Select Page

Το ψαράκι

Το ψαράκι

Πίσω από την βιτρίνα του μαγαζιού του, ένας  γνωστός φωτογράφος, πάνω στην Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου, είχε τοποθετήσει πολύ ωραίο ένα ενυδρείο. Πολύ ωραίο σας λέω.
Οι φωτογραφίες, που τις είχε μπροστά-μπροστά, σαν δείγμα της τέχνης του, ομολογώ πως ελάχιστα τραβούσαν την προσοχή μου. Ωραίες ήτανε δεν λέω, μα… ήταν με κάτι κλαψιάρικα μωρά πάνω στην βάφτισή τους και κάτι τρισευτυχισμένες, που αξιώθηκαν να βάλουνε στεφάνι στο κεφάλι τους και φανταράκια με μουστάκι όλοι το ίδιο κι αναμμένο τσιγάρο, να δείχνει το αντριλίκι τους και δεν το μπορούσα καλέ κι εσείς. Νέος ήμουν, μόλις που με γαργάλαγαν οι πρώτες μου τρίχες και προτιμούσα, να βλέπω το ενυδρείο με τα κοράλλια και τα φύκια και τα χρωματιστά ψαράκια να τρέχουνε δώθε κείθε, έλεγες πως έπαιζαν κρυφτό.
Και τα βράδια! Ακόμη καλύτερα!
Φωτάκια πολύχρωμα έδιναν μια άλλη διάσταση σ’ αυτό το υπέροχο τοπίο. Μεγάλωνε στα μάτια μου μια θάλασσα τροπική, με ζεστά νερά διάφανα, ακίνητα, δεν έλεγα να ξεκολλήσω να την βλέπω. Μακάρι έτσι να ήταν και η θάλασσα στου Ντελή, αλλά δεν ήταν. Στην θάλασσα του Ντελή τα βράχια, με εκείνη την ατέλειωτη μαύρη γούνα πάνω τους, από τα αμέτρητα μύδια, μου έκρυβαν τα χρώματα του ήλιου, κατάθλιψη με πλάκωνε.
Τα βράδια, μετά τον σινεμά στον «Έβρο», έκανα στάση στο ενυδρείο με τα φωτάκια και τα ψαράκια να αργοσαλεύουν μισοκοιμισμένα στο διάφανο νερό. Φώναζε η μάνα μου που αργούσα να γυρίσω σπίτι. «Ο Άκης, ο Κόπανος έχει μισή ώρα που γύρισε από τον σινεμά! Εσύ πού γυρίζεις, με λες;».
Δεν της έλεγα! Απλά, μέσα μου έβριζα αυτόν τον κάρφαρο, τον Άκη τον Κόπανο, μια σιγανοπαπαδιά που γύριζε στην μάνα του, σαν αθώα περιστερά, ο γκουντουρντισμένος κι αυτός.
Έκλεινα τα μάτια μου για ύπνο και πάνω, που άλλος κανείς δεν το μπορεί, να χώνει μούρη στα όνειρά μου και μόνος μου κάνω ό,τι θέλω, γλίστραγα απ’ τα σεντόνια μου και μ’ ένα κουφό «μπλουμ» βρισκόμουν μέσα στο ενυδρείο του φωτογράφου, ψαράκι πράσινο στην ράχη και κίτρινο στην κοιλιά, ψαράκι ανώνυμο και άγνωστο για όλα τα άλλα.
Τι μ’ ένοιαζε; Ποιος θα με ρώταγε ποιος ήμουν; Κι αν πέστε, θα με ρώταγε ποιος ήμουν, «λαθρομετανάστης!» θα του απαντούσα, ένας απ’ αυτούς που ψάχνουν για μια καλύτερη ζωή.
Ο υγρός μου παράδεισος!
Έπαιρνα από πίσω μια σμαριά από χρυσόψαρα και τσιμπούσα επίτηδες τις ουρές τους, να παίξουμε κυνηγητό. Μα… αυτά δεν ξέρανε από κυνηγητό και στραβομουτσούνιαζαν που τα κουλάντριζα. Ήταν σαν να με έλεγαν «παίξε μόνος σου, ρε φίλε, εμείς δεν κάνουμε αλισβερίσια με αγνώστους».
Δύσκολο να παίξει εκεί μέσα κανείς μόνος του. Ποιος μπορεί να παίζει μόνος του;
Διάλεγα μετά κρυψώνες στα βραχάκια και κρυβόμουν. Κι άμα περνούσε κανένα κόκκινο, σαν το μπαρμπούνι κόκκινο εννοώ, έβγαινα ξαφνικά και του ’κανα «μπαμ!», να το τρομάξω τάχατες, να γελάσουμε καμπόσο με το αστείο, γιατί, να το ξέρετε, η τρομάρα γρήγορα περνά κι αφήνει πίσω της το γέλιο. Ούτε κι αυτό! Θυμώνανε και με φτύνανε.
«Δεν πειράζει!», είπα μια μέσα μου κι αφέθηκα να κολυμπώ στα νερά της ευτυχίας μου. Τι χαρά κι αυτή, πια; Ούτε έγνοιες ούτε τίποτα. Έκανα μακροβούτια μέχρι τον πάτο και ανακάτευα επίτηδες τα χαλίκια και τα κογχύλια. Χαλούσα την τάξη και τους κανονισμούς διαβίωσης εκεί μέσα, δεν λέω, αλλά… και τι να κάνω άπραγος; Είχα τα νιάτα μου και με τσίγκλιζαν. Ήθελα να βρω ένα φιλαράκι να τα λέμε, μια ομορφούλα να την ερωτευτώ, να βρω παρέα, να λέμε τραγουδάκια και ανέκδοτα. Τίποτα! Πολύ μούγγα, σας λέω.
Ξεχάστηκα και δεν κατάλαβα για πότε ξημέρωσε. Θα έφταιγε η κούραση να κολυμπώ ολομόναχος, χωρίς να έχω κάποιον να μιλήσω. Μια μοναξιά! Μπορεί να έφταιγαν και τα πολύχρωμα φωτάκια του ενυδρείου, που άλλαζαν χρώματα και με ζάλιζαν, αμάθητος που ήμουν. Δεν είπα, να γυρίσω πίσω στο όνειρό μου. Είπα «ας δούμε και πώς είναι η ζωή εδώ, στο φως του ήλιου». Έτσι είπα.
Με το που ήλθε στο μαγαζί ο φωτογράφος, άδειασε στο νερό μας, μια γυάλα από κάτι μαυριδερά ψάρια εξωτικά, πιο μεγάλα από μένα, με μια μοβόρικη φάτσα, με κινήσεις μαγκιάς, δεν άργησαν να μας δώσουνε να καταλάβουμε όλοι μας, πως από δω και πέρα, αυτοί θα είναι τα αφεντικά του ενυδρείου. Με είπανε «πρασινοκιτρινιάρη» που τους είπα «καλωσορίσατε» και με έδωσαν και μια προειδοποιητική δαγκανιά. Πόνεσα αλλά δεν μίλησα. Καλό είναι να μην αντιμιλάς σε φασίστες. Ναι! Φασίστες ήταν! Αμέσως το κατάλαβα! Και μόλις ο φωτογράφος, μας πέταξε μια σέσουλα ιχθυοτροφής για φαγητό, ο ένας απ’ αυτούς μας στρίμωξε σε μια γωνιά και οι άλλοι ρίχτηκαν στο φαγοπότι, οι λιμάρηδες, οι ψωροπεινάλες, βρωμούσανε, τα χνώτα τους βρωμούσανε. Μας άφησαν όλους νηστικούς και μας κορόιδευαν κι από πάνω. Κι όταν σταματούσε κάποιος περαστικός στην βιτρίνα και θαύμαζε το ενυδρείο, αυτοί παίρνανε θέσεις φάτσα μπροστά οι κομπορήμονες κι έπιαναν να λένε ομαδικά τραγούδια βάρβαρα, εμβατήρια να λέω καλύτερα, με λόγια ρατσιστικά, γεμάτα μίσος.
Πότε θα νυχτώσει επί τέλους;
Να σηκωθώ, να φύγω από κει μέσα. Να γυρίσω στο μαξιλάρι μου, στα σεντονάκια μου, να χαθώ σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα. Τι τα θέλω τα όνειρα; Κι από το φωτογραφείο μια δεν θα ξαναπεράσω, να δω το ενυδρείο. Ποιο ενυδρείο; Εκεί μέσα βασίλευε η περιφρόνηση, η υποκρισία, τα κεκτημένα της κάστας, ο νόμος του ισχυρότερου. «Άι σιχτίρ», πρόλαβα και είπα, που με ξύπνησε η μάνα μου.
«Ξύπνα, βρε ονειροπαρμένε, δέκα ώρες κοιμάσαι, πάλι όνειρο έβλεπες;».
«Πάλι», της είπα.
«Που μπήκες στην σπηλιά του Κύκλωπα και απελευθέρωσες τον Οδυσσέα; Αυτό είδες πάλι;»
«Που μπήκα ψαράκι σε ενυδρείο και κολύμπαγα»
Την άκουσα, να καλεί πάλι την θεία μου, την Αγλαγούδα. Να με «διαβάσει» με το θυμίαμα σταυρωτά και να πω τρεις φορές το «Πάτερ ημών», μπας και συνέλθω.

 

_

γράφει ο  Γιώργος Ψύλλας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019 – Πρόσκληση

Προτεινόμενα Σχολικά Βοηθήματα

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος