Select Page

Φωτιές χαϊδεύω…

Φωτιές χαϊδεύω…

 

Φεγγάρια δάκρυα ποτό

Όλα στο ίδιο σκηνικό

Μιλούν για σένα

Κι εσύ να είσαι μακριά

Σε ξένη τώρα αγκαλιά

Χωρίς εμένα

Έκλεισε το ραδιόφωνο χωρίς να περιμένει να σταματήσει το τραγούδι και σταμάτησε το αυτοκίνητο στη μέση του πουθενά, κάπου ανάμεσα στο Βόλο και τη Λάρισα. Ο χώρος στάθμευσης ήταν έρημος και σκοτεινός, μονάχα τα διερχόμενα αυτοκίνητα στην εθνική οδό φώτιζαν τα βουρκωμένα του μάτια. Άναψε ένα τσιγάρο και ρούφηξε με μανία τον καπνό μέσα στα πνευμόνια του. Η μορφή της, το χαμόγελό της, η φωνή της, όλα μαζεύτηκαν μέσα στο μυαλό του κι εκείνος, χιλιόμετρα μακριά της, αντίκριζε το σκοτάδι που ασφυκτικά τον πίεζε να γυρίσει πίσω. Σκοτάδι μέσα κι έξω, παντού. Έπαιξε νευρικά το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά του κι η σκέψη να κάνει αναστροφή κύλησε στις φλέβες του σαν το δηλητήριο του φιδιού, ανατρίχιασε. Ακόμα μια γερή ρουφηξιά γέμισε το μέσα του με νικοτίνη και σύγχυση, τα μάτια του εξακολουθούσαν να είναι έτοιμα να ξεσπάσουν, βγάλουν όλες του τις σκέψεις και κάθε μύχια προσμονή στον έξω κόσμο, στην πυκνή νύχτα κάπου εκεί έξω, στον θεσσαλικό κάμπο.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και συνέχισε το ταξίδι. Το ραδιόφωνο βουβό, σαν τον πόνο του. Ο βοράς ήταν η λύση, ο βοράς και η λησμονιά της απόστασης. Τα χιλιόμετρα έφευγαν γρήγορα κάτω από τις ρόδες, το ένα πίσω από το άλλο, έφτασε στην Κατερίνη, λίγο αργότερα στη διασταύρωση για το Κλειδί και μετά στα διόδια των Μαλγάρων. Άνοιξε το παράθυρο για να πληρώσει το αντίτιμο. Η κοπέλα του γέλασε τυπικά, εκείνος όμως έβγαλε ένα μικρό αναστεναγμό από μέσα του, είχε κι εκείνη δυο μικρά λακάκια στα μάγουλα που σχηματίζονταν μόνο όταν χαμογελούσε! Το ξημέρωμα τον βρήκε δίπλα από τον Λευκό Πύργο, με έναν άθλιο καφέ να κάθεται στο παγκάκι και να αφουγκράζεται τον ήχο της θάλασσας. Δεν άντεξε, ξέσπασε. Ένας περαστικός τον κοίταξε και κοντοστάθηκε αλλά όχι για πολύ. Μέσα στη μοναξιά του πρωινού αναλογίστηκε το παρελθόν. Αναλογίστηκε εκείνη που φυλάκισε την καρδιά του στα μελιά της μάτια και τον άφησε έρμαιο της άρνησής της να περιπλανιέται σαν το φθινοπωρινό φύλλο στον άνεμο. Εκείνη που χαμογελούσε κι ο παράδεισος γινόταν ασήμαντος. Εκείνη που τη γνώρισε ένα βράδυ κι από τότε η ζωή του έγινε μόνο βράδυ. Νύχτες μοναξιάς που τον πονούσαν πολύ, μέχρι τις ρίζες της ψυχής του κι ακόμα πιο πολύ.

Έβγαλε το σημειωματάριό του κι άρχισε να γδύνει τα συναισθήματά του, να τα κάνει λέξεις πάνω στο χαρτί. Οι στίχοι διαδέχτηκαν ο ένας τον άλλον ασταμάτητα, θα μετουσιώνονταν αργότερα σε τραγούδια, σε ζεϊμπέκικα που θα ξεσήκωναν τους ανθρώπους από τα τραπέζια. Για εκείνον όμως οι στιγμές ήταν οδυνηρές, ο τοκετός επώδυνος και μακρύς. Ήταν στιχουργός και ποιητής συνάμα. Τα μάτια του πότιζαν το χαρτί με δάκρυα, λύγισε κάτω από το βάρος των λέξεων… Όχι αυτών που έγραφε αλλά εκείνων που αφαιρούσε για να χρωματίσει την ασπρόμαυρη και γκρίζα πραγματικότητά του. Ήταν άλλωστε, από τη στιγμή που την γνώρισε, καταδικασμένος να ζει στις παρυφές του γκρίζου...

 

Κι εκεί που όλα όσα βλέπω είναι στο γκρίζο

Κι εκεί που λέω όλα από σένα έχουν χαθεί

είναι στιγμές  που το μυαλό μου δεν ορίζω

κλείνω τα μάτια και υπάρχεις μόνο εσύ...

 

Ο καφές τελείωσε, τελείωσαν και τα λόγια στο χαρτί. Σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι το ξενοδοχείο, έπρεπε να πλυθεί και να ντυθεί για το ραντεβού κι η ώρα είχε ήδη περάσει.

Η συνάντηση ήταν αυστηρά επαγγελματική και τελείωσε συντομότερα απ’ ό,τι υπολόγιζε. Δέχτηκε τη δουλειά και θα έμενε στη Θεσσαλονίκη για τα επόμενα τέσσερα χρόνια τουλάχιστον. Μακριά της. Μακριά από τη φωτιά και το παράπονό του. Κοιμήθηκε, η κούραση τον είχε καταβάλει. Κι εκείνη ήρθε στα όνειρά του απρόσκλητη, τον αναστάτωσε κι ύστερα σα δραπέτης έφυγε μακριά χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, να του χαρίσει μια ματιά της, να δει τα λακάκια της… Όταν ξύπνησε η νύχτα είχε σκεπάσει την πόλη, περιπλανήθηκε στους δρόμους κι αναζήτησε το φάρμακο που θα τον έκανε να ξεχάσει. Το βρήκε στο αλκοόλ σε ένα σκοτεινό μπαρ που ξετρύπωσε μέσα στο στενό σοκάκι της παραλίας. Ανακατεμένα αισθήματα, ανακατεμένο παρελθόν, ανακατεμένο παρόν. Και το μέλλον να στέκει μπροστά του και να του χαμογελά με την υπεροψία και τη σιγουριά του νικητή. Εκείνος, μόνος με τον εαυτό του ανάσαινε τον καπνό κι έπνιγε τα δάκριά του στους στίχους που αράδιαζε στο μουσκεμένο σημειωματάριο.

Ο καιρός πέρασε κι εκείνη είχε γίνει μια μακρινή ανάμνηση που τρύπωνε στα στενά της Θεσσαλονίκης και χανόταν παρέα με τον Βαρδάρη στο Θερμαϊκό. Ο πρώτος χρόνος ήταν μαρτυρικός, εκτός από τις ανάσες που το μυαλό του ασυναίσθητα τον ανάγκαζε να παίρνει, τίποτα άλλο δεν είχε συμβεί. Το σπίτι που νοίκιασε ήταν άδειο. Ένα κρεβάτι, μια καρέκλα κι ένα τραπέζι όλο του το βιός. Όχι επειδή δεν μπορούσε να το επιπλώσει, μα επειδή δεν ήθελε. Σαν ασκητής και μοναχός μέσα στην πολύβουη πόλη ζούσε. Το μόνο που τον χαροποίησε λίγο πριν ολοκληρώσει το πρώτο έτος της διαμονής του εκεί ήταν οι στίχοι του που είχαν γίνει τραγούδια και μπορούσε να τα ακούει στο ραδιόφωνο. Κι όσο οι στίχοι γινόντουσαν τραγούδια, τόσο εκείνος ένιωθε φυλακισμένος μέσα στην ύπαρξη εκείνης. Προσπάθησε μάταια να την ξεχάσει, τελικά ξέχασε τον εαυτό του, έγινε ένας άλλος άνθρωπος, κλείστηκε μέσα του και πέταξε το κλειδί στην πιο βαθιά θάλασσα. Πάλευε με τις αναμνήσεις του, αλλά κι εκείνες ακόμα τον είχαν εγκαταλείψει. Κι ο Βαρδάρης δεν έπαψε ποτέ να φυσά και να του παγώνει την ψυχή...

μα εγώ αντέχω

φωτιές χαϊδεύω

εγώ ανασαίνω στους καπνούς

φίλους δεν έχω

κι όταν χορεύω

μόνος παλεύω τους καημούς

 

Δεύτερος χρόνος…

 

Τσιγάρο μου παλιόφιλε

Ποτό μου κι αλητεία

Εσείς δεν είστε θάνατος

Μονάχα σωτηρία

 

Τρίτος χρόνος…

 

Όλα τα λάθη, όλα τα πάθη

η ζωή σε στάση, όλα τα εσύ

Κάποια φωνή σου, αυτή η αγάπη

κάποια στιγμή μου, μονάχα εσύ

Κλείνω την πόρτα, κλείνω τα μάτια

Κλειστά τα φώτα, πέφτει η γραμμή

Ζωή στο λίγο, ζωή να φύγω

Ζωή στο τέρμα, ζωή μου γιατί;

 

 

Τέταρτος χρόνος σε δυο βδομάδες. Το συμβόλαιό του έληγε κι έτρεμε στην ιδέα πως έπρεπε να γυρίσει στην Αθήνα. Το σημειωματάριό του γέμισε στίχους. Και το δεύτερο που είχε αγοράσει και το τρίτο! Κι άκουγε τα τραγούδια του στο ραδιόφωνο κι είχε μέσα του ξεσπάσει πόλεμος, το πρόσωπό της είχε πια ξεθωριάσει, αμυδρά θυμόταν μόνο εκείνα τα δυο λακάκια… Μισούσε το μυαλό του που είχε επιτρέψει να την ξεχάσει. Μισούσε ολόκληρο το είναι του. Βγήκε να περπατήσει στην παραλία. Με τα χέρια σταυρωμένα πίσω και το κεφάλι σκυφτό μετρούσε τα πλακάκια. Το θαλασσινό αεράκι χάιδεψε τα ρουθούνια του, γύρισε ασυναίσθητα προς τη θάλασσα για να ρουφήξει μέσα του τη μυρωδιά της. Νόμισε πως την είδε, μακριά, εκεί προς το μέρος του Λευκού Πύργου. Άνοιξε το βήμα του χωρίς να το θέλει, λες και τα πόδια του επαναστάτησαν κι έκαναν του κεφαλιού τους. Έμοιαζε σαν φάντασμα του εαυτού του όσο την πλησίαζε. Όταν έφτασε μερικά μέτρα μακριά της έμεινε παγωμένος να την κοιτάζει. Εκείνη του χαμογέλασε. Τα λακάκια της ήταν εκεί, στα απαλά μάγουλά της. Έσφιξε τα χέρια του, έσφιξε τα χείλη του, έσφιξε και την καρδιά του. Έκανε να της μιλήσει αλλά ο τύπος πίσω της γύρισε απότομα και την έκλεισε στην αγκαλιά της. Τον προσπέρασαν κι ένιωσε να τον πλημμυρίζει η ανυπαρξία, λες κι ήταν αόρατος δεν του έδωσαν απολύτως καμία σημασία. Εκείνη για την οποία είχε γράψει τόσα τραγούδια έφευγε για ακόμα μια φορά μακριά του κι αυτός, ακίνητος σαν άγαλμα, πάλευε με τον εαυτό του. Το σημειωματάριο ήταν εκεί, στην τσέπη του όπως πάντα. Καινούριο, αδειανό. Το άνοιξε κι ένιωσε την ανάγκη να γυμνώσει πάλι την ψυχή του, να εξομολογηθεί στο χαρτί. Το μολύβι έτρεμε στα χέρια του. Το ίδιο και η ανάσα του. Μια σπίθα μέσα του, ένας σεισμός τον τάραξε συθέμελα. Γύρισε και στάθηκε στην άκρη του λιμανιού, η θάλασσα ήταν μερικά χιλιοστά μακρύτερα από τα πόδια του. Το πήρε απόφαση. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα… Πέταξε το σημειωματάριο μαζί και το μολύβι στα νερά του Θερμαϊκού. Δε γύρισε να την κοιτάξει που ξεμάκραινε. Δε γύρισε ποτέ ξανά να κοιτάξει πίσω του.

 

Ζωή δεν είναι να γυρνάς στου χρόνου το ρολόι

να’ χεις ανέγγιχτο καημό ποτέ σου μοιρολόι

ζωή δεν είναι να κρατάς όνειρα στερημένα

και της ψυχής τ’ αλαργινά τα μέρη ξεχασμένα

 

Τούτοι οι στίχοι που βγήκαν ξέπνοα από μέσα του τον πήραν από το χέρι και τον οδήγησαν στην καινούρια του ζωή. Από τότε, αναζήτησε την αγάπη σε χαμόγελα χωρίς λακάκια…

 

_

τους στίχους έγραψε ο Άγγελος Καμπιώτης, το πεζό ο Κώστας Θερμογιάννης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

3 Σχόλια

  1. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Εξαιρετικό!

    Απάντηση
  2. Ιφιγένεια

    Υπέροχο!Γραφή χάδι ..

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!