Ένα ποτό ακόμα. Ένα τσιγάρο ακόμα. Σώμα στεγνό. Να αντέχει. Να απέχει απ΄την καρδιά. Το σκαρί μου γδαρμένο, κρατάει άμυνα γερά. Μια τζούρα ακόμα. Παίρνω βαθιές ανάσες. Να αντισταθεί η σκέψη σε αυτό το βουητό. «Τι μουρμουρίζεις, ρε κάθαρμα πάλι;». Κλείνω τα αυτιά μου να μην με ακούω.

Γιατί βραδιάζει τόσο γρήγορα;

Αυτήν τη φορά δεν ρωτάω. Κρεμάω το παράπονο στο στήθος και το κραδαίνω σαν τρόπαιο. Να με νικήσει μονάχα. Να σβήσει το «εγώ» χωρίς αποτύπωμα.

Άλλο ένα ποτό. Άλλο ένα τσιγάρο. Το κορμί μια φωτιά, που ανατριχιάζει μες στο σκοτάδι. Οι καύτρες βουλιάζουν στον πόνο. Δηλητήριο αργό ντύνει τα σωθικά μου.

Σε φωνάζω, στους εφιάλτες μου. Ουρλιάζω καθώς ξυπνάω. Το όνομά σου. Κι ύστερα ξαγρύπνια στην τρικυμία. Το έχω μάθει τόσο καλά. Δεν φοβάμαι κι ας τρέμω. «Γουστάρω τη λήθη» σου είπα κάποτε. Δεν με πίστεψες.

Μιλάω στον άδειο τοίχο. Τον βαφτίζω αγάπη. Ό,τι και να του πω συγκατανεύει. Ό,τι κι αν του πετάξω, στέκει ατάραχος. Ξεσπάω πάνω του και μου σκουπίζει τα δάκρυα στοργικά. Τι τρέλα.

«Καλύτερα έτσι» είπαμε. Σαν αιώνας μού φαίνεται. Ή σαν χθες. Μα τι ψάχνω; Ο χρόνος δεν κάνει υπολογισμούς. Μόνο οι άνθρωποι. Καλύτερα έτσι.

_

γράφει η  Άννα Ρουμελιώτη