Select Page

Το φάντασμα

Το φάντασμα

Μικρές εστίες φωτιάς ήταν απλωμένες στην πλατεία του χωριού και χάιδευαν λάγνα τη νύχτα. Με τις πύρινες γλώσσες τους καταβρόχθιζαν λαίμαργα κλωνάρια ρίγανης αλλά και μαγιάτικα στεφάνια, απελευθερώνοντας στην ατμόσφαιρα αρώματα καλοκαιρινά. Μοσχομύρισε ο τόπος από τα θυμιατά της φύσης και κοινώνησε μια ανείπωτη χαρά, στον ερχομό των επισκεπτών που ήρθαν από τα γύρω χωριά και τις πόλεις, για να γιορτάσουν το έθιμο του Κλήδονα.

Η βραδιά ήταν ήσυχη, ζεστή, μ' ένα  φεγγάρι ολόγιομο. Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του, το χωριό ξανάνιωνε από τα γέλια των νεαρών κοριτσιών και αγοριών που πηδούσαν αγκαλιασμένα πάνω από τις φωτιές. Με φιλήδονες ματιές που άγγιζαν τις σπίθες του έρωτα και με κορμιά που σκιρτούσαν στη φλόγα του πόθου, ξυπνούσαν το έθιμο που είχε μείνει κοιμισμένο στο σεντούκι του χρόνου, για έναν αιώνα περίπου. Οι μεγαλύτεροι σιγοντάριζαν με τραγούδια τον ξέφρενο χορό τους, ενώ οι νεότεροι γύριζαν από τραπέζι σε τραπέζι και κερνούσαν εδέσματα της τοπικής κουζίνας. Εκείνο το βράδυ, άνθρωποι και φύση βρίσκονταν σε μια χαρούμενη κίνηση. Μέχρι κι οι αεικίνητες νυχτοπεταλούδες φτεροκοπούσαν χαρούμενες γύρω από τις φλόγες, ενώ ο γερο-πλάτανος έσμιγε το μονοφώνι του γρύλου με τις νότες από τα ηχεία, που ήταν κρεμασμένα επάνω του, συμμετέχοντας κι αυτός στη σύνθεση του ύμνου για την ακμή του θέρους.

Οι μόνες σιωπηλές νότες σε αυτό το σκηνικό, ήταν μια κουκουβάγια που είχε λουφάξει στο κλαδάκι της, τα παιδιά που έπαιζαν σε μια άκρη της πλατείας με τα κινητά τους τηλέφωνα και η εκατοχρονίτισσα γιαγιά Νίκαινα. Η τελευταία, καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα στον ροζιασμένο κορμό του πλάτανου και με τα θαμπά της μάτια, που έμοιαζαν να τα έχουνε ρουφήξει οι αιώνες, κοιτούσε τριγύρω αδιάφορα.

Το γλέντι είχε ανάψει για τα καλά, όταν δυο λέξεις ξεχασμένες κύλησαν από στόμα σε στόμα κι έφεραν μεγάλη αναστάτωση. «Το φάντασμα!», φώναζαν τα παιδιά, που ξαφνικά ξεσηκώθηκαν κι έτρεχαν αναψοκοκκινισμένα πάνω κάτω στην πλατεία. «Το φάντασμα!», επαναλάμβαναν κι οι μεγάλοι, που κοιτούσαν σαστισμένοι μια αλλόκοτη μορφή να αργοσαλεύει πάνω στην μάντρα του νεκροταφείου, στην απέναντι πλαγιά του βουνού. Είχε μια όψη τρομακτική, κάτι ανάμεσα σε ανθρώπινο κρανίο και μυθικό ζώο και οι  δυνατές κραυγές της, τύλιγαν το χωριό με μια ατμόσφαιρα μυστηρίου.

Η μουσική σταμάτησε. Τα τραγούδια σώπασαν. Οι χοροί πάγωσαν. Το χωριό βουβάθηκε.

Η γιαγιά, που μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόταν ατάραχη, άρχισε να ανασαλεύεται, όταν από τα κούτσουρα της μνήμης της ξεκόρμισαν ατίθασα οι σπίθες και αχνοφώτισαν αλαργινές εικόνες, που είχαν μείνει παγωμένες στο χρόνο. Οι θύμησες ενός λησμονημένου παιχνιδιού και μιας ξεθωριασμένης ομάδας παιδιών, την ταξίδεψαν κάπου εννέα δεκαετίες πίσω, παραμονή του Κλήδονα και τότε.

Απόγευμα ήταν, θυμόταν πως ο ήλιος δεν είχε ακόμη βασιλέψει. Ενώ οι μεγάλοι προετοιμάζονταν για το γλέντι, όλα τα παιδιά είχαν μαζευτεί σε μια αλάνα κι έπαιζαν με τα αυτοσχέδια παιχνίδια τους. Έτοιμα παιχνίδια δεν υπήρχαν τότε. Στην καλύτερη περίπτωση, έπαιζαν με μπάλες πλεγμένες από φθαρμένα νήματα ή με κούκλες από κουρελάκια. Για την ποικιλία, χρησιμοποιούσαν ό,τι τους προσέφερε το περιβάλλον, έμψυχο ή άψυχο, όπως εκείνη η χελώνα που έτυχε να περάσει από μπροστά τους και πυροδότησε τη φαντασία τους.

Αμέσως άρχισαν μυστικές συνεννοήσεις, επιστρατεύτηκαν χρήσιμα αντικείμενα από σπίτια και κατώγια και το σχέδιο, που έμελλε να αφήσει το δακτυλικό του αποτύπωμα στο χωριό, οργανώθηκε στην εντέλεια και επισφραγίστηκε μ' έναν όρκο σιωπής, που έδεσε τα παιδιά με ένα επτασφράγιστο μυστικό. Το πιο μεγαλόσωμο, αφού έβαψε το πρόσωπό του με καρβουνόσκονη, αφήνοντας ακάλυπτα μόνο τα μάτια και το στόμα, κόλλησε με αλευρόκολλα δυο χοντρά κεριά πάνω στο καβούκι της χελώνας, πήρε μαζί του ένα μεγάλο χωνί, δυο καπάκια από τεντζερέδια, έναν καθρέπτη και κίνησε για το βουνό.

Είχε βραδιάσει πια, όταν στην πλατεία το γλέντι είχε φτάσει στο απόγειό του. Η χαρά ήταν ορατή στα πρόσωπα των ανθρώπων που χόρευαν, τραγουδούσαν και πηδούσαν πάνω από τις φωτιές. Ξάφνου, ένας ήχος απόκοσμος έσκισε, σαν σιδερένια λάμα, το σκοτάδι και η ηχώ του ταξίδεψε ανάμεσα από το διάσελο, για να φτάσει στο χωριό ακόμη πιο βροντερή.

Η μουσική σταμάτησε απότομα. Τα παιδιά έτρεχαν από δω κι από κει αλαλάζοντας: «Ένα φάντασμα!». Όλοι έστρεψαν το βλέμμα προς το βουνό και αντίκρισαν μια μορφή, ανατριχιαστικά τρομακτική, να αργοσέρνεται πάνω στην μάντρα του νεκροταφείου και να πετάει φλόγες. Τη συνόδευε μια λάμψη, που έσμιγε με το φως του φεγγαριού και δημιουργούσε αναλαμπές, κάνοντας τη μορφή να παίρνει τεράστιες διαστάσεις.

Τα κορμιά των ανθρώπων μυρμήγκιασαν από τον πανικό. Φωνές, τσιρίδες, κλάματα τάραξαν την ησυχία της νύχτας και έντρομες οι γυναίκες μάζεψαν τα παιδιά στην αγκαλιά τους. Τα σκυλιά αλυχτούσαν κι έτρεχαν να κρυφτούν. Μια κουκουβάγια, που καθόταν ασάλευτη στην πυκνή φυλλωσιά του νιόφυτου πλάτανου, πετάρισε με δύναμη και χάθηκε σα να την κατάπιε το φεγγάρι που, γκαστρωμένο και τότε, κυοφορούσε μυστήρια. Όσο περνούσε η ώρα, η μορφή και η φωνή του θέριευαν, σαν να τρέφονταν από το φόβο και την αγωνία των ανθρώπων. Ο παπα-Γιώργης  έκανε το σταυρό του κι έτρεξε στην εκκλησιά να πάρει το θυμιατό, ψελλίζοντας προσευχές. Οι άντρες άναψαν τους πυρσούς και ξεκίνησαν για το βουνό αλλά πριν προλάβουν να φτάσουν, οι φλόγες γιγαντώθηκαν και μια μεγάλη πυρκαγιά ξέσπασε στη θέση τους. Αν δεν κινητοποιούνταν εγκαίρως, άνθρωποι και σπίτια θα γίνονταν βορά στις ορέξεις του, όπως εκείνα τα ελαιόδεντρα που δεν κατάφεραν να σώσουν.

Το κυριακάτικο πρωινό που ξημέρωσε βρήκε τους κατοίκους άυπνους, με τις σκέψεις στοιχειωμένες από την παρουσία του φαντάσματος. Με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας έτρεξαν στην εκκλησιά. Ο παπα-Γιώργης, που από την αρχή δεν είδε με καλό μάτι το έθιμο, μετά τη λειτουργία εξαπέλυσε μύδρους και προειδοποίησε τους χωριανούς πως το κακό θα γινόταν ακόμη μεγαλύτερο, αν συνέχιζαν να γιορτάζουν τον άγιο, προστάτη του χωριού τους, με έθιμα παγανιστικά. Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και από τότε, έθιμο και φάντασμα κοιμήθηκαν στην αγκαλιά του χρόνου. Τα παιδιά δεν αποκάλυψαν ποτέ το μυστικό τους, πιστά στον όρκο που έδωσαν αλλά και από το φόβο της τιμωρίας που τα περίμενε.

Αναστέναξε η γιαγιά Νίκαινα καθώς θυμόταν τα παλιά και τα μάγουλά της πύρωσαν, μπορεί από τη ζέστα, μπορεί κι από την συγκίνηση. Χρόνια είχε να νιώσει τέτοιο συναίσθημα. Ήταν παγωμένο κι αυτό μαζί με τόσα άλλα στο κερωμένο της πρόσωπο, που χρειάστηκε η φωτιά της μνήμης να το λιώσει, για να γλιστρήσει ζεστό στα αυλάκια των ρυτίδων της.

«Το φάντασμα!». «Το φάντασμα!». Οι λέξεις που έφταναν στα αυτιά της όλο και πιο δυνατά, την επανέφεραν βίαια στο παρόν και κοίταξε γύρω της σαστισμένα. Όλοι είχαν στραφεί στην πλαγιά του βουνού και κοιτούσαν εκστασιασμένοι. Κάποιοι έκαναν το σταυρό τους, άλλοι γελούσαν κι άλλοι τραβούσαν φωτογραφίες και βίντεο. Οι περισσότεροι κατάλαβαν πως ήταν το φάντασμα που ξύπνησε από αιώνιο λήθαργο αλλά αυτή τη φορά, εξαγνισμένο και ακίνδυνο, δεν προκάλεσε τον τρόμο τον αλλοτινό. Οι χωριανοί από τη μια κοιτάζονταν μεταξύ τους με απορία, αφού κάτι τέτοιο δεν το είχαν προγραμματίσει, ενώ από την άλλη άρχισαν να μετρούν τα κέρδη τους καθώς έβλεπαν τους επισκέπτες να διασκεδάζουν με το αναπάντεχο δρώμενο.

Όταν το φάντασμα εξαφανίστηκε και ο θόρυβος καταλάγιασε, το γλέντι επέστρεψε στον κανονικό του ρυθμό. Τα παιδιά ξέπνοα από τις φωνές και το τρεχαλητό, πλησίασαν τη γιαγιά Νίκαινα με μια πονηράδα στο βλέμμα.

«Τι λες γιαγιά, τα καταφέραμε;», τη ρώτησε ένας πιτσιρίκος και της έκλεισε το μάτι συνωμοτικά. Εκείνη τον λοξοκοίταξε με καχυποψία και μόλις κατάλαβε το υπονοούμενο στα λόγια του, τα μάτια της μεγάλωσαν από την έκπληξη. Βρέθηκε απροετοίμαστη γιατί, όταν την προηγούμενη μέρα τους αποκάλυπτε ένα μυστικό χρόνων, δεν είχε φανταστεί πως θα άνοιγαν διάπλατα τ' αυτιά τους και θα κατέγραφαν αχόρταγα κάθε της περιγραφή, μπαίνοντας στη διαδικασία να δώσουν πνοή σε ένα παιχνίδι παλαιικό και ξεχασμένο.

Τα κοιτούσε ένα ένα επίμονα κι ενώ εκείνα περίμεναν την επιδοκιμασία της, άρχισε να γελάει έτσι όπως δεν είχε γελάσει εδώ και χρόνια. Όσοι κάθονταν δίπλα της, ξαφνιάστηκαν. Μέχρι κι η κουκουβάγια αλαφιάστηκε και χτύπησε με δύναμη τις φτερούγες της, σα να διεκδικούσε το μερίδιό της από τη χαρά της γιορτής.  

 

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος