τοβιβλίο.net

Select Page

Με μια φουφού στην πλατεία Συντάγματος

Με μια φουφού στην πλατεία Συντάγματος

Πλατεία Συντάγματος, Δεκέμβριος 2017

Τριανταπέντε χρόνια τώρα, η πλατεία Συντάγματος είναι το στέκι μου, το σπίτι μου, η γωνιά μου. Οι εποχές που διαδέχονταν η μια την άλλη, μ’ έβρισκαν πάντα στο κέντρο της, σκυμμένο πάνω από τη φουφού μου πότε να ψήνω κάστανα και πότε καλαμπόκια. Κάθε χωνάκι από ζεστά κάστανα, κάθε χαρτάκι τυλιγμένο γύρω από ένα μοσχοβολιστό καλαμπόκι, ήταν κι ένας οβολός στο πορτοφόλι μου. Από αυτή τη δουλειά έζησα, δημιούργησα οικογένεια, μεγάλωσα τα παιδιά μου, τα σπούδασα, τα πάντρεψα και ακόμη τα βοηθάω. Τη δουλειά μου την αγάπησα. Δεν ήταν μόνο το μεροκάματο που έβγαινε. Ήταν η αίσθηση πως ήμουν ζωντανό μέλος αυτής της μεγαλούπολης. Μέρος της καθημερινότητας της δικής της και των άλλων. Κομμάτι της ιστορίας που περνούσε από μπροστά μου ζωντανή, ολοζώντανη και την έβλεπα πότε να σπαρταρά και πότε να κοιμάται. Με τις μικρές και τις μεγάλες της στιγμές, με αυτές που θα μείνουν στα σεντούκια της ως πολύτιμη παρακαταθήκη και με αυτές που θα τις τυλίξει ο χρόνος με τη λήθη του ως ασήμαντες, μικρές.

Την πρώτη μέρα που έπιασα δουλειά, ήταν Δεκέμβρης του ’82. Τη θυμάμαι σαν να ‘ταν τώρα. Έκανε ψοφόκρυο. Έστησα τη φουφού μου και χαράκωνα κάστανα για να τα βάλω στη φωτιά, όταν είδα κάποιον να έρχεται προς το μέρος μου. Με καλωσόρισε. «Γείτονας είμαι. Απέναντι είναι το βιβλιοπωλείο μου» είπε κι έδειξε το μαγαζί του, στην απέναντι γωνιά της πλατείας. «Πολλά θα δεις, πολλά θ’ ακούσεις σ’ αυτήν εδώ την πλατεία. Φύλαξέ τα όλα εδώ» συνέχισε κι έβγαλε ένα μπλοκάκι από την τσέπη και μου το χάρισε. Γίναμε φίλοι, τα λέγαμε συχνά και στα μικρά διαλείμματα της δουλειάς, έκανα ό,τι μου είχε πει. Παρατηρούσα και κατέγραφα καθετί που κινούσε το ενδιαφέρον μου.

Το μπλοκάκι με τα χρόνια έγινε ημερολόγιο με χοντρό εξώφυλλο και στη συνέχεια πολλά ημερολόγια, αφού η συνήθειά μου να γράφω περιστασιακά, έγινε μόνιμη ανάγκη. Εκεί φύλαγα μικρές στιγμές και τις έβαζα σε σειρά, τις μελετούσα και διάβαζα την κάθε εποχή από την καλή της και την ανάποδη. Έχω καταγράψει τα πάντα σε αυτό, με ημερομηνίες, χρονολογίες, καιρικά φαινόμενα, πολιτικά σκηνικά. Με εποχές που άλλαζαν, με ιδέες που μεταβάλλονταν, που συμβιβάζονταν, που βολεύονταν ή που δε βολεύονταν.

Και τι δεν είδα σ’ αυτά τα τριανταπέντε χρόνια. Είδα την Αθήνα να μεταμορφώνεται, να αλλάζει φορεσιές και μορφές. Πότε να πάλλεται και πότε να ησυχάζει. Πότε να φωνάζει και πότε να σωπαίνει. Πότε να μένει στάσιμη, πότε να κάνει βήματα μπρος και πότε πίσω. Πόλη κυκλοθυμική κι απρόβλεπτη, μα πάνω από όλα πόλη ζωντανή. Από το σημείο που βρισκόμουν, μπορούσα να αφουγκράζομαι τους χτύπους της καρδιάς της. Άκουγα το γέλιο της, το κλάμα της, τις φωνές της, τις αγωνίες και τους φόβους της και γινόμουν συμμέτοχος σε κάθε συναίσθημά της.

Eδώ, στη μέση της πλατείας, είδα να στήνονται εξέδρες κι εξέδρες, άκουσα να εκφωνούνται λόγοι και λόγοι από υποψήφιους σωτήρες της χώρας, που μιλούσαν για τα ωραία, τα μεγάλα, τα ιδανικά. Για έναν κόσμο πιο δίκαιο, για ένα κράτος που θα τους αγκαλιάζει όλους, για μια υγεία, για μια παιδεία προς όφελος των πολιτών, για μια εργασία δικαίωμα όλων. Η πλατεία σειόταν από τις φωνές και τα χειροκροτήματα κι έλαμπε από τα βεγγαλικά, όπως και τα πρόσωπα των ανθρώπων από την ελπίδα. Ύστερα, περνούσαν απέναντι στην Βουλή, μια λεωφόρος δρόμος δηλαδή κι όλα γύριζαν ανάποδα, ιδέες, λόγια, υποσχέσεις. Όταν αποκτούσαν εξουσία, τους έβλεπα να βολεύονται και να βουλιάζουν στις ψηλές τους καρέκλες, μαζί με τα γεμάτα υποκρισία λόγια τους. Από κοντά οι κόλακες και οι παρατρεχάμενοί τους, να παπαγαλίζουν τα λόγια τους για να πείθουν τους αδαείς. Πόσο μικροί φάνταζαν στα μάτια μου. Γρήγορα κατάλαβα πως οι ψηλές καρέκλες αναδεικνύουν το πραγματικό μπόι των ανθρώπων. Τους μικρούς τους δείχνουν ακόμη μικρότερους. Δεν είχα άδικο. Ακολούθησαν σκάνδαλα, μίζες, κακοδιαχείριση κι οι οικονομικές κρίσεις που διαδέχονταν η μια την άλλη, έφεραν μνημόνια μαζί με αρρυθμίες, ταχυπαλμίες, ανακοπές. Ήταν τότε που είδα την Αθήνα να μεταμορφώνεται σε μάνα - ζητιάνα και να κάθεται με απλωμένο χέρι, να διακονεύει ψίχουλα για τους αμέτρητους αστέγους που κρατούσε στην αγκαλιά της. Να κλαίει μπροστά στα λουκέτα, να πλέκει μοιρολόγια μπροστά στις θηλιές που έγιναν επιθανάτιοι βρόγχοι. Ούτε ένας, ούτε δύο, ούτε τρεις, έχασε το μέτρημα. Το έχασα κι εγώ. Θρήνησα μαζί της, ένιωσα τον πόνο της. Βίωσα την απουσία ανθρώπων, που περνούσαν από μπροστά μου για να πάνε στις δουλειές τους, μου έλειψε ο ήχος από τα ρολά των καταστημάτων που ανέβαιναν κάθε πρωί και οι καλημέρες μπροστά στις ανοιχτές πόρτες. Το βιβλιοπωλείο του φίλου μου ήταν από τα πρώτα μαγαζιά που έκλεισαν, σημάδι πως η οικονομική κρίση δε θα φτώχαινε μόνο τις τσέπες μας. Ακολούθησαν κι άλλα λουκέτα, με χιλιάδες εργαζομένους να πετιούνται στον δρόμο. Οι άνθρωποι από πρόσωπα έγιναν αριθμοί και παίχτηκαν στο χρηματιστήριο του κέρδους, με τον δείκτη τιμών να βρίσκει τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους.

Έπαιρνα όμως θάρρος όταν έβλεπα αυτή την πόλη να πεισμώνει, να μαζεύει τα κομμάτια της και να μεταμορφώνεται από συγκαταβατική σε επαναστάτρια. Να σηκώνεται από τη ρουτίνα της και να ξεχύνεται στους δρόμους μαζί με χιλιάδες κόσμου, να φωνάζει, να διεκδικεί, να θυμώνει. Να σηκώνει τη γροθιά και να αγωνίζεται για το αυτονόητο, για το δικαίωμα στην εργασία, την παιδεία, την υγεία. Κάθε δρόμος της και μια ιστορία. Κάθε στενό και μια αγωνία. Ύστερα, την έβλεπα να πονά κάθε που οι εξουσίες και οι παραεξουσίες ξεσπούσαν πάνω της. Τη χτύπησαν, την έκαψαν, την κατέστρεψαν, μαζί κι αυτούς που την συντρόφευαν. Θύμωσα. Η δημοκρατία σε πλήρη καταστολή. Η υποκρισία σε επαγρύπνηση. Στεφάνια, βαρύγδουποι λόγοι για εθνικές επετείους και Πολυτεχνεία, ματ, βία, καταστολή και δακρυγόνα στις σύγχρονες αντιστάσεις.

Από κοντά της κι εγώ. Να τρέχω με την τροχήλατη φουφού μου και να φωνάζω: « Γιατί χτυπάτε ρε! Τι φοβάστε; Εμάς τους μεροκαματιάρηδες;» Τι ανόητος που ήμουν! Λες και δεν ήξερα πως φοβόντουσαν εμάς και τις φωνές μας, λες και δεν είχα καταλάβει πως οι φωνές, όταν ενώνονται, ενοχλούν και φοβίζουν. Μετά, έβλεπα εμάς τους μεροκαματιάρηδες να στρεφόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον. Γινήκαμε χίλια κομμάτια. Το ατομικό συμφέρον μπήκε πάνω από το συλλογικό. Ο φόβος της ανεργίας, η ανασφάλεια και μια κρυφή ελπίδα που σιγόβραζε στους πιο πολλούς, πως η φωτιά που έκαψε το σπίτι του γείτονα δε θα έφτανε στο δικό τους, έκαμψε τις συνειδήσεις μαζί και τις αντιστάσεις κι ο καθένας άρχισε να τραβάει τον δικό του μοναχικό δρόμο. Τι να σου λέω. Οι κυβερνήσεις έστηναν γλέντι πίσω από τη διχόνοια μας και τον ωχαδερφισμό μας κι εμάς, μας πήρε ο διάολος αλλά μυαλό δε βάλαμε.

Πόσοι και πόσοι άνθρωποι δεν πέρασαν από μπροστά μου. Άλλοι έφευγαν, άλλοι έρχονταν κι άλλοι, αφού κατάφερναν να βγουν ζωντανοί από τους υγρούς τους τάφους, κούρνιαζαν σε αυτήν εδώ την πλατεία, αναζητώντας μια θέση στον ήλιο της. Έβλεπα απλούς πολίτες να τους συμπαραστέκονται, να προσπαθούν να τους ανακουφίσουν. Είδα την ομορφιά της αλληλεγγύης, το μεγαλείο του «μαζί» που δεν μοιράζει ελεημοσύνες αλλά συμπονά και συμπάσχει, προσφέροντας όχι από το περίσσευμα αλλά από το υστέρημά του. Ύστερα, αγριευόμουν και οργιζόμουν όταν έβλεπα σκελετούς να ανασταίνονται και να ξεπηδούν από τα πιο σκοτεινά ντουλάπια της ιστορίας. Φασίστες, που έβγαζαν πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους και όχι μόνο τα πιο ζωώδη ένστικτά τους. Χτυπούσαν, κλωτσούσαν, σκότωναν όποιον έβρισκαν αντίθετο με την ιδεολογία τους, που ξυπνούσε τους χειρότερους εφιάλτες της ιστορίας. Έβλεπα και κάποιους άλλους, τάχα μου νοικοκυραίους, που από τη μια κρατούσαν μικρά παιδιά από τα χέρια, ή έκαναν το σταυρό τους έξω από εκκλησίες κι από την άλλη έβγαζαν τον οχετό που ήταν κλεισμένος μέσα τους. Χλεύαζαν αυτούς που στα μάτια τους ήταν χαραγμένη η φρίκη του πολέμου, τους λοιδορούσαν κι ύστερα με κοιτούσαν, περιμένοντας πως θα με βρουν συμπαραστάτη και μου έλεγαν: «Δεν είμαστε ρατσιστές αλλά…» κι εκείνο το «αλλά» έκρυβε όλη την απανθρωπιά του κόσμου. Με τα χρόνια κατάλαβα πως οι άνθρωποι είναι οι καθρέπτες μας κι αντανακλούν ό,τι έχουμε στην ψυχή μας, ανεξάρτητα από θρησκεία ή έθνος. Αγάπη έχουμε, βρωμιά έχουμε, αυτό θα δούμε κυρίως σε αυτούς που δεν έχουν τίποτα να μας προσφέρουν.

Σήμερα είναι η τελευταία μέρα μου στη δουλειά. Η τελευταία μέρα μου σε αυτή την πλατεία. Οι τελευταίες ώρες μου σε αυτή την πόλη. Θα αποσυρθώ με μια πετσοκομμένη σύνταξη, που δε θα μου επιτρέπει ούτε εισιτήριο να βγάζω για να την επισκέπτομαι. Θα την αποχαιρετήσω με αγάπη αλλά και με θλίψη, γιατί πίσω από τους πολύβοους δρόμους της, αντικρίζω μια πόλη σιωπηλή. Απελπιστική η σιωπή της, σφιγμένα τα χείλη της, μαραμένο το χαμόγελό της. Με κακοποιημένη γυναίκα μοιάζει, που φώναξε, ούρλιαξε, αντιστάθηκε κι αφού δεν την άκουσε κανείς, λύγισε κι έσκυψε το κεφάλι μοιρολατρικά. Αυτές τις μέρες, την βλέπω να αστράφτει μέσα στα αμέτρητα λαμπιόνια της. Ντύθηκε, στολίστηκε και περιφέρεται στα μάτια των περαστικών και όσων την κοιτάζουν από μακριά, προσπαθώντας να αναστηθεί με λίγες μέρες επίπλαστης ευτυχίας. Όταν όμως σβήσουν τα φώτα, θα μείνει με τα σκονισμένα της ρούχα και τα ξεφτισμένα κόκκινα νύχια, πολύβουη και καταθλιπτική.

Καθαρίζω την φουφού μου και νιώθω το βλέμμα της να πέφτει επάνω μου αυστηρό. Το ξέρω αυτό το βλέμμα. Σκύβει στο αυτί μου και μου ψιθυρίζει κάτι που ή δεν μου το είχε ξαναπεί ή μου το φώναζε αλλά έκανα πως δεν άκουγα: «Από πόλη ζωντανή έγινα ένα βιβλίο στα χέρια σου, με τους μονολόγους μου, τους διαλόγους μου, τα λόγια τα περαστικά, με τις λέξεις, τις προτάσεις, τα σημεία στίξης μου. Χρόνια τώρα, με βλέπεις και καταγράφεις αυτά που ζω κι αυτά που νιώθω. Τρυπώνεις στα εισαγωγικά μου και ανακαλύπτεις, τις ομορφιές και τους αγώνες μου, τις νίκες και τις ήττες μου. Γδέρνεις τα ερωτηματικά μου κι ανακαλύπτεις τις αγωνίες και τους φόβους μου. Χαϊδεύεις τα θαυμαστικά μου και φτάνεις σε κείνες τις στιγμές που έγραφα κι εγώ μια τόση δα λεξούλα, με δυο συλλαβές και τέσσερα γράμματα, ένα «μαζί» που ένωνε κι έδινε ένταση και στη δική μου φωνή. Το έχασα κι αυτό…».

Σταματάει απότομα και κοιτάζει γύρω της. Κόσμος πολύς πηγαινοέρχεται. Άλλοι βιαστικοί πάνε στις δουλειές τους, άλλοι χαλαροί βγαίνουν για ψώνια, άλλοι κάθονται στις καφετέριες κι απολαμβάνουν το εθνικό ρόφημα, άλλοι με απλωμένο χέρι ζητιανεύουν ψίχουλα κι εκείνη, σιωπηλή κι ακίνητη, ψάχνει με τα μάτια εκείνο το «μαζί» που δεν βολεύεται, δεν προσκυνά, που δεν σωπαίνει μπροστά στην όποια αδικία, ακόμη κι όταν αυτή βαπτίζεται νόμος. Οι φθόγγοι του, βλέπεις, σκόρπισαν. Γυρίζουν από δω κι από κει μονάχοι και ψάχνουν το δίκιο τους, που βούλιαξε μες στην ασυνεννοησία, το βόλεμα και την απάθεια.


_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

8 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Ένα Ιστορικό χρονογραφημα,ένας μονολογος ΙΣΤΟΡΙΚΌΣ θα έλεγα καλύτερα που με καθήλωσε Μπράβο Σαουλελε

    Απάντηση
  2. Χριστίνα Σουλελέ

    Ένας μονόλογος με πολλές μνήμες θα έλεγα. Σε ευχαριστώ Λένα μου καλή σου μέρα!

    Απάντηση
  3. Άννα Ρουμελιώτη

    Ένας μονόλογος με πολλές μνήμες πράγματι…τόσο ανθρώπινα δοσμένος…σε ευχαριστώ για αυτον τον μονόλογο Χριστίνα.Την καλημέρα μου!

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Κι εγω σε ευχαριστώ Αννα. Καλό σου βράδυ!

      Απάντηση
  4. Βάσω Καρλή

    Εξαιρετική νοσταλγική περιγραφή!!!

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Σας ευχαριστώ πολύ! Καλή σας μέρα!

      Απάντηση
  5. Απόστολος Παλιεράκης

    Στοχαστικό, συγκινητικό και πολύ όμορφο! Συγχαρητήρια!

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κ. Απόστολε! Χαίρομαι που σας άρεσε.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος