Το φευγιό

17.10.2017

 

«Ζω σε μία διαρκή έκπληξη. Τόσο διαφορετικά πρόσωπα... όλα υπέροχα, όλα τόσο ωραία! Μάτια διαφορετικά, μύτες διαφορετικές, στόματα διαφορετικά… Αν αυτό δε σου δίνει να καταλάβεις πόσο μοναδικός είσαι!... γεννήθηκες μοναδικός για να κάνεις κάτι μοναδικό. Αφιέρωσε τη ζωή σου στην αναζήτηση αυτής της μοναδικής έκφρασης… και μοιράσου την… Έχεις την ευθύνη και το καθήκον να γίνεις όλα όσα είσαι. Αν χάσεις τον εαυτό σου, δε θα σου μείνει τίποτε. Δεν ξέρω ποια είναι η τελευταία φορά που σου το είπε κάποιος αυτό, εγώ όμως θέλω να το ξανατονίσω: Είσαι ένα θαύμα...»
Leo Buscaglia

«Νιώθω εγκλωβισμένη. Σαν το θηρίο στο κλουβί. Τα “θέλω” και τα “πρέπει” μου έχουν γίνει ένα κουβάρι. Εικόνες μπερδεμένες. Σκοτάδι και φως. Ήχοι εκκωφαντικοί και απόλυτη ησυχία που σου σπάει κι αυτή τα τύμπανα. Μια ησυχία που σου τεντώνει τα νεύρα, που σε οδηγεί στην τρέλα ή στον τάφο…

Ήθελα τόσα να κάνω στη ζωή μου! Τόσα όνειρα, τόσες ανάγκες που θα στήριζαν την ύπαρξή μου, που θα δικαιολογούσαν και θα αιτιολογούσαν το πέρασμά μου από δω. Δε λέω πως δεν πραγματοποίησα κάποια από αυτά, αλλά δεν τα έφτασα στο ζενίθ τους, δεν τα απογείωσα. Έμεινα στη μέση και τώρα δε με παίρνει ο χρόνος για να τα φτάσω εκεί που τους αξίζει. Αυτός ο αδυσώπητος χρόνος που σε πάει εκεί που θέλει εκείνος κι όχι εκεί που θέλεις εσύ.

Ξέρω πως δε θα με καταλάβετε. Κανείς σας δε θα με καταλάβει. Ξέρω, επίσης, πως δεν έχετε την ανάγκη μου και δε σας είμαι απαραίτητη πλέον. Περισσότερα προβλήματα σας δημιουργώ, παρά τις χαρές που ήθελα να σας προσφέρω. Αυτός είναι και ο λόγος που σας γράφω τούτα τα δυο λόγια, έτσι, για να μην τρομάξετε που θα λείπω. Φαντάζομαι πως κάπου υπάρχει κάποιος και ακόμα καλύτερα, πως υπάρχουν κάποιοι που έχουν ανάγκη την αγκαλιά, το νοιάξιμο και τη φροντίδα μου. Κάπου θα υπάρχει ένα παιδί που θα θέλει να τρυπώσει στο στέρνο μου, να νιώσει τη ζεστασιά μου και να δεχθεί το χάδι μου κι ας είναι από τα παραμορφωμένα δάχτυλά μου. Εσείς πια δεν τα έχετε ανάγκη, όπως φαίνεται.

Ξέρετε πόσο σας αγαπώ και δε θέλω πλέον να σας ταλαιπωρώ. Έχω την ανάγκη να νιώθω χρήσιμη και όχι παροπλισμένη. Θα επικοινωνήσω εγώ μαζί σας. Να προσέχετε τον πατέρα σας, μέχρι να έρθει κι εκείνος να με βρει και να του δείχνετε την αγάπη σας, την έχει περισσότερο ανάγκη από μένα.»

Έβαλε με αργές κινήσεις τούτο το γράμμα σ’ ένα φάκελο, τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, φόρεσε ό,τι βρήκε μπροστά της, πήρε την τσάντα και τα κλειδιά του αυτοκινήτου κι έφυγε. Ναι, ήρθε εκείνη η μέρα, εκείνη η ώρα, εκείνο το λεπτό, που δεν σκέφτεσαι λογικά, που σ’ έχουν πνίξει τα “θέλω” και τα “πρέπει” των άλλων που κουβαλάς για χρόνια και φτάνει η ώρα που ραγίζει το ποτήρι, όπως έλεγαν οι παλιοί. Δεν είναι πια παιδούλα, δεν είναι καν νέα. Έχει φτάσει στην έβδομη δεκαετία της ζωής της, και απλά, δεν αντέχει άλλο.

Η Ελένη από παιδί είχε μάθει πως ό,τι κάνουμε, έχει αντίκτυπο και στους άλλους. Από τότε που θυμάται τον εαυτό της, είχε επωμισθεί τις υποχρεώσεις απέναντι σε όλους και είχε αφήσει απέξω τον εαυτό της. Υποχρέωση στους γονείς και στα αδέλφια της, υποχρέωση στους συγγενείς και φίλους, υποχρέωση στο σχολείο και αργότερα στη δουλειά, υποχρέωση στη δική της οικογένεια, στον άντρα και στα παιδιά της, υποχρέωση στην κοινωνία γενικά. Υποχρέωση, υποχρέωση, υποχρέωση σε όλους και όλα, εκτός από την Ελένη της. Δεν ήθελε ποτέ να είναι η αιτία που κάποιος θα πονέσει, που κάποιος θα κλάψει. Ήξερε να πονάει και να κλαίει κρυφά, μην την καταλάβει κανείς. Ήθελε να βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο κι ας μην το πετύχαινε πάντα. Έκανε τα πικρά-γλυκά, όπως είχε μάθει από τη μητέρα της κι αυτό ακόμα, πολλές φορές όχι μ’ επιτυχία. Προσπαθούσε να είναι πάντοτε με το χαμόγελο στα χείλη.

Στα πρώτα χρόνια της ζωής της ήταν τα “πρέπει” των γονιών της κι εκείνα του σχολείου της μικρής τους κοινωνίας. Μετά την εφηβεία και μέχρι τα 25 της χρόνια κυριάρχησαν τα “θέλω” της, ώσπου ξαναμπήκε, χωρίς να το καταλάβει, στα “πρέπει” των “θέλω” της. Κι όταν ήρθε η οικογένεια, τα “θέλω” πήγαν σ’ έναν περίπατο, που έχασαν το δρόμο του γυρισμού. Σαν μεγάλωσαν τα παιδιά της κι άνοιξαν τα φτερά τους κι αφού τα “πρέπει” άρχισαν να σφίγγουν και να χαλαρώνουν συνάμα, αποφάσισε να τα ξεριζώσει και να βρει τα “θέλω” της, επιτέλους.

Θυμάται τότε, μετά την εφηβεία της, έκανε μια επανάσταση, αλλά αυτό που ήξερε καλά, τα πικρά-γλυκά, την σκέπασε σαν το κουκούλι από την κορυφή μέχρι τα νύχια και ήταν τόσο κολλημένο πάνω της, που νόμιζε πως αυτό ήταν η ίδια. Η επανάσταση κατόρθωσε να γίνει ένα ένδοξο παρελθόν, μ’ ένα άδοξο μέλλον. Κατά καιρούς επιχειρούσε μικρές επαναστάσεις, αλλά και αυτές δεν είχαν διάρκεια. Κάτι σαν την πολιτική…

Βγαίνει κάποιος, ας πούμε, που υπόσχεται πως θα λύσει όλα τα παράδοξα και άδικα, όλα τα προβλήματα του κόσμου, που δείχνει πως έχει οράματα και τσαγανό και σαν καθίσει στον θώκο, όλα μοιάζουν σαν να τα έχει ξεστομίσει κάποιος άλλος. Ξεχνά όνειρα, ξεχνά υποσχέσεις και υποχρεώσεις και μιμείται στο έπακρο τους προηγούμενους. Και όπως έχει αποδειχθεί, η μίμηση ποτέ δεν ωφελεί κανένα, γιατί απλούστατα δεν έχει αυθεντικότητα.

Εκείνη τη μέρα που έξω ήταν χαρά Θεού, μ’ έναν υπέρλαμπρο και ζεστό ήλιο κι ας ήταν μέσα Νοεμβρίου, συνειδητοποίησε πως ήθελε, επιτέλους, να ζήσει χωρίς “πρέπει” και υποχωρήσεις. Γιατί άφησε να περάσουν τόσα χρόνια, χωρίς να σκεφτεί την υποχρέωση που είχε στον εαυτό της; Γιατί έπρεπε, γιατί επέτρεψε να περιμένουν όλοι από κείνη να είναι τέλεια; Γιατί εκείνη να τους καταλαβαίνει όλους και να τους δικαιολογεί; Γιατί εκείνη να μην υπάρχει για τον εαυτό της;

Μέρες τώρα προσπαθούσε να βάλει τη ζωή της κάτω, να κάνει τον απολογισμό της. Αλήθεια, τι θέλει; Θάνατο παρά τέταρτο, ν’ αλλάξει; Τι είναι αυτό που την κάνει να νιώθει τόσο άβολα; Κενή δεν είναι και ούτε και καινή… Έχει τόσα ενδιαφέροντα, τα οποία υπηρετεί με χαρά και κέφι, σαν παιδούλα. Μα και τι σημαίνει η ηλικία; Κάποιοι αριθμοί στην ταυτότητα και στο πιστοποιητικό γέννησης. Πόσα παιδιά υπάρχουν που οι χρονολογίες δείχνουν γύρω στα είκοσι και οι συμπεριφορές τους πλησιάζουν τα ογδόντα;

«Πώς την καταντήσαμε έτσι τη νεολαία μας; Δεν της αφήσαμε σκοπό, όνειρα, ιδανικά και ινδάλματα. Τα πήραμε παραμάζωμα… Και ζητάμε από αυτά τα νιάτα να σηκώσουν ανάστημα, όταν εμείς, όποτε προσπαθούσαν να σηκωθούν, τα καθηλώναμε;». «Γέμισαν οι καφετέριες νέες και νέους. Δεν τους νοιάζει τίποτα. Φραπεδιά, ποδόσφαιρο, άντε και κανένα φλερτάκι και μάλιστα διαδικτυακό, αλλά μέχρι εκεί. Άχρηστη η νεολαία μας», είναι οι κουβέντες συνομηλίκων της.

«Τι λέτε, βρε παλιόγεροι και στα μυαλά; Έχετε αντιληφθεί τις δικές σας, τις δικές μας ευθύνες γι αυτό το αποτέλεσμα; Κι όμως, αυτά τα “γερασμένα” νιάτα, είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα πετάξουν τα δεσμά τους και μαζί όλους εμάς που τα είχαμε αλυσοδεμένα. Θα σηκωθούν και θα μας αποδείξουν πόσο λάθος ήμαστε σε όλη τους και όλη μας τη ζωή!». Αυτές ήταν κάποιες από τις πολλές της σκέψεις, που δεν φοβόταν να τις εκφράσει και μάλιστα στα ίδια τα παιδιά, στους ίδιους τους νεολαίους, γι’ αυτό και την εκτιμούσαν και μερικοί ναι, την αγαπούσαν.

 

Μπήκε στο αυτοκίνητο κι άρχισε να οδηγεί χωρίς προορισμό, χωρίς σκοπό και πρόγραμμα. Ήταν η ώρα που έλειπαν όλοι από το σπίτι κι έτσι ήταν πιο εύκολο το φευγιό της. Άνοιξε το ραδιόφωνο, βρήκε ένα σταθμό που είχε μόνο μουσική κι απολάμβανε την οδήγηση και τη φύση γύρω της. Είχε βραδιάσει πια όταν βρέθηκε στο λιμάνι. Το πρώτο καράβι που έφευγε εκείνη την ώρα είχε προορισμό τη Μυτιλήνη. Δεν το πολυσκέφτηκε. Σε λίγα λεπτά βρισκόταν στο σαλονάκι του καραβιού. Βρήκε μια πολυθρόνα και σωριάστηκε. Ένιωθε τόσο κουρασμένη! Ο γλυκός Μορφέας την πήρε στην αγκαλιά του, της χάιδεψε τα κάτασπρα μαλλιά και την νανούρισε, όπως ήξερε να κάνει εκείνος μοναδικά. Τι καλά! Δεν πονούσε πουθενά. Χρόνια είχε να νιώσει τόσο ανάλαφρη!

Ξύπνησε με το σφύριγμα του καραβιού που έφτανε στο λιμάνι. Ανακάθισε στην πολυθρόνα της. Κοίτα να δεις που δεν πιάστηκε καθόλου. Ένιωθε τόσο γεμάτη και ξεκούραστη. Τέντωσε το ταλαίπωρο κορμί της, αντικρίζοντας τον ολόλαμπρο ήλιο που είχε πάρει να δηλώνει την παρουσία του με μεγαλοπρέπεια και καλημέρισε τον πρώτο άνθρωπο που είδε μπροστά της. Ήταν μια νέα κοπέλα, η οποία της ανταπέδωσε το χαιρετισμό μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Δεν άργησαν να πιάσουν κουβέντα. Ψυχολόγος η μικρά που πήγαινε να προσφέρει τις υπηρεσίες και τις γνώσεις της, μα πιο πολύ την ανθρωπιά της, που είχε αρκετή απ’ αυτή, καταπώς φαίνεται, σ’ εκείνους που “ξεβράστηκαν” στις παραλίες τούτου του νησιού.

-Πολύ ωραία! Θα κάνουμε και καλή παρέα! Τι ωραιότερο να συνεργαστούν τα γηρατειά με τα νιάτα και μαζί ν’ αγκαλιάσουμε όποιον έχει ανάγκη αυτής της αγκαλιάς. Και νιώθω πως είναι πολλοί. Τι λες; Θα με χρειαστείς;

-Και το ρωτάτε, κυρία Ελένη; Ο άνθρωπος και ειδικά ο ταλαιπωρημένος, δεν έχει ανάγκη από πτυχία, από αγάπη και ανθρωπιά έχει. Και όπως φαίνεται, διαθέτετε περίσσευμα! Και μη σας κάνει εντύπωση, αν κάποιοι από μας, τους “γνώστες” της ανθρώπινης ψυχής ή κι εκείνους που βρίσκονται εδώ για να βοηθήσουν, ο καθένας με την ειδικότητά του, χρειαστούμε την αγκαλιά και τις δικές σας γνώσεις, να κουρνιάσουμε σ’ αυτήν τη μεγάλη αγκαλιά! Πάμε, λοιπόν...

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

 

 

 

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Το μήνυμα ελήφθη

Το μήνυμα ελήφθη

Μάταια έψαχνε να βρει τον ταχυδρόμο να τον ρωτήσει. Δεν ήταν πουθενά, ώσπου πληροφορήθηκε ότι άλλαξε γειτονιά. Μετά εξαφανίστηκε. Αγνοούμενος. Τα ίχνη του χάθηκαν για πάντα. Ίσως να γνώριζε κάτι το λευκό περιστέρι. Όταν το αντάμωσε μόνο λευκό δεν ήταν. Μαύρα τα είχε...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

1 σχόλια

1 Σχόλιο

Υποβολή σχολίου