάθε μήνα, σε μια σχολική κοινότητα με πολλά παιδιά υποψήφια για «βαποράκια» ή χρήστες των κουπονιών κοινωνικής μέριμνας του κράτους. Και όλα αυτά όχι τόσο για να πει «τα κατάφερα» όσο, με αφορμή τα βιώματά του, να δείξει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Αμερικανικού Ονείρου, ειδικά στην περιοχή που μεγάλωσε και έζησε, να εφαρμόσει τα γεγονότα σε στατιστικές και να δείξει καταφανώς πού χωλαίνει το σύστημα και πώς θα μπορούσε κάτι ν’ αλλάξει.

Η στρωτή και καλογραμμένη βιογραφία του James David Vance είναι γεμάτη από εύστοχες παρατηρήσεις πάνω στην καθημερινότητά του, καίρια σχόλια ως προς τις οικογενειακές, κοινωνικές και σχολικές συμπεριφορές που κλήθηκε ν’ αντιμετωπίσει και δείχνει πως είναι ένας άνθρωπος που δεν «αφήνει τίποτα να πέσει κάτω». Σχολιάζει και σημειώνει τα πάντα, τα εντοπίζει σε μελέτες και δημοφιλείς τηλεοπτικές εκπομπές και άρθρα, κάνοντας έτσι συλλογισμούς που δημιουργούν μια πληρέστατη και ενεργητική εικόνα της Μεσοδυτικής Αμερικής. Η αφήγηση ξεκινάει από το γεωγραφικό στίγμα του τόπου γέννησής του, συνεχίζει με την καταγραφή των ανθρώπων που τον μεγάλωσαν (οι παππούδες του ήταν γνήσιοι χιλμπίληδες, κάτι που του  δίνει το έναυσμα να αναφερθεί διεξοδικά σε αυτήν την έννοια), προχωράει στα δικά του παιδικά και σχολικά χρόνια για να καταλήξει στον αγώνα της εφηβείας, στην κατάταξή του στους Πεζοναύτες και στις σπουδές του.

Ο συγγραφέας γεννήθηκε και μεγάλωσε φτωχός στη «Ζώνη της Σκουριάς», μια εκτεταμένη γεωγραφική περιοχή που έχει επίκεντρο τις Μεσοδυτικές Πολιτείες κι έχουν έντονες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες από την παρακμή της βαριάς βιομηχανίας, και συγκεκριμένα σε μια πόλη του Οχάιο. Οι φίλοι και οι συγγενείς του ανήκουν στους χιλμπίληδες, μια ιδιαίτερη εθνοφυλετική ομάδα εργατικής τάξης χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση και με καταγωγή σκωτοϊρλανδική. «Για τους ανθρώπους αυτούς η φτώχεια αποτελεί οικογενειακή παράδοση» και οι Αμερικανοί τους αποκαλούν «λευκά σκουπίδια». Οι πρόγονοί τους ήταν εργάτες γης στη δουλοκτητική οικονομία του αμερικανικού νότου, αργότερα έγιναν κολίγοι, ανθρακωρύχοι, εργάτες σε εργοστάσια. Τα γνωρίσματά τους αγκάλιασε και κατέγραψε ο J. D. Vance σε αυτό το βιβλίο. «Το χάος γεννάει χάος. Η αστάθεια γεννάει αστάθεια. Καλώς ήρθατε στην οικογενειακή ζωή του Αμερικανού χιλμπίλη» (σελ. 317).

Γιατί να ενδιαφέρει μια τέτοια εξιστόρηση το ελληνικό κοινό; Κατ’ εμέ, εκτός από τον συναρπαστικό τρόπο με τον οποίο καταγράφονται οι άνθρωποι και τα γεγονότα, μου έκανε εντύπωση πόσο καλά έμαθε τους χαρακτήρες από τον περίγυρό του ενώ ταυτόχρονα μελετούσε, διάβαζε έρευνες, παρακολουθούσε και κατέγραφε τις αλλαγές και τις εξελίξεις στον μικρόκοσμό τους και ταυτόχρονα στην αμερικανική κοινωνία. Ίσως να μη φανεί ελκυστικό το american story ενός ξένου με την ελληνική νοοτροπία και κουλτούρα συγγραφέα, δε γίνεται όμως να μη θαυμάσεις τις διαχρονικές και καίριες παρατηρήσεις πάνω στους συνεκτικούς δεσμούς των χιλμπίληδων και την αλληλεπίδρασή τους με τον τόπο που τους φιλοξενεί και στον οποίο πληρώνουν φόρους. Άλλωστε, αυτοί οι άνθρωποι έζησαν μια τρομακτική και ρηξικέλευθη αλλαγή στη ζωή τους όταν σε αυτές τις περιοχές, στις οποίες είχαν αγκιστρωθεί και σχεδόν περικλειστεί, έκλεισαν οι βιομηχανίες που τους έδιναν δουλειά, αναγκάζοντάς τους έτσι είτε σε εσωτερική μετανάστευση είτε στην ένδεια γιατί δεν είχαν τα εφόδια ή τα χρήματα ή τη διάθεση για κάτι άλλο. Αυτό μου θύμισε αρκετά το κύμα αστυφιλίας της ελληνικής επαρχίας αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο. Οι άνθρωποι που μπορούσαν έφυγαν από τα χωριά για ένα καλύτερο αύριο κι όσοι έμειναν πίσω κλείστηκαν στον εαυτό τους και στον τόπο τους.

Πολλά συμπεράσματα και σχόλια βρίσκουν εφαρμογή και σε άλλα, πλην της Αμερικής, κοινωνικά μοντέλα, όπως το κάτωθι: «Οι χώροι πολιτισμού είναι που το εγκατέλειψαν γιατί στο Μίντλτάουν δεν υπήρχαν πια αρκετοί καταναλωτές για να στηρίξουν αυτούς τους χώρους. Και γιατί δεν υπήρχαν αρκετοί καταναλωτές; Γιατί δεν υπήρχαν αρκετές θέσεις απασχόλησης για να εργαστούν αυτοί οι καταναλωτές» (σελ. 81). Ένας φαύλος κύκλος λοιπόν από τον οποίο δύσκολα μπορεί να ξεφύγει ένα παιδί που γεννιέται στο κέντρο ακριβώς αυτού του κύκλου, με γονείς χωρίς εφόδια και πόλη χωρίς αύριο ενώ ταυτόχρονα το κράτος δεν κάνει και πάρα πολλά πράγματα για τη βελτίωση αυτού του επιπέδου ζωής. Στο κείμενο αναλύονται διεξοδικά η κοινωνική μέριμνα του κράτους, το εκπαιδευτικό σύστημα (όπως λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια μια δασκάλα: «Θέλουν να είμαστε οι βοσκοί αυτών των παιδιών. Αλλά κανείς δε θέλει να συζητήσει το γεγονός ότι πολλά απ’ τα παιδιά αυτά τα μεγαλώνουν λύκοι», σελ. 179), οι ενδοοικογενειακές σχέσεις σε μια κοινωνία καταδικασμένη να ζήσει χωρίς όνειρα και η στάση της Εκκλησίας σε όλο αυτό: «Στον τσακισμένο κόσμο που έβλεπα γύρω μου -και στους ανθρώπους που έδιναν μάχη μέσα σε τούτο τον κόσμο- η συμπαράσταση της θρησκείας ήταν χειροπιαστή: βοηθούσε τους ανθρώπους να μείνουν όρθιοι» (σελ. 139).

Ο συγγραφέας δε χαρίζεται σε κανέναν: «Τα παιδιά μας φοράνε καλά ρούχα που τ’ αγοράζουμε με τοκογλυφικά δάνεια ή με πιστωτικές κάρτες με πανύψηλα επιτόκια. Αγοράζουμε σπίτια που δεν τα χρειαζόμαστε, τα ξαναϋποθηκεύουμε για να ‘χουμε λεφτά για ξόδεμα και μετά χρεωκοπούμε επισήμως, αφήνοντας τα σπίτια μας γεμάτα σκουπίδια… Κι όταν η σκόνη κατακάτσει -όταν βαρέσουμε το κανόνι ή κάποιος συγγενής μας ξελασπώσει από τις ηλιθιότητές μας- δεν απομένει τίποτα. Τίποτα για τα δίδακτρα των παιδιών στο πανεπιστήμιο, καμιά επένδυση για ν’ αυξηθεί η οικογενειακή περιουσία, κανένα κομπόδεμα στην άκρη για ώρα ανάγκης, έτσι και χάσει κάποιος τη δουλειά του» (σελ. 206).

Ο ίδιος ο J. D. Vance έζησε σκληρά και δύσκολα παιδικά χρόνια, όντας μάρτυρας σε σκηνές εκπάγλου καλλονής, που του άφησαν ψυχοσυναισθηματικά εμπόδια όσο μεγάλωνε. Ένταση, καβγάδες, βρισιές και ξύλο (όχι συστηματική κακοποίηση αλλά κλωτσοπατινάδα ως απαραίτητο αξεσουάρ ενός καβγά), ηθικός ευτελισμός της μητέρας του, μια γυναίκα που θα έπρεπε να έχει ως πρότυπο κι ως εκ τούτου εκείνη να προσέχει τη συμπεριφορά της. Μετά από πάμπολλα τέτοια παραδείγματα ψυχικού και σωματικού εκπεσμού της μητέρας του, τελικά το παιδί κατέληξε να μεγαλώσει με τον παππού και τη γιαγιά, τον Πάπω και τη Μέμω του, όπως τους αποκαλούσε χαϊδευτικά. «Οι συνεχείς μετακινήσεις κι οι διαρκείς καβγάδες, το ασταμάτητο γαϊτανάκι νέων ανθρώπων που έπρεπε να γνωρίσω, να μάθω ν’ αγαπώ και μετά να ξεχάσω: αυτοί ήταν οι πραγματικοί λόγοι που δεν είχα πρόσβαση σ’ ευκαιρίες στη ζωή μου και όχι το κακό δημόσιο σχολείο μου» (σελ. 179).

