Το καλάμι που είχε αγοράσει ήταν ειδική παραγγελία, με αναπαυτικό μονοθέσιο κάθισμα, μόνο για την αφεντιά της. Ολόχρυσο, κεντημένο με ρουμπίνια και σμαράγδια. Επέβλεπε τους πάντες από ψηλά και φούσκωνε σα γαλοπούλα από περηφάνια. Ζούσε με την ψευδαίσθηση ότι ήταν ανώτερη, ξεχνώντας από πού ξεκίνησε. Η μικρή επαρχιωτοπούλα, χρόνια ήταν δουλικό σε σπίτια. Μόλις έπιασε την καλή, σήκωσε ψηλά τον αμανέ. Ξέχασε τα παλιά, και έμαθε πιάνο και γαλλικά. Απαξιούσε να μιλήσει στους απλούς ανθρώπους και έγινε επιλεκτική. Μια μέρα, λοιπόν, έπεσε από το καλάμι και γκρεμοτσακίστηκε. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για την υγεία της, παρά μόνο οι παρακατιανοί γείτονές της, όπως τους αποκαλούσε. Το καλάμι επωλήθη και μοίρασε τα λεφτά στους ανθρώπους που βρέθηκαν δίπλα της, αυτή τη δύσκολη στιγμή.

_

γράφει η Βάσω Καρλή

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!