Πού πας κορίτσι με τα γκρίζα μαλλιά,

καμωμένη μιαν αντάμωση με την μπαλάντα στο χέρι;

Ποιας νιότης θεριό γήτεψε η ροδοκόκκινη, χωρίς φτιασίδια ομορφιά σου

κι όνειρα ζωγραφίζει η γη σου η ανότιστη, στ΄ουρανού τη σκέπη;

Ποια θάλασσα αναζητάς, να ξεπλύνει τη ρυτίδα που σαρκάζει;

Ποιον ήλιο καρτεράς, να ξεβάψει τον ίσκιο στον καθρέφτη;

O κόσμος βράδιασε, τα νιτερέσια του δε διαφεντεύεις πια.

Στο παραθύρι σου άνθισε μια λύπη. μέσα στη λεβάντα,

το κορμί σου έδρεψαν των παλικαριών οι χάρες

και τη δροσιά σου στέρεψαν στα αίθρια σκοτάδια...

Τα έσβησες τα πάθη σου στου έρωτα τα χνώτα,

γυρίζοντας το ξύπνημα της φύσης σου σε ήλιους και αλώνια.

Τη λογική σου κούρσεψε τις νυχτιές το σμίλευμα του γλύπτη,

το νήμα της αναπνοής σου το ΄κοψε με το γλυκοφίλημά του

στα μονοπάτια τ΄ουρανού, στου φεγγαριού τα καλντερίμια.

-Το φιλί γυρεύω,

κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά,

εκεί, στην άκρη του σχοινιού το βλέπω, εκεί…

Θυμάμαι πως με πόνεσε πολύ,

μα το Μόνο είναι,

που τον θάνατο κάνει να φοβηθεί!

_

γράφει η Βίκυ Δρακουλαράκου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!