Απορώ πώς κατάφερε όχι μόνο να γλυτώσει και να προκόψει στη ζωή του αλλά να έχει και το σθένος να συγκεντρώνει όλα αυτά τα περιστατικά για να εξάγει αληθινά, λογικά και τεκμηριωμένα συμπεράσματα: «Τα σπίτια μας είναι ένα χάος. Ουρλιάζουμε ο ένας στον άλλο σα να ‘μαστε θεατές σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Τουλάχιστον ένα μέλος της οικογένειάς μας κάνει χρήση ναρκωτικών –άλλοτε ο πατέρας, άλλοτε η μητέρα, άλλοτε κι οι δυο. Τις εποχές που το άγχος είναι μεγάλο, ρίχνουμε ξύλο ο ένας στον άλλο, πάντοτε μπροστά σ’ όλη την οικογένεια, συμπεριλαμβανομένων των μικρών παιδιών. Πολλές φορές οι γείτονες μας ακούνε. Κακή μέρα είναι όταν οι γείτονες καλούν την αστυνομία για να διακόψει την παράσταση. Τα παιδιά μας πάνε σε ανάδοχους γονείς αλλά ποτέ δε μένουν πολύ καιρό. Τους ζητάμε συγνώμη… Όταν είμαστε παιδιά δε διαβάζουμε, ούτε βάζουμε τα παιδιά μας να διαβάσουν όταν είμαστε γονείς. Τα παιδιά μας τα πάνε άσχημα στο σχολείο. Μπορεί να τους θυμώσουμε αλλά ποτέ δεν τους προσφέρουμε τα εργαλεία -π. χ. οικογενειακή ηρεμία και γαλήνη- για να τα πάνε καλύτερα» (σελ. 207). Κι όμως, αντί να γυρίσει την πλάτη του σε αυτούς τους ανθρώπους, παρατήρησα πως γράφει γι’ αυτούς με πρωτόφαντη τρυφερότητα και χωρίς μνησικακία. Τους κρατάει το χέρι όποτε χρειάζεται αλλά δε διστάζει και να τους απομακρύνει αν κινδυνεύει η ψυχοσωματική του ακεραιότητα. Με τόσα ακραία παραδείγματα που εκτυλίσσονται μπροστά του δεν το βάζει στα πόδια ούτε μετατρέπει το χάος σε μίσος για να προστατευτεί. Παίρνει όποιο στοιχείο μπορεί να του κάνει καλό και το τοποθετεί στον ψυχισμό του στην κατάλληλη θέση για να ωριμάσει!

«Το τραγούδι του χιλμπίλη», μια φροντισμένη και καλαίσθητη έκδοση από το νεότευκτο «Δώμα», είναι το δεύτερο της σειράς Testimonia και περιγράφει με αντικειμενικότητα, στοχαστικότητα και λίγο χιούμορ τις συνθήκες ζωής των χιλμπίληδων των Μεσοδυτικών Πολιτειών, μιας κάστας θα έλεγα που, ως απότοκο της ελαχιστοποίησης των θέσεων εργασίας και των ελάχιστων ευκαιριών εκπαίδευσης και βελτιστοποίησης της ζωής τους, βιώνουν σκηνές μιας καθημερινότητας σκληρής, δύσκολης και αντιπαιδαγωγικής. Αναπόφευκτα, το ένα βήμα φέρνει το επόμενο και όλα μαζί οδηγούν στην περιθωριοποίηση, την καταπάτηση της αξιοπρέπειας, την αγωνία για ένα καλύτερο αύριο που δε θα έρθει ποτέ. Ο ακριβοδίκαιος συγγραφέας αναλύει τεκμηριωμένα, υποστηρίζει με σθένος τις απόψεις του, αναλύει πάμπολλα παραδείγματα που ο ίδιος βίωσε και εξηγεί στον αναγνώστη πως πρέπει κάποια στιγμή να πάψουμε να κατηγορούμε τους άλλους και ν’ αρχίσουμε να κοιτάμε μέσα μας, όσο πιο βαθιά γίνεται. Αν όχι για μας, για τα παιδιά που θα φέρουμε στον κόσμο.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος